Διαβάζοντας το μυθιστόρημα της Αλεξίας Κέπελη «Η μέντορας», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα, ένιωθα σαν να ρίχνω μια ματιά στο πολύ κοντινό μέλλον. Αυτό το μέλλον που θα έρθει αν δεν ξυπνήσει σύντομα η κοινωνία, η οποία φαίνεται πως πάσχει από μιθριδατισμό. Σιγά-σιγά οι δόσεις του δηλητηρίου που πολτοποιεί τον εγκέφαλό μας αυξάνονται.
Η πίεση της ανάγκης μάς σπρώχνει αδυσώπητα στον ατομισμό. Το «εγώ ελπίζω να τη βολέψω» γίνεται το σύνθημα της κοινωνίας, η οποία γίνεται όλο και πιο σκληρή για τους ευάλωτους.
Το εξαιρετικό αυτό μυθιστόρημα, καλογραμμένο και με σασπένς, δεν λειτουργεί ως αυτοσκοπός για να διαβάσουμε παρακάτω – αλλά γεννά ερωτήματα και βάζει κι εμάς μπροστά στον καθρέφτη: Ως πού μπορούμε να φτάσουμε για να προστατεύσουμε τον εαυτό μας και την οικογένειά μας;
Σε ένα κοντινό μέλλον τα πάντα είναι υπό έλεγχο. Μια ιδιωτική εταιρεία έχει αναλάβει όχι απλώς τη συνεχή παρακολούθηση των πολιτών, αλλά επιβάλλει και τον τρόπο ζωής σε όλους.
Η ηρωίδα, ένας εξαιρετικός και αντιφατικός χαρακτήρας, βγαλμένη από τις καλύτερες παραδόσεις του μυθιστορήματος, είναι κομμάτι του συστήματος που ελέγχει. Είναι μια «ρυθμίστρια» που ονειρεύεται με κάθε μέσον να γίνει «μέντορας» αποκτώντας ακόμη μεγαλύτερη θέση στην Εταιρεία. Ανέβηκε με πολύ κόπο και κόστος την κλίμακα, πουλώντας την ψυχή της στον διάβολο. Η προστασία της μητέρας της που είναι πραγματικά ράκος, και του αδερφού της, που αγαπά μεν, αλλά δεν ανέχεται την αντίστασή του στο σύστημα.
Θα βρεθεί σε μεγάλα διλήμματα, όταν δίνεται η ευκαιρία της ανατροπής. Τι θα πράξει άραγε; Τι θα έπραττε και πράττει ο καθένας από εμάς;
Ένα μυθιστόρημα που θα σας πρότεινα οπωσδήποτε να διαβάσετε…
Όλο αυτό το βιβλίο ήθελα να είναι μια ερώτηση. Κυρίως προς τον εαυτό μας
Ποιες ήταν οι πηγές της ιδέας που σας οδήγησε στη συγγραφή του μυθιστορήματος;
Η αλήθεια είναι ότι σκεφτόμουν τη συγκεκριμένη ιδέα για αρκετό καιρό. Δεν ήμουν απολύτως σίγουρη προς ποια κατεύθυνση θα κινούμουν, ή πώς ακριβώς ήθελα να εκφράσω όσα επεξεργαζόμουν. Οι πρωταρχικές μου σκέψεις αφορούσαν την καθημερινότητά μας. Το πόσο νευρωτικοί έχουμε καταλήξει να είμαστε, πόσο βάναυση έχει γίνει η καθημερινότητα, πόσο σημαντική είναι για πολλούς η επιτυχία, η καριέρα, μια τέλεια (βέβαια ποιος ορίζει το «τέλειο»;) ζωή, με κάθε κόστος. Πώς η αποτυχία (ποιος ορίζει την «αποτυχία»;) οφείλεται απολύτως σε εμάς και στις δικές μας «λάθος» κινήσεις – επαγγελματικές και άλλες. Και τελικά πόσο ασυγκίνητοι στεκόμαστε μπροστά στις μικρές (ή και μεγάλες) βιαιότητες που συμβαίνουν καθημερινά γύρω μας, και ακόμα και σε εμάς τους ίδιους. Ύστερα, λοιπόν, άρχισα να σκέφτομαι πώς κάποιες καταστάσεις κανονικοποιούνται, με τρόπους που συχνά δεν μας είναι φανεροί. Πώς ένας τρόπος ζωής επιβάλλεται σιωπηρά και απαιτεί την προσαρμογή μας. Συνήθως, γράφω για όσα φοβάμαι ή με αγχώνουν. Έτσι, λοιπόν, σήμερα με ανησυχεί η ευκολία με την οποία φαίνεται να αποδεχόμαστε καταστάσεις, να τις υιοθετούμε ως αναμενόμενες ή φυσιολογικές, λέγοντας πως «Ε, έτσι είναι τα πράγματα». Με ανησυχεί η ευκολία με την οποία κοιτάζουμε τη φρίκη και τη βία (κάθε είδους), σαν παρατηρητές, από μακριά, σαν να είναι κάτι που δεν μας αφορά άμεσα. Και με ανησυχεί πολύ που φαίνεται να έχουμε πειστεί ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει εναλλακτική. Ότι ο τρόπος με τον οποίο ζούμε σήμερα, είναι ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορούμε να ζήσουμε.
