του Νίκου Γ. Σβορώνου

Δημοσιεύουμε ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Νίκου Γ. Σβορώνου, «Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας», που αναφέρεται στην επανάσταση του 1821 και την περίοδο 1821-1832.

Η Επανάσταση (1821-1824)

Η επανάσταση ξέσπασε σε δυο σημεία: το 1821, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης μπήκε στο Γιάσι και κήρυξε την Επανάσταση στη Μολδαβία και στη Βλαχία. Ένα κίνημα όμως ελληνικού χαρακτήρα δεν μπορούσε να βρει σταθερή υποστήριξη απ’ τον ντόπιο πληθυσμό, αδιάφορο στο σύνολό του. Ο Θεόδωρος Βλαδιμηρέσκου που σε συμφωνία με την Εταιρεία (σ.σ. Φιλική Εταιρία) είχε ξεσηκώσει τους Βλάχους αγρότες, διαχώρισε τη δική του υπόθεση απ’ την ελληνική, μόλις κατάλαβε την αποδοκιμασία της Ρωσίας. Ο Υψηλάντης τον συνέλαβε και τον θανάτωσε. Πολύ γρήγορα οι Τούρκοι κατέπνιξαν την επανάσταση στη Βλαχία, που δε χρησίμεψε παρά σαν αντιπερισπασμός για την επανάσταση στην Ελλάδα.

Μερικούς μήνες ύστερα, ο Δικαίος Παπαφλέσσας κι άλλα μέλη της Εταιρείας, εξουδετερώνοντας τους δισταγμούς των προκρίτων, κήρυξαν την Επανάσταση στην Πελοπόννησο, στη Στερεά Ελλάδα και τα νησιά του Αιγαίου. Αρχικά το κίνημα ξαπλώθηκε ως τον Όλυμπο και τη Μακεδονία, αλλ’ από το 1821 περιορίστηκε στην Πελοπόννησο, στη Στερεά Ελλάδα και στα πιο κοντινά νησιά. Απ’ τα απομακρυσμένα νησιά μόνο η Σάμος αντιστάθηκε ως το τέλος του πολέμου. Σ’ όλες αυτές τις εξεγερμένες περιοχές, η επαναστατική ομάδα της Εταιρείας έπρεπε πρώτα να νικήσει τους δισταγμούς των προκρίτων και σ’ ορισμένα νησιά, στη Σάμο και στην Ύδρα, η κοινωνική εξέγερση κατά των προκρίτων προηγήθηκε απ’ την εθνική Επανάσταση κατά των Τούρκων.

Στην περίοδο 1821-1824 η επανάσταση προόδευσε ραγδαία. Οι άτακτοι σχηματισμοί των κλεφτών και του νησιώτικου στόλου κατόρθωσαν να καταλάβουν πολλά φρούρια και ν’ αποκρούσουν όλες τις τουρκικές εκστρατείες από στεριά και θάλασσα. Η σπουδαιότερη, του Μαχμούτ Δράμαλη, που σ’ αυτήν είχαν κινητοποιηθεί 30.000 άντρες, καταστράφηκε ολοκληρωτικά στα στενά των Δερβενακίων στην Πελοπόννησο, χάρη στη στρατιωτική ιδιοφυία του γέρου αρχηγού Θεόδωρου Κολοκοτρώνη (1822).

