Εργαζόμενοι που κρατούν όρθιες τις υπηρεσίες του κράτους εδώ και χρόνια, εξακολουθούν να ζουν με την αβεβαιότητα της σύμβασης ορισμένου χρόνου. Στην Υπηρεσία Ασύλου και την Αρχή Προσφυγών, άνθρωποι που δουλεύουν ακόμη και δέκα χρόνια για να καλύπτουν σταθερές ανάγκες του υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου ζητούν το αυτονόητο. Ζητούν να σταματήσει η εργασιακή τους ομηρία και να πάρουν σαφείς απαντήσεις για το μέλλον τους.

Αντί γι’ αυτό, καταγγέλλουν ότι ο υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου, Θάνος Πλεύρης, αρνήθηκε να τους συναντήσει, παρ’ ότι είχαν προηγηθεί συζητήσεις και διαβεβαιώσεις ότι θα αναζητηθεί λύση. Οι υποσχέσεις δόθηκαν, οι μήνες πέρασαν, αλλά για τους εργαζομένους δεν άλλαξε τίποτα. Το μόνο που φαίνεται να περισσεύει είναι η αναμονή, ενώ το υπουργείο αποφεύγει να δώσει ένα ξεκάθαρο χρονοδιάγραμμα.

Το σωματείο των εργαζομένων ζητά τη μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου (ΙΔΟΧ) σε αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ). Δεν πρόκειται για ανθρώπους που εμφανίστηκαν χθες στις υπηρεσίες ούτε για εργαζομένους που απασχολούνται περιστασιακά. Όπως τονίζουν, δουλεύουν επί χρόνια, διεκπεραιώνουν τεράστιο όγκο υποθέσεων και καλύπτουν ανάγκες που δεν εξαφανίζονται όταν λήγει μια σύμβαση.

Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση, όπου το κράτος αξιοποιεί την εργασία τους για χρόνια, αλλά αφήνει τους ίδιους ανθρώπους να αναρωτιούνται αν και πότε θα έχουν σταθερή εργασιακή σχέση. Οι υπηρεσίες χρειάζονται τη δουλειά τους, όμως οι εργαζόμενοι καλούνται να ζουν με την ανασφάλεια και να περιμένουν κάθε φορά την επόμενη απόφαση για το εργασιακό τους μέλλον.

Την ίδια ώρα, υπάρχει και μια δικαστική εξέλιξη που δεν μπορεί να παραβλέπεται. Σύμφωνα με το Σωματείο, τον περασμένο Δεκέμβριο εκδόθηκε δικαστική απόφαση υπέρ 252 συμβασιούχων, αριθμός που αντιστοιχεί σε πάνω από τους μισούς εργαζομένους αυτής της κατηγορίας. Παρ’ όλα αυτά, η υπόθεση παραμένει ανοιχτή και οι εργαζόμενοι εξακολουθούν να ζητούν πολιτική λύση και συγκεκριμένες δεσμεύσεις.

Από τις διαβεβαιώσεις στην άρνηση του διαλόγου

Το ιστορικό των επαφών κάνει την κατάσταση ακόμη πιο προκλητική. Τον Μάιο, σύμφωνα με όσα καταγγέλλει το σωματείο, ο υπουργός είχε ενημερώσει τους εργαζομένους ότι θα συζητούσε το ζήτημα με το υπουργείο Εσωτερικών. Τον Ιούνιο, κατά τη συζήτηση του νέου Συμφώνου στη Βουλή, φέρεται να αναγνώρισε ότι είναι παράλογο να παραμένουν συμβασιούχοι και να μίλησε για μια κατάσταση που πρέπει να διορθωθεί.

Αν πράγματι αναγνωρίζεται ότι υπάρχει πρόβλημα, τότε γιατί δεν έχει παρουσιαστεί μέχρι σήμερα μια συγκεκριμένη πρόταση; Γιατί δεν υπάρχει ενημέρωση για το τι συζητήθηκε, ποια εμπόδια υπάρχουν και ποια είναι τα επόμενα βήματα; Κυρίως, όμως, γιατί ένας υπουργός που φέρεται να έχει αναγνωρίσει την ανάγκη αλλαγής αρνείται τώρα να συναντήσει τους ίδιους τους εργαζομένους που ζητούν να μάθουν τι θα γίνει;

Το σωματείο καταγγέλλει ότι ζήτησε συνάντηση για να ενημερωθεί για την πορεία των συζητήσεων και εισέπραξε αρνητική απάντηση. Παράλληλα, θέτει το ερώτημα γιατί η δική τους υπόθεση παραμένει διαρκώς σε εκκρεμότητα, την ώρα που άλλες αντίστοιχες περιπτώσεις έχουν απασχολήσει το υπουργείο Εσωτερικών.

Οι εργαζόμενοι ξεκαθαρίζουν ότι δεν δέχονται να αντιμετωπίζονται σαν να μην υπάρχουν. «Δεν είμαστε “αόρατοι” εργαζόμενοι», τονίζουν, υπενθυμίζοντας ότι εδώ και χρόνια στηρίζουν τη λειτουργία των υπηρεσιών και σηκώνουν το βάρος της καθημερινής δουλειάς. Δεν ζητούν να τους κάνουν χάρη. Ζητούν να σταματήσει η διαρκής εκκρεμότητα και να γνωρίζουν με σαφήνεια τι σχεδιάζει η πολιτική ηγεσία για αυτούς.

Η υπομονή τους, όπως δηλώνουν, έχει πλέον εξαντληθεί. «Η υπομονή μας τελείωσε, εργαζόμαστε στις Υπηρεσίες μας έως και 10 χρόνια!» αναφέρει το σωματείο, προειδοποιώντας ότι, αν συνεχιστεί η άρνηση του διαλόγου, θα προχωρήσει σε κινητοποιήσεις και κλιμάκωση των συνδικαλιστικών δράσεων.

Η κυβέρνηση δεν μπορεί να επικαλείται την ανάγκη εύρυθμης λειτουργίας των υπηρεσιών, όταν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι που τις στηρίζουν καταγγέλλουν ότι παραμένουν σε καθεστώς αβεβαιότητας. Δεν μπορεί να αφήνει να περνούν οι μήνες με γενικές διαβεβαιώσεις, χωρίς ενημέρωση, χωρίς σαφείς απαντήσεις και χωρίς συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα.

Αν οι δεσμεύσεις του υπουργού ήταν ουσιαστικές, πρέπει τώρα να φανούν στην πράξη. Αν άλλαξε κάτι στον σχεδιασμό, οι εργαζόμενοι δικαιούνται να το γνωρίζουν. Η άρνηση μιας συνάντησης δεν λύνει το πρόβλημα· απλώς μεγαλώνει την απόσταση ανάμεσα στην πολιτική ηγεσία και στους ανθρώπους που καλούνται να κρατούν τις υπηρεσίες σε λειτουργία.

Το σωματείο ζητά απαντήσεις και λύση τώρα. Όσο, μάλιστα, αυτές δεν δίνονται, το ερώτημα παραμένει και προβληματίζει τους εργαζόμενους, διερωτώμενοι πόσα χρόνια πρέπει να δουλεύει ένας άνθρωπος για το ίδιο το κράτος, καλύπτοντας σταθερές ανάγκες, για να πάψει να αντιμετωπίζεται ως προσωρινός; 

Λ.Σκ.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!