Σε λιγότερο από ενάμιση μήνα, στις 29 Νοεμβρίου, θα πραγματοποιηθούν στο ισπανικό κράτος οι πρόωρες βουλευτικές εκλογές που προκάλεσε ο απερχόμενος Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ, μετά την απόρριψη από τη βουλή δύο κυβερνητικών νομοσχεδίων για την ανακοπή της οικιστικής κρίσης και των μαζικών εξώσεων*. Η κεντροαριστερή κυβέρνηση συνασπισμού, με κορμό το σοσιαλιστικό κόμμα του Σάντσεθ (PSOE) και με την υποστήριξη της ισπανικής αριστεράς και των αυτονομιστικών κινημάτων, πραγματοποίησε έτσι μια αναγκαστική «ηρωική έξοδο». Στόχος του Σάντσεθ είναι πλέον να συγκρατήσει κατά το δυνατόν τα ποσοστά του PSOE αποψιλώνοντας τους συμμάχους του, και να εξακολουθήσει έτσι να παίζει ρόλο στην επόμενη μέρα.

Θρυαλλίδα όλων αυτών των εξελίξεων, που δεν ήταν στο πρόγραμμα ούτε του κυβερνητικού μπλοκ ούτε της δεξιάς και ακροδεξιάς αντιπολίτευσης, υπήρξε το κίνημα που ξέσπασε ενάντια στις εξώσεις με αφορμή την εκδίωξη μιας 87χρονης από το διαμέρισμα στο οποίο έμενε από τη δεκαετία του 1950. Ο Σάντσεθ και το PSOE είδαν στο κίνημα αυτό την ευκαιρία να αλλάξουν τη δυσμενή γι’ αυτούς πολιτική ατζέντα (διαφθορά κ.λπ.), εμφανιζόμενοι ως φιλολαϊκή δύναμη που υποστηρίζει τις μεγάλες κινητοποιήσεις ενάντια στις εξώσεις. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι επί κυβερνήσεων Σάντσεθ υλοποιούνται ανενόχλητα και βίαια από τις «αγορές» χιλιάδες εξώσεις κάθε χρόνο.

Στην πραγματικότητα, μέσα σε λίγες μέρες το ανανεωμένο κίνημα κατά των εξώσεων πέτυχε ό,τι δεν έπραξαν επί 8 χρόνια ο Σάντσεθ και οι σύμμαχοί του. Καταρχήν απέσπασε από τα όρνια των «αγορών» το δικαίωμα της 87χρονης Μαρικάρμεν Αμπασκάλ να επιστρέψει στο σπίτι από το οποίο οι αστυνομικοί την έβγαλαν κυριολεκτικά σηκωτή (δεν επέστρεψε όμως καθώς, ταλαιπωρημένη, πέθανε στο νοσοκομείο…). Κυρίως όμως επανέφερε ως κεντρικό ζήτημα αυτό της οικιστικής κρίσης, που ταλαιπωρεί εκατομμύρια υπηκόων του ισπανικού Στέμματος κι έχει σπρώξει δεκάδες χιλιάδες οικογένειες στους δρόμους. Το πρόβλημα που αντιμετωπίζει τώρα αυτή η κοινωνική κινητοποίηση είναι η πίεση που δέχεται προκειμένου να παραιτηθεί από τον αυτόνομο ρόλο της και στηρίξει το «μικρότερο κακό» ενώπιον της απειλής επανόδου στην εξουσία μιας εκδικητικής δεξιάς…

Το σπιράλ του αδιεξόδου

Στο ισπανικό κράτος οι λαϊκές τάξεις εδώ και χρόνια ταλανίζονται από το μοντέλο «ο τουρισμός υπεράνω όλων». Το μοντέλο αυτό έχει διευκολύνει την επέλαση εταιριών που νομότυπα (στην περίπτωση της Μαρικάρμεν, υπερτριπλασιάζοντας το ενοίκιο) διώχνουν τους ενοίκους από τα σπίτια τους προκειμένου να τα μετατρέψουν σε τουριστικά καταλύματα – ή και για να «ανακαινίσουν» ολόκληρες γειτονιές αδειάζοντάς τες από πληβείους και εποικίζοντάς τες με εύπορα στρώματα, ξένους κ.λπ. Έτσι το δικαίωμα στην κατοικία έχει καταστεί απαγορευτικό για εκατομμύρια πολιτών, καθώς τα ενοίκια έχουν εκτοξευθεί και τα στεγαστικά δάνεια απευθύνονται μόνο σε πλούσιους. Αυτήν την κατάσταση απλώς «διαχειριζόταν» επί 8 και πλέον χρόνια η κεντροαριστερή συγκυβέρνηση, που τώρα υποχρεώθηκε από τις κινητοποιήσεις να προωθήσει δύο σχετικά νομοσχέδια (τα οποία δεν εγκρίθηκαν από τη βουλή, και αντικαταστάθηκαν από διατάγματα που θα πρέπει να εγκριθούν από την επόμενη βουλή).

