Με το «μακεδονικό» να απειλεί να απορροφήσει όλη την ικμάδα του πολιτικού συστήματος σε σκιαμαχίες ή υπαρκτές αντιθέσεις, οι διεργασίες για τη μνημονιακή ολοκλήρωση και τη μεταμνημονιακή συνέχεια περνούν σε δεύτερη μοίρα, αν και βρίσκονται σε κρίσιμη καμπή. Οι βασικοί «παίκτες» –κυβέρνηση και εκπρόσωποι των δανειστών– συνέχισαν και αυτή την εβδομάδα να αντιπαραθέτουν σενάρια περί «καθαρής» ή «βρόμικης» εξόδου από τα μνημόνια, σ’ ένα περιβάλλον βολικά αδιάφορο για την πλειοψηφία της κοινής γνώμης.

Οι σύμβουλοι του νέου ομολόγου

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δρομολογεί ήδη την πρώτη δοκιμαστική έξοδο στις αγορές για το 2018 με την πρόσληψη συμβούλων έκδοσης επταετούς ομολόγου ύψους 3 δισ. ευρώ. Η ημερομηνία είναι απροσδιόριστη προς το παρόν, αλλά σίγουρα είναι θέμα των προσεχών ημερών. Σύμβουλοι, οι συνήθεις ύποπτοι: Barclays, BNP Paribas, Citigroup, JP Morgan, Nomura. Τώρα, πώς γίνεται και οι ίδιοι σύμβουλοι που καλούνται να πουλήσουν στους υποψήφιους επενδυτές το κυβερνητικό σενάριο της «καθαρής εξόδου», ταυτόχρονα να διαφημίζουν στους πελάτες τους τις εκτιμήσεις τους περί …«ακάθαρτης εξόδου», είναι ένα μυστήριο… Ακόμη και ο συγχρονισμός είναι ενοχλητικός: την ώρα που ανακοινωνόταν η πρόσληψη, μεταξύ άλλων, της JP Morgan, η χρηματοπιστωτική πολυεθνική δημοσίευε εκτίμηση-σύσταση ότι η έξοδος από τα μνημόνια πρέπει να συνοδευτεί από προληπτική πιστωτική γραμμή, με ενισχυμένη εποπτεία τουλάχιστον μέχρι το 2023. Ειδάλλως τα ελληνικά ομόλογα θα παραμείνουν μη επιλέξιμα από την ΕΚΤ, όσο διατηρεί το πρόγραμμα αγορών, ενώ μπορεί να καταργηθεί και το waiver, δηλαδή η δυνατότητα των τραπεζών να παίρνουν φτηνή ρευστότητα από την ΕΚΤ με κάθε φύσης ομόλογα, ανεξαρτήτως επενδυτικής βαθμολόγησης.

Τα χρονοδιαγράμματα της Κομισιόν

Η κυβέρνηση, ιδιαίτερα μέσω του υπουργού Οικονομικών Ε. Τσακαλώτου, απορρίπτει κατηγορηματικά τις συστάσεις αυτές. Αποκλείει προληπτική πιστωτική γραμμή μετά τον Αύγουστο και προαναγγέλλει δικό της μεταμνημονιακό πρόγραμμα που θα παρουσιαστεί την άνοιξη. Αναγνωρίζει ότι και μετά το Μνημόνιο θα υπάρχει επιτήρηση, αλλά υποστηρίζει ότι θα πρόκειται για επιτήρηση με μεγάλες ελευθερίες κινήσεων. Τις «ελευθερίες» αυτές, όμως, τις «κουρεύει» δραστικά η Κομισιόν, δια του εκπροσώπου της στην τρόικα Ντέκλαν Κοστέλο. Σε ακρόασή του στο ολλανδικό κοινοβούλιο έδωσε βάθος σχεδόν δεκαετίας στο καθεστώς «ενισχυμένης εποπτείας», ιδιαίτερα στο σκέλος των «διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων» που πρέπει να υιοθετηθούν. Για παράδειγμα, όπως ανέφερε, η αναμόρφωση του φορολογικού συστήματος και του μηχανισμού είσπραξης των φόρων χρειάζεται πέντε χρόνια, άλλα τόσα χρειάζονται για να ανοίξουν πλήρως οι αγορές των δικτύων ενέργειας κλπ, το ΤΑΙΠΕΔ ως μηχανισμός ιδιωτικοποίησης της δημόσιας περιουσίας χρειάζεται κι αυτός 3-5 χρόνια για να «αποδώσει», η εξυγίανση των ισολογισμών των τραπεζών θέλει κι αυτή τουλάχιστον 2 ακόμη χρόνια κ.ο.κ.

