Πιστεύοντας ότι η ερμηνεία της ΚΟΕ για τις πρόσφατες εκλογές –καθώς και η στάση της μπροστά στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση– παρουσιάζει ενδιαφέρον για το αναγνωστικό κοινό του Δρόμου, δημοσιεύουμε στο σημερινό φύλλο τη σχετική ανακοίνωση. Το κείμενο αποδίδεται εδώ σε συντετμημένη μορφή. Στην ολότητά του μπορεί να αναζητηθεί στην ιστοσελίδα της ΚΟΕ (koel.gr) και στην αντίστοιχη σελίδα στο facebook (www.facebook.com/KOEGreece).

Το εκλογικό αποτέλεσμα και η έκπληξη που προκάλεσε αναδεικνύουν πολλαπλά μηνύματα. Τα κόμματα, άλλα για να περισώσουν κάτι κι άλλα για να κατοχυρώσουν κέρδη, ρίχνονται στη «μάχη» των δεύτερων εκλογών χωρίς πολλά-πολλά. Η πραγματικότητα όμως πιέζει για βαθιά και ουσιαστικά συμπεράσματα. Στις γραμμές που ακολουθούν καταθέτουμε ορισμένες πρώτες σκέψεις και εκτιμήσεις. Θεωρούμε όμως δεδομένο ότι θα χρειαστεί στην πορεία να συνεκτιμηθούν κι άλλες πλευρές, να  προκύψουν αρκετά ακόμα συμπεράσματα, αλλά και να καθοριστεί μια στάση στο έδαφος της νέας πολιτικής κατάστασης.

1. Το εκλογικό αποτέλεσμα διέπεται από μια λογική, και αυτή πρέπει και μπορεί να εντοπιστεί

Η απώλεια ψυχραιμίας, η αγανάκτηση για τον λαό και το ανάθεμα σε αυτόν, όπως και οι κραυγές για «ορμπανοποίηση» και «ερντογανοποίηση», εκφράζουν την αδυναμία να εξηγηθεί η πραγματικότητα. Οι πανηγυρισμοί όσων αύξησαν λίγο τα ποσοστά τους, αδιαφορώντας τελείως για τη συνολική εικόνα και τον «μπλε χάρτη», ή και οι αλληλοκατηγορίες (ΣΥΡΙΖΑ εναντίον ΠΑΣΟΚ, ΜέΡΑ25 εναντίον ΣΥΡΙΖΑ που «δεν ήθελε σύγκλιση» κ.λπ.), δείχνουν ακόμα μια φορά πως ουσιαστικά κανένα μήνυμα δεν εισπράττεται, κανένα συμπέρασμα δεν βγαίνει για το τι και γιατί συνέβη: γιατί νίκησε συντριπτικά η Ν.Δ. και καταποντίστηκε ο ΣΥΡΙΖΑ, και τι αντανακλούν τα δύο αυτά γεγονότα.

Το συγκεκριμένο αποτέλεσμα, που δεν προβλέφθηκε από κανέναν, καταγράφει μια μεγάλη και συντριπτική αλλαγή συσχετισμού ανάμεσα στα συστημικά κόμματα. Δίνει ηγεμονική θέση στη Ν.Δ., και δημιουργεί όρους μεγαλύτερης συρρίκνωσης του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν ήταν ορατό, επειδή δεν είχαν εντοπιστεί και εκτιμηθεί σημαντικές διεργασίες στο κοινωνικό επίπεδο και στην κοινωνική συνείδηση. Κι αν είχαν επισημανθεί ορισμένες τάσεις, δεν είχε διαπιστωθεί η πολιτική τους σημασία. Είμαστε μπροστά σε βαθύτερες διεργασίες, που συντελούνται μεν μέσα από πολιτικά «επεισόδια», αλλά δεν ερμηνεύονται μόνο από αυτά. Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα στην ανάλυση και τον εντοπισμό.

