Του Μανώλη Κυπραίου. Πάνε κοντά δύο μήνες που η ελληνική κοινωνία ζει από πολλαπλές κατευθύνσεις την κλιμάκωση της βίας, που είναι ολοφάνερο πως έχει ένα στόχο και χιλιάδες θύματα. Ο στόχος αυτός δεν είναι άλλος παρά η υποταγή.

Μέσα σε αυτό τον ορυμαγδό, ήρθαν να προστεθούν: τρεις πολιτικές δολοφονίες, μια ακόμη παράσταση συγκρούσεως μεταξύ κυβέρνησης και τρόικα με τίτλο: «Τραβάτε με κι ας κλαίω» και μια «καταδρομική επέμβαση» των ΜΑΤ για την κατάληψη του κτιρίου της ΕΡΤ.
Φυσικά όλα αυτά, ούτε αποτελούν μια περίτεχνη μαθηματική άσκηση, ούτε είναι ασύνδετα μεταξύ τους. Εμπεριέχουν όλα ένα πολύ σημαντικό στοιχείο: τη βία. Μια βία καλυμμένη με χίλια-μύρια πρόσωπα, κάτω από γραπτούς και άγραφους νόμους, ξεχνώντας φυσικά τους δύο σημαντικότερους και ηθικότερους νόμους όλων: το δίκαιο του ανθρώπου και της πλειοψηφίας.
Η υπόθεση της ΕΡΤ και η επέμβαση των δυνάμεων των ΜΑΤ, την περασμένη Πέμπτη, ήταν και αυτή μια από της μορφές βίας. Η κυβέρνηση μέσα σε αυτή την πραγματικά έκρυθμη κατάσταση, με τον λαό να έχει ξεπεράσει τις αντοχές του, αποφάσισε να ρίξει όχι λάδι, αλλά κηροζίνη στη φωτιά.
Κατάφερε ένα καίριο πλήγμα «στις δυνάμεις της ανομίας», «εφαρμόζοντας το νόμο» όπως διατείνονταν επίσημα και ανεπίσημα κυβερνητικά στελέχη. Τι σπουδαίο επίτευγμα, αλήθεια. Κατάφερε να… συλλάβει ένα κτίριο και όσους από το προσωπικό της ΕΡΤ είχαν βάρδια εκείνη τη στιγμή. Έτσι, το παρανομούν κτίριο και οι συνένοχοι αυτού, έπεσαν στην «τσιμπίδα της Δικαιοσύνης» και η περιουσία του λαού θα επιστρέψει στο λαό (sic).

Αριστοφανική κωμωδία
Από το «μαύρο» της 11ης Ιουνίου και μέχρι τον επίλογο της 7ης Νοεμβρίου, είχε προηγηθεί μια κυριολεκτικά αριστοφανική κωμωδία. Μια πλήρως παράνομη πράξη, ένα νέο δημιούργημα ονόματι «Δημόσια Τηλεόραση», μια σειρά καταγέλαστων και διάτρητων προκηρύξεων, ώρες επί ωρών ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές συνεντεύξεις, εκατοντάδες (ίσως και χιλιάδες) άρθρα όπου αυτόκλητα το «αποφασίζομεν και διατάσσομεν» κρινόταν ως νόμιμο και ηθικό. Ακόμη και σήμερα οι νομικοί προσπαθούν να βρουν πού ακριβώς στηρίζεται και ποια νομική λογική ακολουθεί το νέο κυβερνητικό τηλεοπτικό μόρφωμα.
Και ο λαός; Ο ελληνικός λαός πού ήταν;
Ποιος Έλληνας πολίτης ρωτήθηκε για το τι επιθυμεί; Με ποιο δικαίωμα η κυβέρνηση στέρησε ένα δημόσιο αγαθό από τον πολίτη των Φερρών έως τον πολίτη στην Γαύδο; Από τον ομογενή στη Νέα Υόρκη έως το Τόκιο;
Φυσικά απάντηση σε όλα αυτά δεν μπορεί να δοθεί, γιατί δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο πολιτική απόφαση. Και η απόφαση αυτή δεν είναι ούτε νόμιμη, ούτε ηθική.
Και επειδή υπάρχει ο αντίλογος, τον οποίο πάντα πρέπει να σεβόμαστε, η ΕΡΤ ποτέ δεν ήταν «παράδεισος». Είχε πολλά προβλήματα. Όχι όμως από το 95% των εργαζομένων αλλά από ένα 5% που ήταν οι εκλεκτοί της κάθε κυβέρνησης. Και κανένα θέμα δεν ονομάζεται πρόβλημα αν δεν έχει τη λύση του. Και λύση θα μπορούσε να βρεθεί «χωρίς ν’ ανοίξει ρουθούνι».
Αντί αυτού όμως, η κυβέρνηση επεδίωξε τη λύση διά της βίας. «Κάτω οι διακόπτες, απολύονται όλοι, στα παλιά μου τα παπούτσια τι θα γίνει». Και αυτή τη φράση δεν τη σχημάτισε ο αρθρογράφος χάριν συντομεύσεως, αλλά τα γεγονότα πέντε μηνών.
Όμως, η κυβέρνηση των κ. Αντ. Σαμαρά και Ευ. Βενιζέλου, που διαθέτει πενήντα μη εκλεγμένους από το λαό βουλευτές, δεν σκέφτηκε τις επιπτώσεις (και) αυτής της ενέργειας, που αν και μικρή σε σχέση με άλλες, έχει ιδιαίτερη σημειολογική και πολιτική σημασία.
Αδιαφόρησε και αδιαφορεί, πιστεύοντας όπως φαίνεται, σε ένα «μεσσιανικό όραμα» που το μόνο που μπορεί να φέρει είναι περισσότερα προβλήματα, των οποίων το μέγεθος δεν έχει συνειδητοποιήσει και ευχόμαστε να το κατανοήσει γρήγορα.
Είναι κυριολεκτικά τραγικό πως κάθε μέρα κάνει οτιδήποτε μπορεί για να επιβεβαιώσει, πρακτικά, πως βλέπει το λαό που της είχε εμπιστευθεί –όπως της είχε εμπιστευθεί– τη διακυβέρνησή του, ως αντίπαλο. Από τις στέπες του Καζακστάν, έως τα καφέ του Κολωνακίου.
Ξεχνούν, όμως, πως κάθε κυβέρνηση είναι υπόλογη στο λαό και στους πολίτες. Είναι υποχρεωμένη να απαντά και να αφουγκράζεται τα προβλήματά του. Είναι υποχρεωμένη να παραιτείται όταν αποτυγχάνει και ο λαός αρνείται πλέον τη διακυβέρνησή του από αυτήν.
Ακόμη κι αν έχει περάσει ένας αιώνας, ένας χρόνος, ένας μήνας, μια ημέρα.
Διαφορετικά, κινδυνεύει ο ηγέτης να μετονομαστεί σε δήμιο και το πολίτευμα από Δημοκρατία σε Δημιοκρατία.
Απ’ όπου κι αν προέρχεται…

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!