Παράλληλα με την εθνική πάλη, διεξάγεται αυτή την περίοδο μια εσωτερική σύγκρουση για την ηγεσία της Επανάστασης, με αντικείμενο τις πολιτικές και κοινωνικές αρχές του νέου υπό δημιουργία κράτους. Στην αρχή, οι πρόκριτοι απομάκρυναν τα λαϊκά στοιχεία και πήραν στα χέρια τους την ηγεσία της Επανάστασης. Σχηματίσθηκε σειρά από τοπικές κυβερνήσεις, όλες κάτω απ’ τον έλεγχό τους, η Πελοποννησιακή Γερουσία, η Γερουσία της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος, ο Άρειος Πάγος για την Ανατολική Στερεά Ελλάδα. Τα νησιά επίσης είχαν τις τοπικές κυβερνήσεις τους. Η πρώτη Εθνοσυνέλευση, που έγινε κοντά στην αρχαία Επίδαυρο, ψήφισε ένα δημοκρατικό σύνταγμα (Ιανουάριος 1822), που καθίδρυε την πρώτη Γενική κυβέρνηση της Ελλάδας, χωρίς όμως να καταργήσει τις τοπικές κυβερνήσεις. Σύμφωνα με τις ιδέες της εποχής, η εκτελεστική εξουσία, που ήταν εμπιστευμένη, κατά το πρότυπο του Γαλλικού Διευθυντηρίου, σε πέντε μέλη που διόριζαν τους υπουργούς, διακρινόταν από τη νομοθετική εξουσία, που την ασκούσε τον ίδιο καιρό το «εκτελεστικό» και μια βουλή ετήσιας διάρκειας, βγαλμένη με έμμεση εκλογή. Το σώμα των «εκλεκτόρων» το αποτελούσαν οι πρόκριτοι των επαρχιών. Η Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου κήρυττε επίσης την Ανεξαρτησία της Ελλάδας και δικαίωνε την Επανάσταση, που την χαρακτήριζε ως «Εθνική Επανάσταση» και τη διέκρινε απ’ τα «δημαγωγικά και στασιαστικά κινήματα» της εποχής. Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι μια απ’ τις πρώτες πράξεις της Επανάστασης υπήρξε η κατάργηση της δουλείας. Το Σύνταγμα της Επιδαύρου άφηνε όλη την εξουσία στους πρόκριτους. Από τ’ άλλο μέρος, τα πολεμικά γεγονότα είχαν αυξήσει την επιρροή των στρατιωτικών αρχηγών που εκπροσωπούσαν ως ένα βαθμό την αγροτιά και που με τη σειρά τους διεκδικούσαν ευρύτερη συμμετοχή στη διακυβέρνηση της χώρας. Έτσι η υφιστάμενη απ’ την αρχή αντίθεση ανάμεσα στις δυο ομάδες κατέληξε το 1823-1824 σε ανοιχτό εμφύλιο πόλεμο. Στην πρώτη φάση, οι πρόκριτοι των νησιών, που είχαν μάλλον αστικές τάσεις, συμμαχώντας με το μεγαλύτερο μέρος των Πελοποννησίων προκρίτων κατόρθωσαν ν’ απομακρύνουν τους στρατιωτικούς που είχαν αρχηγό τον Κολοκοτρώνη. Οι δυο ομάδες των προκρίτων είχαν ήδη επιβάλει τη θέλησή τους στη δεύτερη Εθνοσυνέλευση που συγκλήθηκε στο Άστρος (1823), που παρά τις φατριαρχικές διαμάχες παρουσιάζει για την οργάνωση του ελληνικού κράτους πραγματική πρόοδο. Καταργήθηκαν οι τοπικές κυβερνήσεις και διατυπώθηκαν σαφέστερα οι σχετικές με τα ατομικά δικαιώματα διατάξεις. Η συμμαχία ανάμεσα στους προκρίτους των νησιών και της Πελοποννήσου δεν κράτησε πολύ. Ο εμφύλιος πόλεμος ξανάρχισε γρήγορα. Σ’ αυτή τη δεύτερη φάση, οι νησιώτες, υποστηριζόμενοι απ’ τα φιλελεύθερα στοιχεία και τους διανοούμενους που μαζί τους συνδεόταν το μεγαλύτερο μέρος του λαού, επικράτησαν σε βάρος των Πελοποννησίων προκρίτων και πήραν στα χέρια τους τις ελληνικές υποθέσεις, έχοντας επικεφαλής τον Γ. Κουντουριώτη και τον Φαναριώτη Α. Μαυροκορδάτο, τη διαπρεπέστερη πολιτική προσωπικότητα της Επανάστασης.

