του Δημήτρη Α. Τραυλού-Τζανετάτου

Ο προεκλογικός αγώνας και το τελικά διαμορφωθέν σκηνικό του συσχετισμού των κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων και της λαϊκής εκπροσώπήσης του στη Βουλή απεικονίζουν πιστά όσο και με ιδιαίτερη ενάργεια την βαθειά κρίση της ελληνικής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, τον «μεταδημοκρατικό εκφυλισμό» της νομιμοποίησης της εντολής αντιπροσώπευσης. Στο νέο αυτό κοινοβουλευτικό τοπίο το ενδιαφέρον επικεντρώνεται σε δύο πρωτόγνωρα φαινόμενα:

1. Στην κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ ως κόμματος εξουσίας. Πρόκειται για «σοκαριστική», πλην όμως όχι ανεξήγητη, απαιτούσα δήθεν ψυχολογική ή ψυχαναλυτική προσέγγιση, εξέλιξη. Το φαινόμενο αυτό οφείλεται βασικά, αν όχι αποκλειστικά, στο γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατόρθωσε να υπερβεί την συγκυριακή, διαμορφωθείσα κατά την δραματική περίοδο της «μνημονιακής κατοχής», μετατροπή του από μικρό κόμμα της Αριστεράς σε κόμμα της κυβερνώσας Αριστεράς και να αποκτήσει μόνιμο, δεσπόζοντα στο χώρο αυτό, χαρακτήρα. Απαραίτητη προϋπόθεση αυτού του φιλόδοξου και ομολογουμένως δυσχερούς εγχειρήματος, μιας τω όντι επίπονης διαδικασίας που θα συναντούσε ισχυρή εσωκομματική αντίσταση από τις «ριζοσπαστικές-αριστερές» συνιστώσες, θα ήταν η συγκράτηση, αν όχι και η ενίσχυση του ρεύματος μετανάστευσης από το ΠΑΣΟΚ, που οδήγησε τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση (Σ. Λυγερός). Η επίτευξη ενός τόσο δυσχερούς και απαιτητικού στόχου θα απαιτούσε μια γενναία και οξυδερκή αντιμετώπιση των πασοκογενών ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ, μια πολιτική ευνοούσας την ενσωμάτωση τους στην νέα κομματική τους οικογένεια. Αυτό θα σήμαινε άνοιγμα του ΣΥΡΙΖΑ στην εγγραφή τους ως νέων μελών και όχι απλή ένταξη σε αυτό πρώην ηγετικών προσώπων ή γνωστών στελεχών του ΠΑΣΟΚ. Αντ’ αυτού επικράτησε ένα κλίμα καχυποψίας και ιδεολογικής περιχαράκωσης, με αποτέλεσμα, οι «πράσινοι μετανάστες», απογοητευμένοι και νοιώθοντας ότι αποτελούν «ξένο σώμα» στον ΣΥΡΙΖΑ, να τον εγκαταλείπουν μαζικά, προς διάφορες κατευθύνσεις.

