Γράφει o Γιώργος Αναγνώστης

Όταν ο Γαλιλαίος, πατήρ, αποφάσιζε ν’ ανασυστήσουν, με την καλλιεργημένη παρέα του, το αρχαίο ελληνικό δράμα στην πληρότητά του, αγνoούσε ότι κατ’ ουσίαν δημιουργούσε ένα καινούργιο και συμβατό προς την εποχή του είδος: την όπερα. Καθ’ όμοιο τρόπο, οι μεσαιωνικοί συμπιλητές επενόησαν εν αγνοία τους νέα λογοτεχνικά είδη και (αν διασπάσουμε, επιτέλους, τον κλοιό που περιφράσσει το αυτόνομο, υποτίθεται, καλλιτεχνικό πεδίο) οι πρωτεργάτες της αβάν γκαρντ επενόησαν μεθόδους τις οποίες σχεδόν αμέσως θ’ απαλλοτρίωνε για τις δικές της, εναντιωματικές επιδιώξεις η διαφήμιση… Ο μεταμεσονύκτιος ανασχηματισμός της κυβέρνησης αποκτά, υπ’ αυτό το πρίσμα, νόημα ευρύτερο της πρόβας τζενεράλε: Δεν είδαμε μόνο να συγκροτείται νύχτα μια κυβέρνηση που θα φύγει νύχτα -έτσι κι αλλιώς (και που πρέπει συνεπώς να προσαρμοστεί εξαρχής, όπως οι νυχτερίδες, στο μαύρο σκοτάδι)- είδαμε και να γεννιέται, καταμεσίς του πολιτικού πεδίου, μια νέα μορφή επιτέλεσης, perfomance, πώς να το πω;
Θεωρούμε προ πολλού δεδομένο ότι ο γελοίος και ληστρικός συρφετός που, κατ’ ευφημισμόν, ονομάζεται «πολιτικό προσωπικό» περιττεύει να χαρακτηρίζεται με δύο, ξεχωριστά ώς προχθές επίθετα: δεν μπορεί πλέον παρά να είναι και γελοίος και ληστρικός, μια και είναι ολοφάνερο ότι ο εφιάλτης υλοποιείται σε κάθε έκφανση της ομογενοποιημένης πραγματικότητας σαν παράσταση τσίρκου, πολλαπλασιάζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο κι όχι αναιρώντας, έστω εν μέρει, το βάρος του. Ο Χίτλερ κι η καρικατούρα του που επενόησε ο Τσάπλιν, ο Χίνκελ, τείνουν να συμπέσουν σε μια, μοναδική φιγούρα κι ίσως έτσι εξηγείται, όπως είπαμε κι άλλοτε, το ότι ο κλόουν κι η μαριονέτα υπήρξαν, εναλλακτικά και ταυτόχρονα, οι κατεξοχήν έμμονες ιδέες της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας την εποχή που εκκολαπτόταν ο κλασικός φασισμός: Ξεκινούσε μια διαδικασία η οποία μόνον τώρα ολοκληρώνεται, κατ’ αναλογίαν προς την περιώνυμη παγκοσμιοποίηση, που είναι βεβαίως η επιτέλους ολοκληρωμένη (με τη μαθηματική έννοια) μορφή του ατελούς ώς προχθές καπιταλισμού.
Οι μορφές που θα λάβει εφεξής η διακυβέρνηση θα προκαλούν εναλλάξ και αδιαχώριστα κύματα θυμηδίας κι απόγνωσης. Το ξέραμε ήδη όταν ο αξιολύπητος και για γέλια που βγαίνουν ξινά, κωμικός κι επικίνδυνος ΓΑΠ συγκροτούσε το πρώτο Υπουργικό Συμβούλιο, μισό στην πίσω αυλή της διαπλοκής (με κονσιλιέρε τον Πάγκαλο) και μισό στο παιδικό του δωμάτιο (με παιδονόμο τον Πάγκαλο, πάλι). Το ξέραμε όταν, επιβεβαιώνοντας τη Χάνα Άρεντ στη δική του θλιβερή μικροκλίμακα, μετονόμαζε τα υπουργεία προσπαθώντας ν’ ακυρώσει κάθε έννοια ιστορικού συνεχούς κι επομένως ευθύνης. Απ’ αυτήν την άποψη, δεν υπήρξε επιδείνωση: ο Τηλέμαχος Χυτήρης ξύρισε το μουστάκι του προαναγγέλλοντας μινιμαλιστική στροφή στο υπουργείο Πολιτισμού (αλλά και συμβολίζοντας την ευκταία λήθη: με μουστάκι, έπρεπε να μας ενημερώνει ακόμη ποιητικότατα για την «άφθονη διούρηση» του Padre Patrone), το υπουργείο διά βίου νηστείας το διαδέχτηκε (στις εμπνεύσεις των ίδιων think tanks) το υπουργείο θαλασσίων επιδρομών κι ο εκτελεστής-μαριονέτα Λοβέρδος, αφού καθάρισε με ασφαλιστικό, συμβάσεις, συντάξεις, μετακινήθηκε προκειμένου να εκτελέσει το συμβόλαιο για τον αφανισμό του ΕΣΥ, ναι, αλλά συγχρόνως ανέλαβε τους ζωτικούς τομείς της υγιεινής διατροφής και της άθλησης…
Επιδείνωση όμως αποτελούν, εν προκειμένω, η συσσώρευση και η άνευ όρων διάχυση: κανένας τομέας του δημόσιου (και, χάρη στα πρωινάδικα, ούτε του ιδιωτικού πλέον) βίου δεν έμεινε άθικτος. Κλόουν παντού, αλλά στημένοι σαν κάτοπτρα απέναντι στην πραγματικότητα: καθώς αντανακλάται πάνω τους (μια και την διαχειρίζονται, υποτίθεται, ή έστω την απηχούν, αποτελώντας έγκυρες, συμπυκνωμένες εκφάνσεις της), γελοιογραφείται κι αναπόφευκτα διαστρεβλώνεται, συσκοτίζεται. Κι οι κλόουν αυτοί, σε αντίθεση με την άλλοτε αφίσα, δεν δακρύζουν ποτέ: δεν έχουν αίσθηση του γελοίου, είναι ταυτοχρόνως αντικαταστάσιμοι κι άτρωτοι.
Θα πρέπει να συμπεράνουμε επομένως (επιστρέφοντας στα «δικά μας», τα «καλλιτεχνικά») ότι και το κατεξοχήν πολιτικής σημασίας, το «στρατευμένο», όπως το λέγαμε, θέατρο, τυποποιημένο επί αιώνες, από τον Φρύνιχο, που με την Μιλήτου άλωσι θύμιζε στους Αθηναίους οικεία κακά, και τον Αισχύλο των Περσών ώς τον Φάις και το έργο του για την Κούνεβα (για να περιοριστούμε στους κλασικούς), ανανεώνει ριζικά τη μορφή και τους τρόπους του: το μέλλον ανήκει στους ανασχηματισμούς επιπέδου Δρούτσα plus Άννα Νταλάρα, στις διευρύνσεις με υπεύθυνους Φώτηδες όλου του φάσματος και, χάρη στη συμβολή της Αριστεράς, στις εκλογές περιφερειαρχών και δημάρχων.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!