Για δυο χρόνια, απ’ το 1825 ως το 1827, ο Ιμπραήμ ρήμαζε τη χώρα. Με την κατάληψη του Μεσολογγίου (1826), που η θρυλική του «έξοδος» αναζωπύρωσε τον ευρωπαϊκό φιλελληνισμό, και με το πάρσιμο της Ακρόπολης των Αθηνών, οι Τούρκοι έγιναν κύριοι της Στερεάς Ελλάδας και η Επανάσταση φάνηκε ότι θα έσβηνε. Η κυβέρνηση, τρομοκρατημένη, δεν έκανε τίποτα σοβαρό για ν’ αντιμετωπίσει την κατάσταση. Είχε τοποθετήσει όλες τις ελπίδες της στην ξένη βοήθεια κι εμπιστευτεί στην Αγγλία την υπόθεση της Ανεξαρτησίας. Ωστόσο οι εθνικές δυνάμεις φαίνονταν ανεξάντλητες. Συσπειρωμένες γύρω απ’ τον Κολοκοτρώνη στην Πελοπόννησο, τον Καραϊσκάκη στη Στερεά Ελλάδα, τον Μιαούλη και Σαχτούρη στη θάλασσα, αναζωογονούσαν την αντίσταση και υποχρέωναν τις μεγάλες Δυνάμεις, Ρωσία, Αγγλία και Γαλλία, να επέμβουν στο Ελληνικό ζήτημα που, απ’ την αρχή, διατάραζε τη διπλωματία τους

H Ελληνική Επανάσταση και η Ευρώπη (1825-1827)

Η νέα πολιτική ηγεσία στάθηκε ανίκανη να οργανώσει τις εθνικές δυνάμεις και ν’ ανταπεξέλθει στους κινδύνους πού είχε ν’ αντιμετωπίσει η Επανάσταση το 1825, όταν ο Μουχαμέτ Άλη, ο αντιβασιλιάς της Αιγύπτου, με τα τακτικά στρατεύματά του και τον ευρωπαϊκά οργανωμένο στόλο του, μπήκε ενεργά στον πόλεμο. Το 1825 ο Ιμπραήμ πασάς, ο γιος του Μουχαμέτ Άλη, αφού πρώτα κατάπνιξε την επανάσταση στην Κάσο και στην Κρήτη, αποβίβαζε σημαντικά ταχτικά στρατεύματα στην Πελοπόννησο. Για δυο χρόνια, απ’ το 1825 ως το 1827, ο Ιμπραήμ ρήμαζε τη χώρα. Με την κατάληψη του Μεσολογγίου (1826), που η θρυλική του «έξοδος» αναζωπύρωσε τον ευρωπαϊκό φιλελληνισμό, και με το πάρσιμο της Ακρόπολης των Αθηνών, οι Τούρκοι έγιναν κύριοι της Στερεάς Ελλάδας και η Επανάσταση φάνηκε ότι θα έσβηνε. Η κυβέρνηση, τρομοκρατημένη, δεν έκανε τίποτα σοβαρό για ν’ αντιμετωπίσει την κατάσταση. Είχε τοποθετήσει όλες τις ελπίδες της στην ξένη βοήθεια κι εμπιστευτεί στην Αγγλία την υπόθεση της Ανεξαρτησίας. Ωστόσο οι εθνικές δυνάμεις φαίνονταν ανεξάντλητες. Συσπειρωμένες γύρω απ’ τον Κολοκοτρώνη στην Πελοπόννησο, τον Καραϊσκάκη στη Στερεά Ελλάδα, τον Μιαούλη και Σαχτούρη στη θάλασσα, αναζωογονούσαν την αντίσταση και υποχρέωναν τις μεγάλες Δυνάμεις, Ρωσία, Αγγλία και Γαλλία, να επέμβουν στο Ελληνικό ζήτημα που, απ’ την αρχή, διατάραζε τη διπλωματία τους.