2. Διαμορφώνεται η επαναφορά πιο κλασικών εκδοχών του πολιτικού συστήματος (Ν.Δ., ΠΑΣΟΚ), ενώ κλείνει πιο αποφασιστικά ένας σχεδόν 15ετής κύκλος

Κλείνει ένας κύκλος αντιμνημονιακών αγώνων, ανάθεσης στον ΣΥΡΙΖΑ, δοκιμασίας της «παγκοσμιοποιητικής αριστεράς» σε κυβερνητική θέση και πλήρους ενσωμάτωσής της, και στη συνέχεια έλλειψης οποιασδήποτε ουσιαστικής αντιπολίτευσης απέναντι στη Ν.Δ. και τον Μητσοτάκη. Κι όχι μόνο αυτό: βάθυναν τα χαρακτηριστικά της ήττας και της διάλυσης. Φάνηκε έτσι ξεκάθαρα η αναξιοπιστία του ΣΥΡΙΖΑ, και πρόβαλε ως «μικρότερο κακό» για ευρύτερα στρώματα η διαχειριστική ιδιότητα ενός κεντροδεξιού κόμματος υπό τον Μητσοτάκη.

Σε βαθύτερο επίπεδο, μέσα στην κοινωνία –έστω αυτήν που ψήφισε– και σε συνθήκες υποχώρησης και ήττας ενός μεγάλου κύκλου (την οποία πολλοί αριστεροί δεν θέλουν να καταλάβουν, ούτε να εξηγήσουν) μοιάζει «λογικό» να εκφραστεί στο επίπεδο αυτό μια πολιτική συντηρητικοποίηση – η οποία είναι κάτι διαφορετικό από την κοινωνική συντηρητικοποίηση. Η πολιτική συμπεριφορά εκτείνεται σε πιο ρεαλιστικές, κυνικές, διαχειριστικές, προσαρμοστικές λογικές. Επιλέγει τελείως τακτικά και έξω από σκληρά ιδεολογικά ή πολιτικά πλαίσια, ανάμεσα σε μια δοκιμασμένη διαχείριση και στην κοροϊδία συριζικού στιλ, τη στιγμή που στα ουσιαστικά θέματα οι πολιτικές των δύο δεν διαφέρουν.

Ενώ, όμως, επιστρέφουμε έτσι σε πιο κλασικές μορφές του αστικού πολιτικού συστήματος, δεν διαμορφώνεται άμεσα ένα δικομματικό τοπίο. Το θέμα είναι σοβαρό, επειδή στην Ελλάδα παραδοσιακά η ισορροπία του συστήματος εξασφαλίζεται μέσα από τον δικομματισμό ή διπολισμό με μια Δεξιά-Κεντροδεξιά και έναν κεντροαριστερό πόλο. Ο δεύτερος αυτός πόλος ήταν μέχρι τώρα απαραίτητος για την απορρόφηση κραδασμών κάθε είδους. Τώρα, ιδιαίτερα μετά και τις δεύτερες κάλπες με ενισχυμένη αναλογική, θα έχουμε έναν παντοδύναμο δεξιό πόλο και δύο πολύ μικρότερους σχηματισμούς στον χώρο της Κεντροαριστεράς. Το γεγονός αυτό θα προκαλέσει εξελίξεις, μετακινήσεις και τακτικές κινήσεις σε πολλά επίπεδα, παρά το γεγονός ότι και τα τρία κόμματα κινούνται σε ένα καθορισμένο συναινετικό πλαίσιο.

Το συγκεκριμένο αποτέλεσμα δεν ήταν ορατό, επειδή δεν είχαν εκτιμηθεί σημαντικές διεργασίες στην κοινωνική συνείδηση. Κι αν είχαν επισημανθεί ορισμένες τάσεις, δεν είχε διαπιστωθεί η πολιτική τους σημασία

3. Μέσα σε αυτό το φόντο, χρειάζεται να επιμείνουμε στο τι συντελέστηκε σε κοινωνικό επίπεδο, στις βαθύτερες διεργασίες