Από την άλλη, ωστόσο, πλευρά η επικρατούσα αναποφασιστικότητα ως προς τον πολιτικοϊδεολογικό προσανατολισμό του ΣΥΡΙΖΑ, η διαμορφωθείσα σχιζοειδής κατάσταση αμφιταλάντευσης μεταξύ μετασχηματισμού σε ένα κόμμα σοσιαλιστικού προσανατολισμού, διεκδικούντος ηγεμονικό ρόλο στον χώρο αυτό και ενός κόμματος μιας «ανανεωτικής-ριζοσπαστικής Αριστεράς», χωρίς αποσαφήνιση εάν θα παραμείνει εγκλωβισμένη σε μια ελιτίστικη αυταρέσκεια και αυτοαναφορικότητα, εμμένουσα στον εγκιβωτισμό της σε προωθούμενα από τον νεοφιλελεύθερο, εμφανιζόμενο ως Woke, καπιταλισμό ιδεολογήματα (δικαιωματισμός, πολιτική ορθότητα, κουλτούρα ακύρωσης, πολιτική κλιματικής ουδετερότητας, εταιρική κοινωνική ευθύνη), προσκολλημένη σε μετανεωτερικές, «μετακαπιταλιστικές», κοσμοπολιτικές και «ευρωεμμονικές» ιδεοληψίες, και υποβαθμίζουσα την άρρηκτη, διαλεκτική σχέση εθνικού και κοινωνικού στοιχείου ή μιας πραγματικά ριζοσπαστικής, αντιπαγκοσμιοποιητικής και αντικαπιταλιστικής Αριστεράς. Κοντολογίς η αμφιταλάντευση αυτή, ιδίως δε η ασάφεια και η σύγχυση σχετικά με την ταυτότητα του ριζοσπαστικού-αριστερού στοιχείου, απετέλεσαν τον καταλύτη που οδήγησε στην εκλογική κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ. Η σχιζοειδής αυτή κατάσταση, που συνεχίστηκε οιονεί αυτοκαταστροφικά, μετά την ήττα του 2019, πέραν των όποιων σοβαρών «ολισθημάτων» ή «αυτογκόλ» κατά τη διάρκεια του προεκλογικού αγώνα, οδήγησε δίκην νομοτέλειας στην έχουσα χαρακτηριστικά κατακρήμνισης του ΣΥΡΙΖΑ ως κόμματος εξουσίας, παρούσα κρίση. Μια κρίση η οποία, χωρίς γενναία αυτοκριτική, βαθιές τομές, στρατηγική σκέψη, χωρίς υπέρβαση των ιδεολογικών αγκυλώσεων του «μικρού ΣΥΡΙΖΑ», χωρίς, τέλος, αποσαφήνιση, εκφραζόμενη, προγραμματικά και πρακτικά, του αριστερού, ιδεολογικοπολιτικού προσανατολισμού του μπορεί να οδηγήσει σε αδιέξοδες και ανεξέλεγκτες καταστάσεις και πιθανή διάσπαση.

Η αντιμετώπιση των «Σπαρτιατών» και γενικότερα των εχθρικών προς τη δημοκρατία κομμάτων, εφόσον δεν αποτελούν αποδεδειγμένα εγκληματικές οργανώσεις, δεν πρέπει να γίνεται με καταφυγή σε νομικές μεθοδεύσεις, μάλιστα αμφιλεγόμενες συνταγματικά. Η πλέον πρόσφορη αποτελεσματική και σύμφωνη με το καθεστώς της πολυκομματικής δημοκρατίας, λύση πρέπει να είναι πολιτική, να πλήττει το κακό στις ρίζες του, δηλαδή να αντιμετωπίζει τα οικονομικά και κοινωνικά αίτια που το γεννούν, το εκτρέφουν και το αναπαράγουν

2. Το δεύτερο «αναπάντεχο» και καινοφανές, προκύψαν από τις εκλογές, γεγονός υπήρξε η είσοδος τριών επιπλέον μικρών κομμάτων, εκπροσωπούντων τόσο και κυρίως την πέραν της Ν.Δ. Δεξιά όσο και την συγγενή προς ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ Αριστερά. Η οκταμελής αυτή Βουλή, θεωρήθηκε από μερίδα δημοσιογράφων, πολιτικών, ακόμη και ταγμένων υπέρ της ευνοούσας την κομματική πολυφωνία, απλής αναλογικής (!), ως αρνητική για την λειτουργία του κοινοβουλίου και του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος εξέλιξη, προκαλούσα πέραν των όποιων άλλων «δυσλειτουργιών» και χωροταξικά ζητήματα! Ταυτοχρόνως αντικείμενο ζωηρής συζήτησης απετέλεσε η εκλογή του κόμματος των «Σπαρτιατών» και η δυνατότητα αποκλεισμού του από τη Βουλή λόγω θεώρησης του ως συγκαλυμμένου υποκατάστατου του απαγορευμένου κόμματος της Χρυσής Αυγής (Στίγκας ως αχυράνθρωπος Κασιδιάρη). Σχετικά πρέπει συνοπτικά να σημειωθούν τα εξής:

Καταρχάς ανεξαρτήτως των όποιων χωροταξικών προβλημάτων ή συναφών «δυσλειτουργιών» πρέπει να επισημανθεί ότι η πολυκομματική Βουλή δεν υπονομεύει την αντιπροσωπευτική δημοκρατία αλλά αντιθέτως την ενισχύει και αναζωογονεί. Αποτελεί κοινό τόπο για την πολιτειολογία και την συνταγματική θεωρία ότι το δημοκρατικό πολίτευμα ως «πολιτεία των πολιτικών κομμάτων» είναι συνυφασμένο με τον κομματικό πλουραλισμό. Έτσι, όσο πιο ευρύς είναι ο κομματικός χώρος έκφρασης της αντιπροσωπευτικής εντολής τόσο ενισχύεται η νομιμοποιητική λειτουργία του κομματικού συστήματος. Αντιθέτως, ο περιορισμός της εκπροσώπησης σε μικρό αριθμό κομμάτων πολλώ μάλλον σε ένα «πολυσυλλεκτικό» δικομματισμό, μειώνει την πολυφωνία του πολιτικού συστήματος και εξασθενίζει την νομιμοποιητική βάση της αντιπροσωπευτικής αρχής. Όπως παρατηρείται εύστοχα «ο ολιγοκομματισμός όμως σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το κόμμα είναι το κύριο πεδίο δραστηριοποίησης του homo politicus, έχει μια βαρυσήμαντη συνέπεια: το κομματικό σύστημα δεν μπορεί να είναι ο καθρέπτης, δηλαδή η έκφραση όλου του περισσότερο ή λιγότερο πλούσιου ιδεολογικού και πολιτικού πλουραλισμού της κοινωνίας» (Δ. Τσάτσος, 2010). Από την άλλη πλευρά όσο ενισχυτικός της δημοκρατικής νομιμοποίησης της εντολής αντιπροσώπευσης, ευπρόσδεκτος και φιλικός προς τη Δημοκρατία και να είναι ο πολυκομματισμός, δεν πρέπει να παροραθεί το γεγονός ότι η διαμόρφωσή του στη παρούσα Βουλή οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην κρίση της ιδεολογικοπολιτικής ταυτότητας των μαζικών κομμάτων εξουσίας, ιδίως εκείνων της «σοσιαλδημοκρατική-σοσιαλιστικής» και «ριζοσπαστικής-ανανεωτικής Αριστεράς».

Σύμφωνα με τα παραπάνω, η προκύψασα από τις πρόσφατες εκλογές οκταμελής Βουλή, ανεξαρτήτως των όποιων χωροταξικών προβλημάτων ή συναφών δυσλειτουργιών, δεν αποτελεί ένα παθογενές, αρνητικό για τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, φαινόμενο. Αντιθέτως, καθώς διευρύνει την νομιμοποιητική βάση της αντιπροσωπευτικής αρχής και ενισχύει την τελολογική λειτουργία του πολιτικού κόμματος, συμβάλλει σημαντικά στην εύρυθμη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Εξάλλου, η όποια στροφή προς την αποσταθεροποιητική της πολυκομματικής δημοκρατικής κανονικότητας, ακροδεξιά, υπήρξε σε σημαντικό βαθμό απότοκος της κρίσης ιδεολογικοπολιτικής και αξιακής ταυτότητας των κρατούντων, ερωτοτροπούντων με το «ακραίο κέντρο», κομμάτων εξουσίας, πρωταγωνιστούντος βεβαίως εκείνων της «κυβερνώσας Αριστεράς».