Η ιδέα μου, λοιπόν, πηγάζει από την καθημερινότητα της Αθήνας, τις συζητήσεις με συνομηλίκους που παλεύουν μέρα με τη μέρα για να γίνει η ζωή τους λίγο καλύτερη, και τις προσωπικές μου ανησυχίες.
Αν και δυστοπία, το μυθιστόρημά σας δεν μοιάζει να απέχει πολύ από τη σημερινή πραγματικότητα. Βαδίζουμε προς τα εκεί; Στον απόλυτο έλεγχο;
Ένας από τους λόγους που δεν ήθελα να τοποθετήσω αυτή την ιστορία σε κάποια μελλοντική κοινωνία, με τεχνολογικές εξελίξεις, ρομπότ κ.ο.κ., ήταν επειδή δεν ήθελα να είναι καθόλου καθησυχαστική. Ήθελα να είναι κάτι που θα μπορούσε να συμβαίνει ακόμα και σήμερα. Που δεν θα ήταν πολύ δύσκολο να το φανταστούμε, επειδή δεν θα ήταν και πολύ μακριά από τη δική μας πραγματικότητα. Δεν ξέρω αν βαδίζουμε προς τον απόλυτο έλεγχο. Πάντως σίγουρα δεν είμαστε ελεύθεροι. Αλλά το ζητούμενο είναι να ρωτάμε «γιατί». Και να αναρωτιόμαστε για τα πάντα. Όλο αυτό το βιβλίο ήθελα να είναι μια ερώτηση. Κυρίως προς τον εαυτό μας.
Πώς θα μπορούσαμε να αλλάξουμε τη ροή των πραγμάτων; Η λογοτεχνία είναι ένας τρόπος;
Νομίζω πως θα επιμείνω στην προηγούμενή μου τοποθέτηση. Βοηθάει πολύ το να αναρωτιόμαστε. Να διαβάζουμε, όχι μόνο περισσότερο, αλλά με ουσιαστικότερο τρόπο. Να αναζητάμε ενεργά απόψεις που μπορεί να συγκρούονται με τις δικές μας και να τις μελετάμε. Να συζητάμε πολύ για όσα θεωρούνται αυτονόητα. Ναι, νομίζω ότι η λογοτεχνία, ως φορέας ελεύθερης σκέψης και ως μέσο έκφρασης, και αυτό ισχύει και για την τέχνη συνολικότερα, είναι ένας τρόπος να συζητήσουμε για όλα όσα συμβαίνουν στον κόσμο. Να θέσουμε ερωτήματα, να εκθέσουμε κακώς κείμενα. Γι’ αυτό, εξάλλου, η τέχνη προκαλεί ανησυχία. Και γι’ αυτό έχουν γίνει και πολλές προσπάθειες στο παρελθόν να φιμωθεί.
Ο τίτλος δεν προδίδει κάπως την εξέλιξη του μυθιστορήματος; Γιατί δεν προτιμήσατε το «Ρυθμίστρια»;
Η επιλογή του τίτλου ήταν αρκετά δύσκολη. Είχαμε σκεφτεί αρχικά τον τίτλο «Οι Ρυθμιστές», αλλά ανακαλύψαμε πως υπήρχε ένα μυθιστόρημα με τον ίδιο ακριβώς. Ωστόσο, όταν αρχίσαμε να συζητάμε τη «Μέντορα» μας φάνηκε ακόμα καλύτερη ιδέα, γιατί κρύβει μια βαθιά ειρωνεία και μια απόλυτη ματαίωση. Ναι, ίσως δίνει μια ιδέα για το πώς θα κινηθεί η ιστορία, αλλά και αυτό ακόμα δεν πειράζει. Νομίζω πως η ηρωίδα μου εξαρχής δεν προσπαθεί να κρύψει το τι είναι. Ανεξάρτητα από το αν εγώ διαγράφω κύκλους γύρω από αυτό.
Διαλέγετε μια πολύ αντιφατική ηρωίδα. Υπάρχει κάποιο δικό σας κομμάτι μέσα σε αυτή;
Η Λητώ είναι ένας από τους πιο παράξενους και δύσκολους χαρακτήρες που έχω σκεφτεί μέχρι σήμερα. Πιο πολύ επειδή εγώ δυσκολεύομαι να την καταλάβω. Δεν θα μπορούσα ποτέ να είμαι έτσι, και σε καμία περίπτωση δεν θα ήθελα ποτέ να πιστέψω ότι θα μπορούσα ποτέ να κάνω όσα κάνει εκείνη. Δεν έχω δοκιμαστεί, βέβαια, στις ίδιες συνθήκες. Αν έχει κάτι δικό μου –που αναγκαστικά θα έχει, γιατί πάντα όσα γράφουμε έχουν στον πυρήνα τους ένα δικό μας κομμάτι– νομίζω πως είναι αυτή η τάση να αναρωτιέμαι και να αμφιταλαντεύομαι. Και ο καφές που της αρέσει να πίνει.






































