Δεν έχουν εξαχθεί ουσιαστικά συμπεράσματα για το τι δοκιμάστηκε από το 2010 και ύστερα, τι απέτυχε και γιατί. Η απάντηση στο τι χρειάζεται για να αποτρέψουμε το μπλοκάρισμα δεν είναι εύκολη υπόθεση. Οι αναγκαίες προϋποθέσεις δεν υπήρξαν σε συνειδησιακό και πολιτικό επίπεδο. Επειδή, σε μια σύνθετη κατάσταση όπου συνυπήρχαν διαλυτικά στοιχεία σε κοινωνικό επίπεδο, διάχυτη και σκόρπια αντίσταση, θηριώδης χειραγώγηση και προβολή ενός μοντέρνου ατομοκεντρισμού από πολιτικό σύστημα, κυρίαρχα ΜΜΕ, κύκλους ΜΚΟ κ.λπ., ήταν ολοφάνερο ότι είναι υπεραναγκαίες βαθύτερες αναδιατάξεις και μεταστροφές. Οι οποίες αφορούσαν όλους τους δραστήριους ανθρώπους, και τους λιγότερο δραστήριους, τη διανόηση, τα κινήματα και τα μετέωρα στρώματα. Αναδιατάξεις και στις δυνάμεις που θέλουν να παίξουν κάποιο ρόλο. Φυσικά και σε εμάς τους ίδιους: κανείς δεν εξαιρείται. Αυτές δεν μπορούσαν να συντελεστούν μέσω ευκολιών, εξυπνακισμών, τρικ και άθλιων εκλογικών σκοπιμοτήτων, ούτε μέσω της ιδιώτευσης, του στρουθοκαμηλισμού, του μιθριδατισμού κ.λπ. Αυτό που λείπει έπρεπε να επισημανθεί, και οι λύσεις πρέπει να βρεθούν σχεδόν από την αρχή.

4. Σε πολιτικό επίπεδο, τους τελευταίους δύο μήνες παίχτηκαν πολλά, και το αποτέλεσμα δεν είχε προδιαγραφεί

Η πολιτική δεν είναι ευθεία αντανάκλαση των ταξικών διαχωρισμών και συμφερόντων ή της φτωχοποίησης και της οργής, ούτε ευθεία αντανάκλαση της οικονομίας. Μετά τα Τέμπη η Ν.Δ. όντως βρέθηκε σε ελεύθερη πτώση, την οποία μόνο η πολιτική μπόρεσε να σταματήσει. Όχι απλώς η πολιτική της Ν.Δ.: ολόκληρο το πολιτικό σύστημα και τα ΜΜΕ στρατεύτηκαν να αντιμετωπίσουν τη γενική κατακραυγή, και όλοι (συμπεριλαμβανομένου και του «ταξικού» ΚΚΕ) επέδειξαν κοσμιότητα, υπεύθυνη στάση. Κανένας δεν έθεσε ζήτημα «να φύγει ο Μητσοτάκης», να προκηρυχθούν άμεσα εκλογές. Έτσι δόθηκε χρόνος και ανάσα στη Ν.Δ. να αντιμετωπίσει τη ραγδαία πτώση, και με το κατάλληλο «μασάζ» να πραγματοποιήσει μια εκλογική καμπάνια σχεδόν ανενόχλητη.

Επιπλέον, η αναξιοπιστία και η ανικανότητα του ΣΥΡΙΖΑ ήταν κραυγαλέες: επιφανειακός αντιμητσοτακισμός, χωρίς προβολή καμίας εναλλακτικής, σε πλήρη αντίθεση με την κούραση του κόσμου από την αναξιοπιστία. Όταν η προηγούμενη θητεία του ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε ξεχαστεί, δεν ήθελε και πολύ με Πολάκη, Γεωργούλη, Φίλη για εθνικά, Τσακαλώτο για οικονομία, Τσίπρα για κυβέρνηση συνεργασίας/ανοχής/ειδικού σκοπού, ψήφους Χρυσής Αυγής κ.λπ., και τέλος Κατρούγκαλο, να δυναμώσουν οι τάσεις ενίσχυσης της Ν.Δ. και απόλυτης πτώσης του ΣΥΡΙΖΑ.

Εδώ να σημειώσουμε ότι παραμένει μεγάλος ο αριθμός των πολιτών που συνειδητά δεν ψηφίζει επειδή δεν τον εκφράζει κανείς και νιώθει ότι όλοι τον κοροϊδεύουν, ή έχει εχθρική στάση προς το πολιτικό σύστημα γενικά. Μεγάλος είναι και ο αριθμός ψήφων και το ποσοστό που συγκεντρώνουν όλα τα ψηφοδέλτια που έμειναν εκτός Βουλής (16%), ενώ αύξηση είχαν και τα άκυρα ψηφοδέλτια.