Αυτά τα πρόχειρα χρονοδιαγράμματα της Κομισιόν περιγράφουν ένα πλαίσιο επιτήρησης και διαπραγμάτευσης που λίγο διαφέρει από τη μνημονιακή τελετουργία της τελευταίας οκταετίας. Κι είναι χαρακτηριστικό ότι, παρά τους πληθωρικούς επαίνους για την εντυπωσιακή «μεταρρυθμιστική» πειθαρχία της κυβέρνησης τον τελευταίο χρόνο, όλοι οι εκπρόσωποι των δανειστών –και παρά την επίμονη διαφοροποίηση του ΔΝΤ στο θέμα του χρέους–, υπογραμμίζουν ότι η έξοδος από τα μνημόνια δεν είναι ένα happy end, αλλά η εκκίνηση ενός νέου γύρου δύσκολων «μεταρρυθμίσεων», υπό συνεχή παρακολούθηση.

«Χειραγώγηση» της ανάπτυξης

Το πιο χαρακτηριστικό είναι το εξ αποστάσεως παζάρι που εξελίσσεται στο θέμα του χρέους. Το ΔΝΤ για πολλοστή φορά προειδοποίησε ότι ενεργοποίηση του δικού του προγράμματος δεν θα υπάρξει χωρίς λύση για βιώσιμο χρέος. Απέκλεισε το ενδεχόμενο μιας κοινής ανάλυσης βιωσιμότητας χρέους με την Κομισιόν, τον ESM και την ΕΚΤ, αλλά ταυτόχρονα διαβεβαίωσε ότι συμμετέχει στην επεξεργασία των μέτρων ελάφρυνσης που έχει ξεκινήσει βάσει της γαλλικής πρότασης. Η γαλλική πρόταση, υπενθυμίζουμε, περιλαμβάνει μια «ρήτρα ανάπτυξης», δηλαδή εφαρμογή των μέτρων επιμήκυνσης και μείωσης των επιτοκίων αντιστρόφως ανάλογα με τον ρυθμό ανάπτυξης που θα επιτυγχάνει η ελληνική οικονομία. Ως γνωστόν, υπάρχει σημαντική απόκλιση ανάμεσα στις εκτιμήσεις των Ευρωπαίων δανειστών και του ΔΝΤ για το επίπεδο της μεσοπρόθεσμης ανάπτυξης που μπορεί να επιτύχει η Ελλάδα. Διαφορά μιας ποσοστιαίας μονάδας αλλάζει τα πάντα.

Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο ο εκπρόσωπος της Κομισιόν Κοστέλο έδωσε στους Ολλανδούς βουλευτές μια πολύ διαφωτιστική απάντηση για το πώς η αναδιάρθρωση του χρέους μπορεί να γίνει πρόσθετο εργαλείο μακρόχρονης επιτήρησης: «Χρειάζεται μηχανισμός παρακολούθησης που θα εμποδίζει την κυβέρνηση να χειραγωγεί την ανάπτυξη». Η επισήμανση αυτή από τη μια πλευρά είναι για γέλια, αν αναλογιστεί κανείς ότι είναι η Κομισιόν και το ΔΝΤ που «χειραγωγούσαν» τα δημοσιονομικά μεγέθη με εκτιμήσεις περί ύφεσης-ανάπτυξης που από το 2010 έπεσαν έξω κατά είκοσι ποσοστιαίες μονάδες! Από την άλλη πλευρά, δείχνει την προσπάθεια των δανειστών να εξασφαλίσουν τη συναίνεση του ΔΝΤ στη δρομολογούμενη αναδιάρθρωση χρέους και, κυρίως, να επιβάλουν έναν αυτοματισμό στα μέτρα που θα υποχρεούται κάθε κυβέρνηση να παίρνει για να ενισχύει – σε πραγματικούς και όχι λογιστικούς όρους- τον ρυθμό ανάπτυξης.

