Η πολιτική υποκρισία στο μεγαλείο της στις συνεδριάσεις των υπουργών Εργασίας

Ένα ολόκληρο δεκαήμερο, από τις 10 έως τις 20 Μαρτίου, συζητούσαν οι υπουργοί Εργασίας της Ε.Ε., υπό την προεδρία του Έλληνα ομολόγου τους Γ. Βρούτση, τη στρατηγική για την Ευρώπη 2020. Έβαλαν στο τραπέζι της συζήτησης θέματα για την απασχόληση των νέων και κατέληξαν στην υιοθέτηση Σύστασης σχετικά με ένα «ποιοτικό» (sic) πλαίσιο για τις περιόδους πρακτικής άσκησης.
Τους έπιασε ο πόνος για τους ασκούμενους και αναζητούν και ποιοτική πρακτική άσκηση με συγκεκριμένο πλαίσιο λειτουργίας, κατοχύρωση των νέων και μεγαλύτερη σχέση (όχι βέβαια με την αγορά εργασίας, αυτές είναι ξεχασμένες έννοιες) με την «απασχολησιμότητα». Παρατήρησαν δε ότι στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, όπως το διαμόρφωσαν οι ίδιοι, υπήρχαν δύο ελλείψεις: ανεπαρκές περιεχόμενο μάθησης και ακατάλληλες συνθήκες εργασίας. Τι κατέγραψαν οι υπηρεσίες τους; Τη σκληρή πραγματικότητα είτε των ασκούμενων, είτε των πλήρως απασχολούμενων. Πολύωρη εργασία, μη ικανοποιητική κάλυψη υγείας και ασφάλειας, έκθεση σε επαγγελματικούς κινδύνους, ανεπαρκή ή ανύπαρκτη αμοιβή/αποζημίωση, ασάφειες στη νομική κατάσταση, παράταση της διάρκειας της «μαθητείας» κ.λπ.
Εκεί, λοιπόν, στις Βρυξέλλες, ο κ. Βρούτσης δήλωσε πως «Ένα ποιοτικό πλαίσιο για τις περιόδους άσκησης μπορεί να έχει αποφασιστικό και θετικό αντίκτυπο στις προοπτικές απασχόλησης των ατόμων». Έτσι, οι υπουργοί κατέληξαν σε ένα κείμενο Σύστασης, στο οποίο δίνονται κατευθύνσεις για την εξασφάλιση υψηλού επιπέδου μαθησιακού περιεχομένου και κατάλληλων όρων εργασίας.
Κάπου εδώ όμως άρχισαν να μας μπερδεύουν: Το επίπεδο του μαθησιακού περιεχομένου είναι χαμηλό και δεν εξασφαλίζεται η πολυπόθητη «μετάβαση» των υπό μαθητεία στην πλήρη εργασία; Χάθηκαν, δηλαδή, θέσεις εργασίας επειδή δεν προσφερόταν σωστή κατάρτιση; Μήπως με τη Σύσταση θα καταπολεμηθούν τα παραπάνω φαινόμενα που έχουν γίνει καθημερινή πραγματικότητα – κι όχι μόνο για τους «μαθητευόμενους»; Την ώρα, μάλιστα, που κόπτονται να φορέσουν καπέλο σε ολόκληρη την Ευρώπη έναν κατώτατο (πολύ… κατώτατο όμως) πανευρωπαϊκό μισθό; Αυτό, άραγε, πόσο θα προστατέψει τους καταρτιζόμενους που επιχειρούν τη «μετάβαση» στην απασχόληση;
Και, εντέλει, ποιους κοροϊδεύουν; Για ποια δικαιώματα των «καταρτιζόμενων» ή ακόμη και των ίδιων των εργαζόμενων μιλούν, όταν η νεοφιλελεύθερη πολιτική τους έχει εξαθλιώσει τον μέσο εργαζόμενο, έχει καταβαραθρώσει τους μισθούς, έχει ακυρώσει τις Συλλογικές Συμβάσεις και οι ίδιοι οι εργοδότες έχουν χρησιμοποιήσει τα προγράμματα κατάρτισης ως εργαλείο για περαιτέρω μείωση του κόστους τους;
Μία σύντομη έρευνα του Δρόμου δείχνει ότι, με βάση στοιχεία του Cedefop (Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ανάπτυξη Επαγγελματικής Κατάρτισης), οι ίδιοι οι εργοδότες, ανά την Ευρώπη, δεν επιδιώκουν να παρέχουν προγράμματα συνεχιζόμενης κατάρτισης στους εργαζομένους τους, εκτός εάν αυτά είναι επιδοτούμενα – τρόπος ο οποίος τα χρόνια της κρίσης διευρύνθηκε υπέρ το δέον, δημιουργώντας ένα ιδιότυπο σύστημα δωρεάν ανακύκλωσης φθηνού και παράλληλα καταρτισμένου εργατικού δυναμικού.
Ο συνηθέστερος λόγος που προβάλλουν οι επιχειρήσεις για τη μη παροχή κατάρτισης είναι ότι δεν τη θεωρούν αναγκαία – λιγότερο συχνά αναφέρουν την έλλειψη χρόνου ή το κόστος. Χαρακτηριστικό, μάλιστα, του απαξιωτικού τρόπου που οι επιχειρηματίες βλέπουν τα προγράμματα κατάρτισης -εκτός και εάν είναι πλήρως επιδοτούμενα βέβαια- είναι πως στην ίδια έρευνα (για το σύνολο της Ε.Ε.) μόνο το 12% περίπου των επιχειρήσεων που παρέχουν συνεχιζόμενη κατάρτιση ανέφερε την ύπαρξη συλλογικών συμβάσεων μεταξύ κοινωνικών εταίρων οι οποίες να καλύπτουν τους εργαζόμενους «καταρτιζόμενους».
Όσες ανακοινώσεις κι αν βγάλει για τα πεπραγμένα της η ελληνική προεδρία, οι υπουργοί της Ε.Ε. δεν μπορούν πλέον να κρύψουν πόσο υποκριτικό είναι το ενδιαφέρον τους για την αξία της ίδιας της ζωντανής εργασίας.

Μ.Ε.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!