5. Η αυτονομία της πολιτικής επέδρασε και σε ένα άλλο επίπεδο, αυτό της προοπτικής κυβερνήσεων συνεργασίας

Πριν δύο μήνες η προοπτική αυτή ήταν με έντονο τρόπο στην ημερήσια διάταξη. Ο Μητσοτάκης έδειχνε συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ (οι υποκλοπές όμως δημιούργησαν άλλους όρους), ο ΣΥΡΙΖΑ ανακάλυψε έναν σοσιαλδημοκράτη «φυσικό σύμμαχο», το ΠΑΣΟΚ δήλωνε ευθέως ότι θα συνεργαστεί με το πρώτο κόμμα. Τόσο ο Μητσοτάκης όσο και ο Τσίπρας ήθελαν να αποφύγουν την παγίδευση σε μια κυβέρνηση συνεργασίας που θα τους απέκλειε και τους δύο ώστε να πριμοδοτηθεί μια άλλη προσωπικότητα. Στην πορεία, το ΠΑΣΟΚ απομακρύνθηκε από τη Ν.Δ., ζητούσε με οξύτητα κυβέρνηση από την πρώτη Κυριακή χωρίς Μητσοτάκη και Τσίπρα. Ο Τσίπρας προς το τέλος το «τερμάτισε» μιλώντας για κυβερνήσεις ανοχής ή και ειδικού σκοπού. Και ο Μητσοτάκης, μετρώντας όλα τα δεδομένα, έθεσε προς το τέλος με αποφασιστικότητα τον στόχο της αυτοδυναμίας, που πριν δύο μήνες φάνταζε απραγματοποίητος.

Τα επιδόματα και η προσαρμοστικότητα, με μπόλικο κυνισμό αφού δεν υπήρχε άλλη εναλλακτική, τα απανωτά αυτογκόλ του επιφανειακού αντιμητσοτακισμού του ΣΥΡΙΖΑ και οι γνωστές μπανανόφλουδες του Βαρουφάκη, βοήθησαν τη μέγιστη συσπείρωση της Ν.Δ. Ο Μητσοτάκης έπαιξε καλύτερα το πολιτικό χαρτί, και θα είναι –για κάποιο διάστημα– το βασικό κανάλι διαχείρισης για το «βαθύ σύστημα», η αναγκαία διαμεσολάβηση σε πολιτικό επίπεδο. Το βαθύ σύστημα είχε προετοιμαστεί για όλα τα ενδεχόμενα, και δεν ένιωθε κάποια απειλή: ο αμερικάνικος παράγοντας έδειξε «αυστηρή ουδετερότητα», ο ευρωπαϊκός έσπρωξε όσο μπορούσε τον Ανδρουλάκη, και ο Στουρνάρας δεν ανησυχούσε καθόλου…

6. Όσα όμως παίχτηκαν το τελευταίο δίμηνο δεν αρκούν, αν αφαιρέσουμε το πλαίσιο που είχε ήδη διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια

Δεν είναι δηλαδή μόνο κάποιες αστοχίες ή αυτογκόλ του ΣΥΡΙΖΑ που οδήγησαν στη σημερινή του κατάρρευση. Με την «κωλοτούμπα» (που έγινε και διεθνής πολιτικός όρος) του τρίτου μνημονίου, ο ΣΥΡΙΖΑ οδήγησε στην αναστήλωση του πολιτικού συστήματος και ενός νέου συστημικού διπολισμού. Αυτό επικυρώθηκε από τις εκλογές εξομάλυνσης του Σεπτεμβρίου 2015 και στη συνέχεια, μέσα από τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, «αναστήθηκε» η Ν.Δ. του Μητσοτάκη αξιοποιώντας όσα συνέβησαν – και ιδιαίτερα την υπογραφή της Συμφωνίας των Πρεσπών, την τραγωδία στο Μάτι και την αλαζονεία που έδειξε ο ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στον λαό. Ακολούθησε η διακυβέρνηση Ν.Δ. με δύο τεράστιας σημασίας γεγονότα: το ένα ήταν η πανδημία και η διαχείρισή της μέσα από ένα καθεστώς «έκτακτης ανάγκης», και το άλλο ο πόλεμος στην Ουκρανία, που επίσης διαμόρφωσε ένα ειδικό καθεστώς στη Δύση μέσα από ένα νέο ψυχροπολεμικό κλίμα.