Ο μηχανισμός αυτός σήμερα δεν υπάρχει. Κατά ένα σενάριο θα διαμορφωθεί ad hoc, στο πλαίσιο της συμφωνίας μελλοντικής αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους που θα πρέπει να έχει διαμορφωθεί μέχρι τον Ιούνιο για να καταστεί εφαρμοστέα από τον Σεπτέμβριο. Θα είναι, δηλαδή, μια «ελληνική πατέντα», όπως συνέβη με τα Μνημόνια από το 2010 και εντεύθεν.

Ρέγκλινγκ όπως… Σόιμπλε

Ένα δεύτερο, όμως σενάριο, προβλέπει ότι θα είναι ένας μηχανισμός γενικής εφαρμογής στην Ευρωζώνη σε κάθε διάσωση κράτους που αποκλείεται από τις αγορές. Αυτό το σενάριο περιέγραψε ο επικεφαλής του ESM Κλάους Ρέγκλινγκ, καταθέτοντας τις σκέψεις του για το πώς θα συντελεστεί η εμβάθυνση της Ευρωζώνης, εφόσον υπάρξει συμφωνία των ηγετών της Ε.Ε. τον Ιούνιο. Μιλώντας στη Λουμπλιάνα της Σλοβενίας, ο Ρέγκλινγκ πρόβαλε ουσιαστικά τη γερμανική θέση για τον ρόλο του ESM στην «επόμενη κρίση». Δεν χρειαζόμαστε τόσο ένα Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο, είπε ο Ρέγκλινγκ, όσο ένα Ευρωπαϊκό Ταμείο Σταθερότητας. Ο ESM θα μπορούσε να παίξει τέτοιο ρόλο, παρέχοντας βραχυπρόθεσμα δάνεια στα κράτη ως «επιβράβευση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων», αλλά και επιτηρώντας ένα συμφωνημένο πλαίσιο αναδιάρθρωσης του κρατικού χρέους, παρέχοντας ανάλυση βιωσιμότητας και διευκολύνοντας την οργάνωση των διαπραγματεύσεων δανειστών και κράτους οφειλέτη.

Θα ήταν αυτό το πλαίσιο κατάλληλο για και στην περίπτωση κρατικού χρέους που οφείλεται όχι σε ιδιώτες, αλλά στα κράτη της Ευρωζώνης; Ναι, λέει εμμέσως ο Ρέγκλινγκ, που υποστηρίζει την ενσωμάτωση του ESM στη Συνθήκη της Ε.Ε., αλλά στα πρότυπα της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων. Ο ESM θα είναι όργανο με δικό του κεφάλαιο, προϋπολογισμό ανεξάρτητο από της Ε.Ε. και υπόλογος έναντι των μετόχων του- δηλαδή των κρατών μελών της Ευρωζώνης κατά την κλείδα συμμετοχής τους. Ο Ρέγκλινγκ περιγράφει εδώ ζωηρά και συγκεκριμένα το όραμα Σόιμπλε για έναν «ανεξάρτητο» ESM. Θα είναι ύστατος δανειστής, εγγυητής των κατόχων κρατικού χρέους, αλλά και «διαιτητής» ενδεχόμενης αναδιάρθρωσής του, ακόμη κι όταν το κατέχουν τα κράτη-μέτοχοι του ESM, που εδώ αποβάλλουν τη θεσμική τους υπόσταση και μεταμορφώνονται σε ιδιώτες.

Ποιο σχήμα μεταμνημονιακής επιτήρησης της Ελλάδας θα επιλεγεί είναι ακόμη άγνωστο. Το σίγουρο είναι ότι θα αποτελέσει αντικείμενο σκληρής διαπραγμάτευσης μεταξύ των δανειστών, στην οποία διακύβευμα δεν θα είναι τόσο η Ελλάδα, όσο η επιβίωση της Ευρωζώνης στην επόμενη κρίση. Και μόνο ότι αυτή η «επόμενη κρίση» αναφέρεται όλο και συχνότερα στους ηγετικούς ευρωπαϊκούς κύκλους δείχνει ότι κάτω από την επιδερμίδα της ευφορίας επικρατεί αληθινό δέος…

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!