Το φθινόπωρο άνοιξε με τούρκικη κλιμάκωση. Την περασμένη εβδομάδα ο αρχηγός της τουρκικής ΜΙΤ, Ιμπραήμ Καλίν ‒στενός συνεργάτης και άνθρωπος «ειδικών αποστολών» του Ερντογάν‒, βρέθηκε μυστικά στην Αθήνα και συναντήθηκε με τον διοικητή της ΕΥΠ, Θεμιστοκλή Δεμίρη.

Σύμφωνα με τις «επίσημες διαρροές», αντικείμενο της επίσκεψης ήταν το οργανωμένο έγκλημα ‒και ειδικότερα τα δίκτυα Τούρκων μαφιόζων στην Ελλάδα‒, το λαθρεμπόριο και η αντιπαράθεση Τουρκίας–Ισραήλ. Αν όμως επρόκειτο απλώς για μια υπηρεσιακή συνάντηση αυτής της ατζέντας, γιατί η επίσκεψη κρατήθηκε μυστική; Γιατί ακόμη και σήμερα μαθαίνουμε από δημοσιογράφους αν ο επικεφαλής της ΜΙΤ συναντήθηκε μόνο με τον ομόλογό του, διοικητή της ΕΥΠ Θεμιστοκλή Δεμίρη, ή αν πέρασε και την πόρτα του Μεγάρου Μαξίμου για να συναντήσει τον ίδιο τον πρωθυπουργό;

Ο Αλέξης Παπαχελάς έσπευσε στον ΣΚΑΪ να καθησυχάσει ότι «σε καμία περίπτωση δεν υπήρχε κάποια απειλή ή κάποιο τελεσίγραφο» και ότι ο Καλίν ήρθε για «να μειώσει την ένταση και να κατεβάσει τους τόνους». Η επιμονή όμως σε αυτή την καθησυχαστική ανάγνωση γεννά περισσότερα ερωτήματα απ’ όσα απαντά: Ποια ακριβώς ένταση έπρεπε να μειωθεί και για ποιο ζήτημα χρειαζόταν η απευθείας παρέμβαση του επικεφαλής της ΜΙΤ;

Η κλιμάκωση του ανταγωνισμού Τουρκίας-Ισραήλ αναβαθμίζει τη σημασία Ελλάδας και Κύπρου, αλλά ταυτόχρονα τις φέρνει βαθύτερα μέσα στο πεδίο αυτής της αντιπαράθεσης. Υπό αυτό το πρίσμα, είναι εύλογη η εκτίμηση ότι ο Καλίν ήρθε στην Αθήνα και για να καταστήσει σαφείς τις τουρκικές «κόκκινες γραμμές» σχετικά με τη στάση της Ελλάδας στις εξελίξεις που έρχονται.

Και για να μην υπάρχει καμία αμφιβολία γι’ αυτό, έσπευσε να κάνει ξεκάθαρη την επιλογή και ο ίδιος ο Τ. Ερντογάν, με ανοιχτές απειλές προς τη χώρα μας πως εάν συνεχίσει να εξοπλίζει νησιά με μη στρατιωτικό καθεστώς, «τι πρέπει να κάνουμε; Ποιο είναι το καθήκον μας; Να κάνουμε ό,τι είναι απαραίτητο».

Τίποτα από αυτά δεν έπεσε από τον ουρανό. Πέντε εξελίξεις αυτού του καλοκαιριού, καμία από τις οποίες δεν έδωσε πρωτοσέλιδο, συνθέτουν μια βαθιά μετατόπιση. Περνάμε από τα μεμονωμένα επεισόδια στα μόνιμα τετελεσμένα, και την απειλή αυτά να πάρουν πλέον θεσμική μορφή που θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό το πλαίσιο των τουρκικών διεκδικήσεων για τα επόμενα χρόνια.