Και στα δύο αυτά γεγονότα υπήρξε μεγάλη σύμπνοια και συναίνεση ολόκληρου του πολιτικού συστήματος στην Ελλάδα. Ειδικά ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ψέλλισε τίποτα διαφορετικό για την πανδημία (μάλιστα στα ψηφοδέλτιά του φιγουράρισαν ορισμένοι από τους πιο ακραιφνείς υποστηρικτές ακραίων μέτρων διαχωρισμού και καταστολής), στο θέμα του πολέμου είχε καθαρά φιλοΝΑΤΟϊκή στάση, ενώ από την εποχή των Πρεσπών η κυβέρνησή του είχε καταγραφεί ως μια από τις πιο φιλικές προς τις ΗΠΑ στην περιοχή. Δεν χρειάζεται λοιπόν να πέφτει κανείς από τα σύννεφα για το γεγονός ότι αρκετοί πολίτες επέλεξαν τη «λιγότερο ψευδεπίγραφη» παράταξη, τον πιο αυθεντικό εκφραστή ενός συστήματος που μοιάζει όσο ποτέ ενιαίο.

Δεν χρειάζεται να πέφτει κανείς από τα σύννεφα για το γεγονός ότι αρκετοί πολίτες επέλεξαν τη «λιγότερο ψευδεπίγραφη» παράταξη, τον πιο αυθεντικό εκφραστή ενός συστήματος που μοιάζει όσο ποτέ ενιαίο

7. Υπάρχουν ουσιαστικές πλευρές που εσκεμμένα κρατήθηκαν, από όλους τους μετέχοντες στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό, σε κατάσταση ελάχιστης ορατότητας

Το υπαρξιακό πρόβλημα της χώρας αποκρύπτεται. Δόθηκε μια πλαστή εικόνα καλυτέρευσης, στην οποία πρωταγωνιστούν παρασιτικά, νεοπλουτικά και παραδοσιακά αστικά και μεσοαστικά στρώματα, που επιδεικνύουν τη χλιδή τους. Αποκρύφθηκαν τα σχέδια αναδασμών και εθνικών παραχωρήσεων στο Αιγαίο και την Κύπρο, που είναι στην ημερήσια διάταξη (η μόνη ροζ περιοχή στον εκλογικό χάρτη, η Ροδόπη, χτυπά κι αυτή, με έναν περίεργο τρόπο, το καμπανάκι…). Με αυτά τα ζητήματα θα αναμετρηθεί η νέα κυβέρνηση Μητσοτάκη και ολόκληρο το πολιτικό σύστημα. Μόνο που αυτά τα ζητήματα απαιτούν άλλα, δύσκολα πράγματα: ένα κίνημα εθνικό και κοινωνικό ταυτόχρονα, όχι με τις δύο αυτές σφαίρες σε διαζύγιο. Γι’ αυτή την ανάγκη συνεχίζουν να αδιαφορούν τα πολιτικά κόμματα. Στο ντιμπέιτ φάνηκε κραυγαλέα η σιωπή για την εθνική διάσταση και η υποτίμηση του κινδύνου από τον τουρκικό επεκτατισμό(πρωταγωνίστησαν μάλιστα οι κ.κ. Κουτσούμπας και Βαρουφάκης). Ο Ανδρουλάκης τα θεώρησε όλα ευρωπαϊκή υπόθεση, ενώ ο Τσίπρας δεν ψέλλισε ούτε λέξη γι’ αυτά.

8. Και ο μήνας που διανύουμε θα είναι ένας πολιτικός μήνας, αφού στην ιδιότυπη νέα προεκλογική περίοδο θα προωθηθούν πολιτικά σχέδια

Αναφερόμαστε στα σχέδια της Ν.Δ. για πλήρη επικράτηση, του ΣΥΡΙΖΑ για αποτροπή περαιτέρω καθίζησης, του ΠΑΣΟΚ για μείωση της διαφοράς με τον ΣΥΡΙΖΑ, των ΚΚΕ και Ελληνικής Λύσης για διατήρηση δυνάμεων, και των κομμάτων που πλησίασαν το 3% για είσοδο στη Βουλή. Ο ανταγωνισμός θα εξελιχθεί στα γνωστά πλαίσια, με ένταση όμως διάφορων διλημμάτων. Όλα αυτά χωρίς να έχουν βγει ουσιαστικά συμπεράσματα, και συγκαλύπτοντας το ποια είναι τα κεντρικά προβλήματα της χώρας και της κοινωνίας. Η «στέγη» που προσφέρει μια αυτοδύναμη κυβέρνηση μπροστά στα ταρακουνήματα που θα έρθουν δεν είναι ασφαλής, ούτε δίνει κάποια προοπτική. Τα διλήμματα που θα προβάλλει ο ΣΥΡΙΖΑ αφορούν μόνο στη διάσωσή του και τίποτα άλλο, ενώ λείπει η στοιχειώδης αυτοκριτική για όσα έκανε, πώς άνοιξε το δρόμο στη Ν.Δ., πώς διέλυσε και διάβρωσε την κοινωνική διαθεσιμότητα. Ούτε είναι φραγμός στη Ν.Δ. απλώς η είσοδος στη Βουλή όσων δεν τα κατάφεραν στις πρώτες εκλογές. Ο φραγμός στη Ν.Δ. και στο πολιτικό σύστημα, η αντιμετώπιση του υπαρξιακού προβλήματος της χώρας, η παρεμπόδιση του αναδασμού που είναι προ των θυρών σε Αιγαίο και Κύπρο, το περαιτέρω άδειασμα της δημοκρατίας, η επίλυση του κοινωνικού ζητήματος, απαιτούν άλλες, πολλές προϋποθέσεις για τις οποίες κάναμε λόγο.

