Η υπόθεση Νετανιάχου έφερε ξανά στην επιφάνεια ένα μεγάλο κενό στο Διεθνές Δίκαιο και αφορά την εφαρμογή των αποφάσεών του που είναι η έλλειψη μηχανισμού επιβολής των αποφάσεών του.
Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο έχει εκδώσει ένταλμα σύλληψης για τον Ισραηλινό πρωθυπουργό, Μπενιαμίν Νετανιάχου, αλλά το ερώτημα είναι ποιος θα το εκτελέσει καθώς το Καταστατικό της Ρώμης είναι σαφές για τα κράτη που έχουν προσχωρήσει σε αυτό. Δηλαδή, τα κράτη-μέλη οφείλουν να συνεργάζονται με το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων και σε ζητήματα σύλληψης και παράδοσης προσώπων που καταζητούνται.
Τι γίνεται, όμως, εάν ένα κράτος-μέλος αρνηθεί να συνεργαστεί; Το άρθρο 87(7) προβλέπει ότι το Δικαστήριο μπορεί να διαπιστώσει τη μη συμμόρφωση και να παραπέμψει το θέμα στη Συνέλευση των κρατών-μελών. Κι εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση. Το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει ένταλμα και να ζητήσει από ένα κράτος να συλλάβει έναν κατηγορούμενο. Όμως, δεν διαθέτει δική του αστυνομική δύναμη για να τον συλλάβει. Αν ένα κράτος αρνηθεί, το Δικαστήριο έχει περιορισμένα μέσα για να το εξαναγκάσει.
Στην περίπτωση Νετανιάχου υπάρχει και μια σημαντική λεπτομέρεια˙ το Ισραήλ δεν είναι μέλος του Καταστατικού της Ρώμης. άρα, δεν έχει την ίδια υποχρέωση συνεργασίας που έχουν τα κράτη-μέλη. Αν, όμως, ο Νετανιάχου βρεθεί σε χώρα που έχει προσχωρήσει στο Καταστατικό, τότε η συγκεκριμένη χώρα βρίσκεται μπροστά στις δικές της υποχρεώσεις.
Και κάπου εδώ αρχίζει η πολιτική, αφού άλλο είναι να υπάρχει ένας κανόνας στο χαρτί και άλλο να μπορείς να τον εφαρμόσεις στην πράξη. Η υπόθεση Νετανιάχου δείχνει ακριβώς αυτή την αδυναμία. Το Διεθνές Δίκαιο μπορεί να λέει «οφείλεις», αλλά όταν ένα κράτος αποφασίσει να μην υπακούσει, το ερώτημα παραμένει αναπάντητο: ποιος μπορεί πραγματικά να το υποχρεώσει;
Ένα διεθνές δικαστήριο χωρίς πραγματική δύναμη επιβολής εξαρτάται τελικά από την πολιτική βούληση των ίδιων των κρατών.






































