1. Το δόγμα της «Γαλάζιας πατρίδας» στην πράξη

Η Άγκυρα δεν αμφισβητεί πλέον μόνο στα λόγια, αλλά θεσμοθετεί. Η ανακήρυξη θαλάσσιων πάρκων και η σχεδιαζόμενη νομοθεσία για τις θαλάσσιες ζώνες μετατρέπουν τη «Γαλάζια Πατρίδα» από γεωπολιτικό δόγμα σε κρατική κανονιστική πράξη. Ένας χάρτης που γκριζάρει μια θαλάσσια περιοχή εκφράζει μια διεκδίκηση, ένα προεδρικό διάταγμα όμως παγιώνει την άσκηση αρμοδιότητας –περιβαλλοντικής, αλιευτικής, ερευνητικής– θεμελιώνοντας έτσι σιωπηρά δικαιοδοσία επ’ αυτής.

Το πρώτο βήμα είναι ήδη ορατό και περιλαμβάνει στο όνομα της προστασίας του περιβάλλοντος τον εγκλωβισμό του θαλάσσιου χώρου της Σαμοθράκης και του Καστελόριζου. Δύο νησιά που η Τουρκία επιλέγει όχι τυχαία, αφού πάνω τους δοκιμάζει τις δύο ακραίες εκδοχές του αναθεωρητισμού της: Τη Θράκη και το ανατολικό όριο του Αιγαίου. Τα τετελεσμένα στο πεδίο θα ακολουθήσουν, άλλωστε ποτέ δεν προηγήθηκαν του νομικού πλαισίου, πάντα έρχονται να το επικυρώσουν δια της ισχύος.

Και προσέξτε το εργαλείο: Θαλάσσια πάρκα. Περιβαλλοντική προστασία, βιοποικιλότητα, βιώσιμη αλιεία. Λεξιλόγιο άψογο, απολύτως συμβατό με ευρωπαϊκές οδηγίες και διεθνείς συμβάσεις.

2. Η Τουρκία ανεβαίνει σκαλοπάτι στη Δύση

Σύνοδος του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα. Συζήτηση για επανένταξη στο πρόγραμμα των F-35. Εμβάθυνση της αμυντικής συνεργασίας με τη Βρετανία. Όλα αυτά μαζί δείχνουν την αναβάθμιση του ρόλου της Άγκυρας για τη δυτική συμμαχία. Η Τουρκία επιστρέφει στη δυτική αρχιτεκτονική ασφαλείας ως περιφερειακή δύναμη που της αναγνωρίζεται ρόλος (με βαθμούς αυτονομίας).

Το  πιο ανησυχητικό είναι ότι όλα αυτά συντελούνται με τις ευλογίες της Αθήνας. Η ελληνική πλευρά όχι απλώς δεν αντιστάθηκε, πιέστηκε να αναγνωρίσει τον νέο ρόλο και τον αναγνώρισε, με το επιχείρημα ότι μια Τουρκία «αγκυροβολημένη στη Δύση» είναι λιγότερο επικίνδυνη. Όμως η εμπειρία δείχνει ότι η Δύση (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό) και δεν θέλει και δεν μπορεί να πειθαρχήσει την Άγκυρα. Τα τελευταία δέκα χρόνια απέδειξαν το αντίθετο. Από τους S-400 μέχρι τη Λιβύη και από τη Συρία μέχρι το Ναγκόρνο Καραμπάχ, η Τουρκία εισέπραξε κάθε φορά το ίδιο μάθημα: Το κόστος της ανυπακοής είναι προσωρινό, το κέρδος μόνιμο. Και αυτή η εμπειρία αυξάνει τις επεκτατικές φιλοδοξίες και τις περιφερειακές βλέψεις.