9. Ξανά: Αυτό που λείπει – Ψηφίζουμε την κάλυψη αυτής της έλλειψης!

Πριν τις εκλογές γράφαμε: «Τι χρειαζόμαστε και δεν το έχουμε; Μια εναλλακτική πρόταση στο υπαρξιακό πρόβλημα της χώρας και της κοινωνίας. Μια πρόταση, ένα σχέδιο εθνικής κυριαρχίας της Ελλάδας μέσα σε έναν κόσμο που αλλάζει, με ενεργοποιημένο τον λαϊκό παράγοντ. Ένα εθνικό και κοινωνικό ως προς τον χαρακτήρα του κίνημα, ένα πολιτικό κίνημα που να ξεπεράσει τις “παθογένειες” του μεταπρατικού ημιαποικιακού πολιτικού συστήματος της χώρας, τέτοιο που να βάλει τέλος στο ειδικό καθεστώς το οποίο έχει εγκαθιδρυθεί από το 2010 και δώθε. Χρειαζόμαστε ένα σχέδιο εθνικής κυριαρχίας με πραγματική δημοκρατία, με νέα πολιτεία, με κοινωνική δικαιοσύνη, με νέο παραγωγικό σύστημα προσαρμοσμένο στις ανάγκες της χώρας, με ειρήνη και αποτροπή κάθε εθνικής απειλής, με πολιτιστική και πνευματική αναγέννηση. Ψηφίζουμε την κάλυψη αυτής έλλειψης. Η ελευθερία και η χειραφέτηση δεν χαρίστηκαν ποτέ, σε κανέναν. Είναι διαρκής αγώνας, διαρκής διαδικασία».

Τώρα, μετά το εκλογικό αποτέλεσμα και μέσα σε νέα προεκλογική περίοδο, συμπληρώνουμε με έμφαση: Διαχωριζόμαστε αποφασιστικά από τη λογική της «ευκαιρίας», της ευκολίας, των στερεοτύπων, της γενικής αφηρημένης καταγγελίας, που δεν δημιουργεί προϋποθέσεις για μια άλλη λύση. Είναι σήμερα αναγκαίο να σκεφτούμε με όρους δομικών προσδιορισμών, κριτηρίων και προϋποθέσεων ώστε να απαντηθούν τα κεντρικά προβλήματα. Δεν μπορούμε να υποβιβάσουμε το πρόβλημα στον συνδυασμό μιας κοινοβουλευτικής ευκαιρίας και της διάθεσης «μια νύχτα μαγική» να αλλάξουν όλα, ίσως και «σε 24 ώρες», από μια «καλή κυβέρνηση». Αυτός ο τύπος «ευκαιρίας» δεν είναι λύση, δεν προσθέτει. Αντίθετα, αφαιρεί όρους, δυσκολεύει. Θέλουμε να πορευτούμε μαζί με πολλούς, χωρίς όμως να ξεχνάμε το τι είναι σήμερα αναγκαίο για να δοθεί μια πραγματική διέξοδος, με τον ίδιο τον λαό στο προσκήνιο, και με την αναγκαία σύζευξη του κοινωνικού με το εθνικό. Χωρίς τη συνείδηση αυτής της ανάγκης, απομακρύνονται οι όροι απάντησης των κρίσιμων ζητημάτων για τον λαό και τη χώρα.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!