Με αφορμή την τηλεοπτική συνέντευξη του Σταύρου Θεοδωράκη

Του Γιώργου Παπαϊωάννου

«Σε όλες όμως τις περιπτώσεις, ο αντιλαϊκιστικός λόγος ενεργοποιεί μια βασική αφετηριακή πεποίθηση: ότι ο λαϊκισμός και ιδιαίτερα ένας αριστερόστροφος ή προοδευτικός / αντιστασιακός λαϊκισμός, συνιστά εδώ και καιρό τον κύριο στρατηγικό εχθρό κάθε έλλογης πολιτικής, κάθε μεταρρυθμιστικής αγαθής βούλησης».

«Ο αντιλαϊκιστικός λόγος διεκδικεί πια με τη μεγαλύτερη ένταση το μονοπώλιο της ορθής χρήσης του δημόσιου λόγου και της πρακτικής πολιτικής φρόνησης. Εκδηλώνεται συγχρόνως ως η αυταπόδεικτη αλήθεια του πραγματικού, των όρων ύπαρξης και συγκρότησης της πραγματικής ζωής απέναντι στις «ονειροβασίες» των αντιπάλων του».
Νικόλας Σεβαστάκης

Οι παραπάνω φράσεις δεν έχουν γραφτεί πρόσφατα αλλά έρχονται στο μυαλό όταν ακούει κανείς τον πολιτικό λόγο του Σταύρου Θεοδωράκη. Άλλωστε ο ίδιος είχε ξεκαθαρίσει από την αρχή ότι βασικός του αντίπαλος θα είναι ο λαϊκισμός.
Στην πρώτη, από τη στιγμή που ίδρυσε το νέο φορέα, τηλεοπτική συνέντευξη του Στ. Θεοδωράκη (στη Σοφία Παπαϊωάννου και τον Alpha) δήλωσε ότι έχει μισήσει δύο πράγματα: το λαϊκισμό και τα στρατόπεδα. Για να επικεντρωθεί στη συνέχεια στο διαχωρισμό από τα στρατόπεδα της Δεξιάς και της Αριστεράς, και την αναζήτηση του «νέου» και «διαφορετικού».

Δεν είναι πρώτη φορά που εμφανίζονται ανάλογες κινήσεις στην πολιτική ζωή. Ο Δ. Αβραμόπουλος, αρκετά χρόνια πριν, ίδρυσε το κόμμα του, υποσχόμενος να τα βάλει με το παλιό πολιτικό σύστημα. Πιο πρόσφατα, ο Θ. Τζήμερος εμφανίστηκε κατακεραυνώνοντας τα κόμματα και τους επαγγελματίες πολιτικούς και διακήρυξε για μια φορά ακόμα την είσοδο των απλών πολιτών στην πολιτική.
Κοινή συνισταμένη μιας σειράς τέτοιων κινήσεων και σήμερα του νεοεμφανιζόμενου Ποταμιού, η συστηματική αποφυγή κάθε αιχμής για κρίσιμα ζητήματα και κυρίως για τις ευθύνες της εγχώριας ελίτ αλλά και της διεθνούς χρεοκρατίας για την κατάσταση της χώρας.

Πρόσφατα, ο Γ. Βαρουφάκης άσκησε κριτική στον Στ. Θεοδωράκη πως δεν μιλά για το μεγάλο παρασιτισμό (αυτόν που συνδέεται με τα μεγάλα συμφέροντα) αλλά μόνο για τον μικρό, εκείνον που έχει να κάνει με μεμονωμένους πολίτες ή συντεχνίες. Απαντώντας, ο Στ. Θεοδωράκης με επιστολή του σε αυτή την κριτική, δεν βρίσκει πολλά να πει για τον μεγάλο παρασιτισμό, πέρα από κάποιες γενικότητες περί αξιοκρατίας, διαφάνειας και κομματικού κράτους για να επανέλθει αμέσως δριμύτερος γύρω από τις ευθύνες των επαγγελματικών συντεχνιών και κυρίως… του ΣΥΡΙΖΑ.

Ας επανέλθουμε, όμως, στην πρόσφατη συνέντευξη. Η Ν.Δ. και ο ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκαν από κοινού στο στόχαστρο, μια και αυτές είναι οι βασικές πολιτικές δυνάμεις. Βέβαια, οι περισσότερες κατηγορίες εκτοξεύονταν κυρίως προς τον δεύτερο και μάλιστα με ιδιαίτερη τέχνη. Ήταν χαρακτηριστικό ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αποφεύγονταν συστηματικά να κατονομαστεί αλλά φωτογραφίζονταν διαρκώς σαν «κάποιοι που υπόσχονται ότι θα λύσουν ως διά μαγείας όλα τα προβλήματα», «ένα κόμμα που λέει να ζήσουμε με τα λεφτά των Γερμανών» και άλλα καθόλου λαϊκιστικά…

Κατά τα άλλα, πέρα από χιλιοειπωμένες αναφορές στην ανάπτυξη, τη φορολογία ή το εκλογικό σύστημα, τι πραγματικά νέο διατυπώθηκε σε αυτή την πρώτη τηλεοπτική εμφάνιση; Τίποτα πέρα από την προβολή ενός προφίλ του ικανού, του άξιου, του νέου… Όταν αυτά διακηρύσσονται αλλά με κανέναν τρόπο δεν τεκμηριώνονται, τι άλλο αποτελούν, πέρα από τον απόλυτο «λαϊκισμό», έστω και με άρωμα αντιλαϊκισμού;

Ένας «κλασικός λαϊκιστής» τοποθετήθηκε πιο περιγραφικά: «Το Ποτάμι δημιουργήθηκε για να μη μπορέσουν οι πολίτες να περάσουν στην απέναντι όχθη». Συνωμοσιολογία; Σίγουρα, για κάποιους ναι. Αλλά γιατί δεν είναι αφελής ή λαϊκιστική η άποψη ότι μια τέτοια κίνηση σκοπεύει, οπωσδήποτε, να σώσει τη χώρα μακριά από κάθε είδους άλλες πολιτικές στοχεύσεις και υπολογισμούς;

Ωστόσο, οφείλει κανείς να αναρωτηθεί πού βασίζεται η όποια επιρροή εμφανίζει η κίνηση του Στ. Θεοδωράκη. Η προβολή που απολαμβάνει δεν αρκεί σαν μοναδική απάντηση. Ο ίδιος ο νέος αρχηγός διατύπωσε μια θέση που έχει ενδιαφέρον: «Ούτε το δεξιό 25% μπορεί να αλλάξει τη χώρα, ούτε το αριστερό 25%… Η χώρα θα αλλάξει μόνο αν κινητοποιηθεί το 51% της κοινωνίας» και έκανε λόγο για «ένα πανίσχυρο μπλοκ πολιτικής εξουσίας». Πρόκειται για μια ανάγκη που εντοπίζεται και φυσικά διαστρέφεται, αλλά δεν παύει να είναι πραγματική και όσο δεν απαντιέται πρακτικά και πειστικά, θα υπάρχει έδαφος για τον αντιλαϊκιστικό λαϊκισμό…

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!