3. Το καλώδιο και η ασπίδα

Η γαλλική συμμετοχή στον Great Sea Interconnector και η επιτάχυνση του άξονα Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ παρουσιάστηκαν από την κυβέρνηση ως θωράκιση. Το επιχείρημα γνωστό. Διεθνοποιούμε το έργο, άρα το προστατεύουμε. Ας δούμε όμως τι ακριβώς ομολογείται εδώ. Ομολογείται ότι η Ελλάδα δεν είναι σε θέση να διενεργήσει έρευνες και πόντιση καλωδίου σε περιοχές όπου η Τουρκία αμφισβητεί την ελληνική δικαιοδοσία έξω από τα 6 ν.μ. Ότι χρειάζεται ξένη σημαία, ξένο κεφάλαιο και ξένη εγγύηση για να ασκήσει κυριαρχικά δικαιώματα που θεωρητικά της ανήκουν αναφαίρετα. Η «ασπίδα» είναι στην πραγματικότητα πιστοποιητικό αδυναμίας.

Το φθινόπωρο, όταν αρχίσουν οι εργασίες, θα μάθουμε ποια από τις δύο εκδοχές ισχύει. Είτε θα έχουμε θερμό επεισόδιο και τότε θα τεθεί το ερώτημα ποιος ακριβώς εμπλέκεται και με ποιους όρους, το Ισραήλ, η Γαλλία ή κανείς. Είτε η γαλλική εταιρεία θα ζητήσει, διακριτικά και τεχνοκρατικά, άδεια από την Άγκυρα. Στη δεύτερη περίπτωση θα έχει αναγνωριστεί εμπράκτως μια μορφή τουρκικής συγκυριαρχίας στο ανατολικό Αιγαίο και τη Μεσόγειο, χωρίς να υπογραφεί τίποτα. Έτσι γίνονται πια αυτά: Όχι με τελεσίγραφα, αλλά με αδειοδοτήσεις και εταιρικές συμφωνίες.

4. Το Κυπριακό ως μέρος του μεγάλου αναδασμού

Οι συνομιλίες επανεκκινούν. Εντατικές συναντήσεις Χριστοδουλίδη–Ερχιουμάν, με τις ευλογίες του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ και με το πλαίσιο να το έχει θέσει η τουρκική αδιαλλαξία. Ταυτόχρονα, για πρώτη φορά, το Ισραήλ εμπλέκεται ενεργά στον διάλογο για το Κυπριακό: Δηλώσεις Νετανιάχου, δίαυλοι με τη Λευκωσία, ενδιαφέρον που δεν κρύβεται.

Η Κύπρος λειτουργεί ως προέκταση της σύγκρουσης στη Συρία. Η τουρκο-ισραηλινή αντιπαράθεση διεξάγεται ένοπλα στο συριακό έδαφος και διαπραγματευτικά στο Κυπριακό. Όλο και περισσότερο εντάσσεται το Κυπριακό –με την Κυπριακή Δημοκρατία να έχει επανειλημμένα αποδεχθεί την αυτοαναίρεσή της– σε μέρος του ευρύτερου αναδασμού στη Ν.Α. Μεσόγειο.

Και η ελληνική πολιτική –η ελλαδική και η κυπριακή– αναζητείται. Παρά τα μεγάλα λόγια για κοινή στρατηγική, μοιάζει να απουσιάζει η οποιαδήποτε πολιτική, υπεράσπισης των συμφερόντων Ελλάδας και Κύπρου, πέρα από ευχολόγια και καλλιέργεια ψευδαισθήσεων για μια ακόμη φορά. Κανείς δεν έχει πει δημόσια τι λύση επιδιώκουμε, με ποιο κόστος και σε ποιον ορίζοντα. Η «απελευθέρωση από την κατοχή» είναι απαγορευμένος στόχος. Στήριξη των προσπαθειών του γ.γ. του ΟΗΕ, λένε οι πολιτικοί, και αυτό το βαφτίζουν ρεαλισμό, έτοιμοι όχι να διαμορφώσουν αλλά να αποδεχθούν ότι τους παρουσιαστεί ως λύση.