3. Από την άλλη πλευρά έντονος υπήρξε ο προβληματισμός για την είσοδο στη Βουλή του κόμματος «Σπαρτιάτες» λόγω θεώρησής του ως «Δούρειου Ίππου», ως μεταμφιεσμένης παραλλαγής του απαγορευμένου κόμματος Κασιδιάρη. Στο πλαίσιο αυτό υποστηρίχθηκε από σημαντικό μέρος ειδικών και μη ειδικών η ανάγκη προσφυγής στο εκλογοδικείο, μέσω υποβολής ισάριθμων προς τους βουλευτές του κόμματος «Σπαρτιάτες» ατομικών ενστάσεων, για την ακύρωση της εκλογής τους. Μια τέτοια, ωστόσο, προσφυγή δεν φαίνεται να συνιστά με την ενδεδειγμένη, λυσιτελή και σύμφωνη με τη βασική αρχή της πολυκομματικής Δημοκρατίας, αντιμετώπιση του κρίσιμου αυτού ζητήματος. Τούτο δε καθώς ένα τέτοιο εγχείρημα θα προσέκρουε σε δυσυπέρβλητα νομικά εμπόδια, αφορώντα κυρίως το κρίσιμο ζήτημα της αρμοδιότητας του εκλογοδικείου. Αλλά, και αν ακόμη, σε περίπτωση υποβολής των σχετικών ενστάσεων το εκλογοδικείο, κατά τον έλεγχο νομιμότητας της απόφασης του Α΄ Τμήματος του Α.Π. που επέτρεψε στους «Σπαρτιάτες» την κάθοδο στις εκλογές, αποφαινόταν διαφορετικά, θα ανέκυπτε πιθανότατα ζήτημα ακύρωσης των εκλογών και επανάληψής τους σε όλη την επικράτεια, με ευνόητες τις γενικότερες αποσταθεροποιητικές συνέπειες. Βεβαίως έχει υποστηριχθεί ως εναλλακτική λύση η, νομικά και πρακτικά, προβληματική και καινοφανής για τα εκλογικά δεδομένα ανακατανομή των εδρών που θα χηρέψουν και αναλογικής (;) προσθήκης τους στα υπόλοιπα κόμματα. Η τυχόν υιοθέτηση αυτής της λύσης θα είχε, βεβαίως, ως αποτέλεσμα την μέσω δικαστικής απόφασης αλλαγή του προκύψαντος από τις εκλογές συσχετισμού των πολιτικών δυνάμεων και συνακολούθως αλλοίωση της σύνθεσης της Βουλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε από τη λαϊκή βούληση, πράγμα δυσχερώς συμβατό, αν όχι ασύμβατο, με το πολίτευμα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.

4. Για όλους τους παραπάνω λόγους η αντιμετώπιση των «Σπαρτιατών» και γενικότερα των εχθρικών προς τη δημοκρατία κομμάτων, εφόσον δεν αποτελούν αποδεδειγμένα εγκληματικές οργανώσεις, δεν πρέπει να γίνεται με καταφυγή σε νομικές μεθοδεύσεις, μάλιστα αμφιλεγόμενες συνταγματικά. Η πλέον πρόσφορη αποτελεσματική και σύμφωνη με το καθεστώς της πολυκομματικής δημοκρατίας, λύση πρέπει να είναι πολιτική, να πλήττει το κακό στις ρίζες του, δηλαδή να αντιμετωπίζει τα οικονομικά και κοινωνικά αίτια που το γεννούν, το εκτρέφουν και το αναπαράγουν. Βεβαίως ένα τέτοιο εγχείρημα, καθώς συνδέεται με το γενικότερο, κρίσιμο ζήτημα της «μεταδημοκρατικής μετάλλαξης» του πολιτεύματος, ειδικότερα δε με την κρίση του κομματικού φαινομένου, επιχειρούμενο μάλιστα στη σύγχρονη συγκυρία της πολυκρίσης του καπιταλιστικού συστήματος, είναι ιδιαιτέρως πολύπλοκο και δυσχερές. Αυτό δεν σημαίνει όμως απεμπόληση της όποιας δυνατότητας αποτόλμησης και πραγματοποίησης μικρών βημάτων προς την κατεύθυνση αυτή. Πάντως μετά την απόρριψη από την, κινούμενη αναλόγως με τις σκοπιμότητες της πολιτικής συγκυρίας μεταξύ απαγόρευσης και μη απαγόρευσης συμμετοχής ακροδεξιών μορφωμάτων στις εκλογές, κυβέρνηση της επιλογής δικαστικοποίησης του επίμαχου ζητήματος και εφόσον έχει παρέλθει η προθεσμία υποβολής των σχετικών ενστάσεων στο εκλογοδικείο, η εικόνα της Βουλής παραμένει όπως αυτή προέκυψε από τις πρόσφατες εκλογές. Εξάλλου, στο, εμφανιζόμενο ως «οιονεί παρθενογέννητο», κόμμα των «Σπαρτιατών», εναπόκειται, αν κατά πόσο θα κατορθώσει να αποτινάξει την, όχι αβάσιμη, μομφή ότι αποτελεί ακροδεξιό μόρφωμα και μάλιστα υποκατάστατο της νεοναζιστικής και απαγορευμένης Χρυσής Αυγής.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!