Τετρακόσιοι επιτυχόντες δεν γράφτηκαν ποτέ στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Στην Κρήτη, 53 παιδιά που πέτυχαν στις Πανελλαδικές δεν προχώρησαν στην εγγραφή τους και σύμφωνα με την υπουργό Παιδείας, ένας στους 20 επιτυχόντες τελικά δεν εγγράφεται στη σχολή του. Στην Ελλάδα του 2026 δεν αρκεί να περάσεις στο πανεπιστήμιο, πρέπει να έχεις και την οικονομική δυνατότητα να πας και στον τόπο που βρίσκεται το εκπαιδευτικό ίδρυμα. Αυτό είναι το αποτέλεσμα μιας πολιτικής που αντιμετωπίζει τη στέγη ως εμπόρευμα, αφήνει τα ενοίκια να πιέζουν ασφυκτικά τα λαϊκά νοικοκυριά και στη συνέχεια μιλά για αξιοκρατία και ίσες ευκαιρίες. Η αγορά καθορίζει ποιος μπορεί να μείνει, ποιος μπορεί να σπουδάσει και τελικά ποιος έχει δικαίωμα να διεκδικήσει ένα καλύτερο μέλλον.
Η ταξική διαλογή αρχίζει πλέον πριν από την είσοδο στην αγορά εργασίας, για την ακρίβεια αρχίζει μέσα στην ίδια την εκπαίδευση. Το παιδί της εύπορης οικογένειας μπορεί να ακολουθήσει τη σχολή του σε οποιαδήποτε πόλη. Το παιδί της οικογένειας που μετράει τα ευρώ μέχρι το τέλος του μήνα μπορεί να αναγκαστεί να εγκαταλείψει την ίδια ευκαιρία. Ίδια βαθμολογία, διαφορετικές δυνατότητες και, εντέλει, διαφορετικό μέλλον.
Την ίδια στιγμή η κυβέρνηση μπορεί να επικαλείται επιδόματα, προγράμματα και σχεδιασμούς για φοιτητικές εστίες, αλλά και προστασία των ΑΕΙ με πανεπιστημιακή αστυνομία – γιατί, πάνω απ’ όλα, τάξη και ασφάλεια. Όταν, όμως, οι δημόσιες υποδομές στέγασης δεν επαρκούν και το κόστος ζωής γίνεται απαγορευτικό, η πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση δεν σημαίνει πραγματική δυνατότητα φοίτησης. Όταν το πρόβλημα επαναλαμβάνεται σε πανεπιστήμια όλης της χώρας, τότε είναι απόλυτα κοινωνικό και πολιτικό. Όταν η τσέπη καθορίζει την πρόσβαση στη γνώση, η παιδεία παύει να αποτελεί μέσο για να ξεφύγουν οι νέοι από τις κοινωνικές ανισότητες και καταλήγει να αναπαράγει τα προνόμια των οικονομικά ισχυρότερων.



































