5. Συρία, Ισραήλ, Τουρκία: Ο ανταγωνισμός γίνεται στρατηγικός

Η ενίσχυση της τουρκικής παρουσίας στη Συρία έχει ήδη αποτέλεσμα όχι μόνο την de facto κατοχή εδαφών στα βόρεια της Συρίας αλλά πλέον και την υποταγή των Κούρδων στο καθεστώς αλ Σάραα. Δεν μιλάμε πια για τριβές δύο περιφερειακών παικτών, αλλά για αντιπαράθεση με στρατηγικά χαρακτηριστικά, την οποία ο ίδιος ο επικυρίαρχος (ΗΠΑ) θεωρεί ότι πρέπει να διαχειριστεί κατευναστικά.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η βαθύτερη στρατιωτική συνεργασία Ελλάδας-Ισραήλ δεν είναι μια σκέτα αμυντική επιλογή όπως παρουσιάζεται. Εντάσσει την Αθήνα σε συγκεκριμένο στρατόπεδο μιας σύγκρουσης που δεν είναι δική της, και μετατρέπει τα ελληνοτουρκικά από διμερές ζήτημα κυριαρχίας σε επιμέρους κεφάλαιο μιας ευρύτερης γεωπολιτικής αναμέτρησης. Δηλαδή όποτε αλλάζει η ισορροπία Άγκυρας-Τελ Αβίβ, θα αλλάζει και η θέση μας – χωρίς εμείς να έχουμε συμμετάσχει στην απόφαση. Δεν είναι αυτό ενίσχυση του εθνικού συμφέροντος. Είναι υποθήκευσή του σε ξένο χαρτοφυλάκιο.

Η ουσία

Το καλοκαίρι του 2026 σηματοδοτεί ένα πέρασμα από τα μεμονωμένα επεισόδια σε έναν αγώνα διαμόρφωσης του νέου περιφερειακού συσχετισμού ισχύος. Χωρίς εντυπωσιακά γεγονότα, αλλά όχι χωρίς τετελεσμένα.

Η Τουρκία δεν εγκατέλειψε καμία διεκδίκηση στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Επιχειρεί να τις θεσμοποιήσει, διευρύνοντας ταυτόχρονα το στρατηγικό της αποτύπωμα από τη Λιβύη και τη Συρία μέχρι τον Καύκασο και τη Μέση Ανατολή. Η Δύση –όχι εν μπλοκ, με εμφανείς τριβές– ψάχνει τρόπο να αποδεχθεί αυτόν τον νέο συσχετισμό. Και εδώ βρίσκεται η καρδιά του προβλήματος: η Δύση χρειάζεται ολοένα περισσότερο την Τουρκία ως περιφερειακή δύναμη, ενώ η Τουρκία χρειάζεται ολοένα λιγότερο να λειτουργεί ως πειθαρχημένο εξάρτημά της.

Τα «ήρεμα νερά», που ούτως ή άλλως μας τελείωσαν, αποδείχθηκαν με τον πλέον εμφανή τρόπο ό,τι ήταν εξαρχής: Όχι περίοδος επίλυσης αντιθέσεων, αλλά ευκαιρία να προετοιμαστούν οι όροι μιας επόμενης διευθέτησης με κυρίαρχο ρόλο της Άγκυρας.

Στην Ελλάδα, εν τω μεταξύ, η συζήτηση εξαντλείται στο αν οι ΗΠΑ, η Ε.Ε., η Γαλλία ή –κυρίως πλέον– το Ισραήλ «θα μας στηρίξουν» σε μια μελλοντική κρίση. Λείπει εντελώς από τη συζήτηση το μόνο ερώτημα που έχει σημασία: ποια περιφερειακή αρχιτεκτονική επιχειρείται να διαμορφωθεί στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, και ποια θέση προβλέπεται μέσα σε αυτήν για την Ελλάδα, την Τουρκία και την Κύπρο.

Και ακόμη περισσότερο λείπει μια δική μας πολιτική για όλα αυτά. Χωρίς αυτήν, το μόνο που απομένει είναι να γινόμαστε τυχοδιωκτικά εξάρτημα κάθε φορά του ενός ή του άλλου παίκτη – του Ισραήλ, των ΗΠΑ, της Γαλλίας. Υπονομεύοντας, όχι και τόσο μακροπρόθεσμα, ακριβώς αυτά που υποτίθεται ότι προστατεύουμε.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!