Η αρχή της νομιμότητας της απόλυτης μοναρχίας είχε κλονιστεί απ’ το 1820 με τις εξεγέρσεις των αποικιών της Νότιας Αμερικής εναντίον της Ισπανίας, τις φιλελεύθερες και εθνικές επαναστάσεις του Πεδεμόντιου και της Νεάπολης και το φιλελεύθερο ξεσήκωμα της Ισπανίας εναντίον του απολυταρχισμού των Βουρβώνων. Οι αντιπρόσωποι της Ιερής Συμμαχίας, της Αγγλίας και της Γαλλίας βρίσκονταν στον Λάιμπαχ για τον διακανονισμό των τυχών της Ισπανικής Επανάστασης, όταν ξέσπασε η Ελληνική. Φυσικά, η Επανάσταση καταδικάστηκε ομόφωνα. Αν οι ευρωπαϊκές δυνάμεις ήταν σύμφωνες πάνω στην αρχή της νομιμότητας της απόλυτης μοναρχίας, ωστόσο διαφωνούσαν για το Ανατολικό ζήτημα, εφόσον ο κύριος σκοπός της Αυστρίας και της Αγγλίας ήταν το σταμάτημα της ανησυχητικής προώθησης της Ρωσίας προς τα Βαλκάνια και τον Εύξεινο Πόντο. Από τ’ άλλο μέρος, η επιτυχία της ελληνικής Επανάστασης απ’ το 1821 ως το 1824, η αντίστασή της στις δυσχέρειες απ’ το 1825 ως το 1827, αλλά προπαντός οι ζωηρές συμπάθειες που η ελληνική υπόθεση εύρισκε ανάμεσα στους λαούς όλων των χωρών και το ισχυρό κίνημα του φιλελληνισμού, έκφραση του ευρωπαϊκού φιλελευθερισμού, ανάγκαζε τις τρεις κύριες Δυνάμεις που ήταν αντίπαλες στο Ανατολικό ζήτημα να έρθουν σε συμβιβασμό για να διακανονίσουν επιτέλους το ελληνικό πρόβλημα. Μετά από μακρές, άγονες διαπραγματεύσεις, που σκοπός τους ήταν η καθυστέρηση της υπόθεσης, η Ρωσία, η Αγγλία και η Γαλλία συνήψαν τον Ιούλιο του 1827 την Τριπλή Συμμαχία, που αναλάβαινε τη μεσολάβηση ανάμεσα στην επαναστατημένη Ελλάδα και στην Πύλη, πάνω στη βάση της αυτονομίας της Ελλάδας κάτω απ’ την επικυριαρχία του σουλτάνου, κι απαιτούσε απ’ τους δυο εμπόλεμους άμεση ανακωχή. Η ρητή άρνηση της Πύλης να υποταχθεί στη θέληση της Τριπλής Συμμαχίας είχε σαν αποτέλεσμα τη ναυμαχία του Ναυαρίνου (20 Οκτωβρίου 1827), όπου καταστράφηκε ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος.

Η Ανεξαρτησία (1827-1832)

Η ναυμαχία του Ναυαρίνου δεν υπήρξε στην πραγματικότητα παρά το προανάκρουσμα ενός ρωσοτουρκικού πολέμου, που ούτε η κοντόφθαλμη διπλωματία του Ουέλιγκτων ούτε οι ραδιουργίες του Μέτερνιχ μπορούσαν πια να εμποδίσουν. Ο πόλεμος ξέσπασε το 1828. Η Τουρκία νικήθηκε κι εξαναγκάστηκε με τη Συνθήκη της Αδριανούπολης ν’ αναγνωρίσει την αυτονομία της Ελλάδας (1829). Η ρωσική διπλωματία θριάμβευε στα Βαλκάνια, γιατί η απελευθέρωση της Ελλάδας φαινόταν να συνδέεται με τη νίκη των ρωσικών οπλών. Ήταν ακριβώς αυτό που η Μεγάλη Βρεταννία ήθελε ν’ αποφύγει. Με πρόταση του υπουργού της Άμπερντην, ένα νέο πρωτόκολλο του Λονδίνου (Φεβρουάριος 1830) κήρυξε την Ελλάδα ανεξάρτητο Κράτος υπό κληρονομική μοναρχία. Η Αγγλία διαχώριζε επιτήδεια την ελληνική υπόθεση απ’ τη συνθήκη της Αδριανούπολης κι ενίσχυε το γόητρό της στο νέο Κράτος.