Το ιστορικό κίνημα ενάντια στις εξώσεις, αναζωογονημένο χάρη στην «εισβολή» σε αυτό εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων οι οποίοι οργίστηκαν από την έξωση της 87χρονης, πέτυχε ήδη πολλά: ανάγκασε μεταξύ άλλων την κυβέρνηση Σάντσεθ να αναλάβει πρωτοβουλίες, και υποχρέωσε τα παραλυμένα συνδικάτα και την αριστερά –που έως τώρα περιορίζονταν σε παρακάλια προς την κυβέρνηση– να πάρουν ανοιχτά θέση υπέρ του «πεζοδρομίου». Το πρόβλημα είναι πως τώρα «υποδεικνύεται» ξανά στο ρεύμα διαμαρτυρίας (από τους συνυπεύθυνους για την απελπιστική κατάσταση εκατομμυρίων ανθρώπων) ότι η μοναδική λύση είναι να επενδυθούν πάλι όλα στην κάλπη. Και μάλιστα σε μια συγκυρία πολλαπλής κρίσης, κι ενώ κάθε πλευρά να πλασάρεται ως το «μικρότερο κακό» από τον αντίπαλο, προκειμένου να αντιμετωπίσει την παγιωμένη πλέον απογοήτευση των πολιτών από τις αλλεπάλληλες διαψεύσεις των εκάστοτε προεκλογικών υποσχέσεων. Έτσι οι προσδοκίες για μια πιο ανθρώπινη ζωή πέφτουν μονίμως σε τοίχο: Η δεξιά και η κεντροαριστερά εναλλάσσονται στη διακυβέρνηση, η απογοήτευση ανανεώνεται, και το σπιράλ του αδιεξόδου συνεχίζει την καθοδική πορεία του.

Αυτοεκπληρούμενη προφητεία;

Το γκρίζο τοπίο μιας κανονικότητας που είχε διαταραχθεί από τις αστραπές του μαζικού κινήματος επανέρχεται στις δημοσκοπήσεις – οι οποίες φιλοδοξούν να λειτουργήσουν ως αυτοεκπληρούμενες προφητείες. Σύμφωνα με αυτές, το δεξιό Λαϊκό Κόμμα (ΡΡ) προσεγγίζει το επίπεδο των εκλογών του 2023 με 32-33%, ενώ το ακροδεξιό Vox ενισχύεται σημαντικά, φτάνοντας το 18-19% (συν 2% το επίσης ακροδεξιό SALF). Στο λεγόμενο προοδευτικό στρατόπεδο, τo PSOE πέφτει στο 27-28% (από σχεδόν 32% το 2023), ενώ το αριστερό «Πλατύ Μέτωπο», διάδοχος του Sumar, καταρρέει στο 7% από 12% (συν 3% οι Podemos, που έχουν διαφοροποιηθεί). Τα αυτονομιστικά κόμματα (Καταλανοί, Βάσκοι κ.ά.) φαίνονται να συγκρατούν εύκολα τα ποσοστά του 2023.

Εάν αυτές οι προγνώσεις επιβεβαιωθούν, η δεξιά και η ακροδεξιά θα έχουν από κοινού απόλυτη πλειοψηφία στη νέα βουλή. Και η εκλογική επένδυση στο λεγόμενο μικρότερο κακό θα αποδειχθεί άλλη μια χαμένη ευκαιρία. Ακόμη κι αν το «βαθύ κράτος» θεωρήσει προτιμότερη μια πιο… υβριδική πολιτική λύση, που θα αφήνει απ’ έξω την ακροδεξιά (ως πολύτιμη εφεδρεία που θα εξακολουθήσει να φουσκώνει, ενώ ξεφούσκωσε π.χ. στη Σουηδία με το που στήριξε κοινοβουλευτικά την κεντροδεξιά κυβέρνηση μειοψηφίας). Σε κάθε περίπτωση, μια νέα και ακόμη πιο δύσκολη περίοδος ανοίγεται για τους υπηκόους της Μαδρίτης – δηλαδή ενός καθεστώτος που αποτελεί άμεσο κληρονόμο της δικτατορίας του Φράνκο, και σαν τέτοιο «έχει τον τρόπο του» να μένει αλώβητο και να προωθεί τα συμφέροντα των όρνεων…

* «Ισπανία: Αναδιάταξη υπό πίεση» (φύλλο 792).

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!