Στο μεταξύ, από το 1827, η Γ’ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας είχε εκλέξει κυβερνήτη της Ελλάδας τον Ιωάννη Καποδίστρια, παλιό Υπουργό του Τσάρου. Ο Καποδίστριας, στηριγμένος στο ρωσικό κόμμα που το διεύθυναν μεγαλοκαπετανέοι, κι ανάμεσά τους ο Κολοκοτρώνης, κι επωφελούμενος απ’ την κόπωση ενός πληθυσμού αηδιασμένου απ’ τις συγκρούσεις ανάμεσα στους νησιώτες, Πελοποννήσιους και στρατιωτικούς, κατόρθωσε να επιβάλει την προσωπική του δικτατορία. Η εξωτερική πολιτική του Καποδίστρια αποσκοπούσε ουσιαστικά στο να υποτάξει το νέο κράτος στις βλέψεις του Τσάρου. Ως προς την εσωτερική του πολιτική, ο Καποδίστριας στάθηκε ανίκανος να λύσει το καίριο πρόβλημα της εποχής, τη διανομή στους αγρότες των εθνικών γαιών, που ανήκαν άλλοτε στους Τούρκους. Το μεγαλύτερο μέρος αυτών των γαιών (το μισό περίπου του καλλιεργήσιμου εδάφους της χώρας) πέρασε στα χέρια των προκρίτων, ενώ τα πέντε έκτα των αγροτών έμεναν ακτήμονες, όπως στην τουρκική κατοχή, κι εξαρτημένοι απ’ τους πρόκριτους, πλούσιους γαιοκτήμονες κι εκμισθωτές των φόρων. Η διακυβέρνηση του Καποδίστρια ωστόσο αποτελεί την πρώτη σοβαρή προσπάθεια διοργάνωσης του ελληνικού κράτους. Πρώτος αυτός φροντίζει για τη δημόσια εκπαίδευση, καταστέλλει την πειρατεία, διοργανώνει τη διοίκηση, υποβάλλει σε κάποια πειθαρχία το στασιαστικό πνεύμα των προκρίτων, που ήθελαν ν’ αντικαταστήσουν στην ελεύθερη Ελλάδα τους Τούρκους αξιωματούχους. Για τον λόγο αυτόν συνάντησε από την πλευρά τους άγρια αντίδραση, στην οποία προσθέτονταν η αντίδραση των νησιωτών αστών που αποτελούσαν το αγγλικό κόμμα και των φιλελεύθερων διανοούμενων, καθώς και η ολοκληρωτική αδιαφορία των λαϊκών μαζών, κυρίως της αγροτιάς, που είχε απογοητευτεί από την αγροτική και φορολογική πολιτική του κυβερνήτη.

Συνωμοσίες εξυφάνθηκαν ευνοημένες απ’ την Αγγλία και τη Γαλλία που δυσπιστούσαν προς τη φιλορωσική πολιτική του. Τελικά ο Καποδίστριας δολοφονήθηκε από δυο μέλη της ισχυρής πελοποννησιακής οικογένειας των Μαυρομιχαλαίων (1831).

Η αναρχία που ακολούθησε επέτρεψε στις τρεις «προστάτιδες» Δυνάμεις να επιβάλουν την απόλυτη μοναρχία, με μονάρχη της εκλογής τους τον Όθωνα Α’, πρίγκιπα της Βαυαρίας, αφού πέτυχαν απ’ την Πύλη, με τη συνθήκη του Μαΐου του 1832, την αναγνώριση της Ανεξαρτησίας του ελληνικού Κράτους.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!