Αναβολή στο ΣτΕ – Καμία αναβολή στον αγώνα!
Όπως πληροφορηθήκαμε, το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) αποφάσισε να αναβάλει τη συζήτηση της προσφυγής των 50 πολιτών, που είχε προγραμματιστεί για τις 20 Οκτωβρίου, ορίζοντας ως νέα ημερομηνία εκδίκασης την 8η Δεκεμβρίου 2026.
Η εξέλιξη αυτή δεν επιτρέπει κανέναν εφησυχασμό. Η αναβολή της δικαστικής διαδικασίας δεν σημαίνει αναστολή των σχεδίων της ΔΕΗ για την κατεδάφιση των πέντε πύργων ψύξης του ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Ο κίνδυνος να προχωρήσουν οι εργασίες, να δημιουργηθούν νέα τετελεσμένα και να βρεθούμε μπροστά σε μια μη αναστρέψιμη καταστροφή κρίσιμων ενεργειακών υποδομών παραμένει.
Ταυτόχρονα, ο χρόνος μέχρι τις 8 Δεκεμβρίου πρέπει να αξιοποιηθεί για να δυναμώσει η προσπάθεια. Να σπάσει η σιωπή γύρω από την υπόθεση, να ενημερωθούν περισσότεροι πολίτες, να ανοίξει η συζήτηση στη Δυτική Μακεδονία και σε ολόκληρη τη χώρα. Να ενεργοποιηθούν επιστήμονες, εργαζόμενοι, συλλογικότητες και τοπικές πρωτοβουλίες. Να πιεστούν δήμοι, περιφέρεια, επιμελητήρια, σωματεία και πολιτικές δυνάμεις να πάρουν ξεκάθαρη δημόσια θέση και να αναλάβουν τις ευθύνες τους.
Η δικαστική προσφυγή είναι ένα σημαντικό βήμα, δεν μπορεί όμως να υποκαταστήσει την κοινωνική κινητοποίηση. Οι επόμενες εβδομάδες είναι κρίσιμες. Χρειάζεται επαγρύπνηση, ενημέρωση, συντονισμός και δράση.
Για να μην βρεθούμε μπροστά σε τετελεσμένα. Για να σώσουμε ό,τι μπορεί ακόμη να σωθεί.
Πραγματοποιήθηκε την Τρίτη 13 Οκτωβρίου στην Αθήνα η ενημερωτική εκδήλωση της πρωτοβουλίας «Ενέργεια SOS», με επίκεντρο την προσφυγή 50 πολιτών στο Συμβούλιο της Επικρατείας ενάντια στα σχέδια κατεδάφισης των πέντε πύργων ψύξης του ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου.
Σε μια περίοδο αυξανόμενης ενεργειακής ανασφάλειας και διεθνών αναταράξεων, γίνονται φανεροί οι κίνδυνοι των κυβερνητικών ενεργειακών τυχοδιωκτισμών, που ενώ οδηγούν στην οριστική καταστροφή κρίσιμων εγχώριων υποδομών και ενεργειακών εφεδρειών, επενδύουν στον Κάθετο Διάδρομο και στη μετατροπή της χώρας σε κόμβο διακίνησης εισαγόμενου φυσικού αερίου, βαθαίνοντας την ενεργειακή της εξάρτηση.
Η εκδήλωση ανέδειξε τις νομικές, ενεργειακές, οικονομικές και κοινωνικές διαστάσεις μιας υπόθεσης που ξεπερνά κατά πολύ τα όρια της Δυτικής Μακεδονίας. Στο επίκεντρο βρέθηκαν η ανάγκη διατήρησης κρίσιμων ενεργειακών υποδομών, η ενεργειακή ασφάλεια και αυτοτέλεια της χώρας, οι συνέπειες της βίαιης απολιγνιτοποίησης και οι πολιτικές επιλογές που οδηγούν στην οριστική καταστροφή δημόσιας περιουσίας.
Κοινός παρονομαστής των παρεμβάσεων ήταν η ανάγκη να σπάσει η σιωπή γύρω από την υπόθεση και να συνδυαστεί η δικαστική προσπάθεια με την ενημέρωση, την κοινωνική ενεργοποίηση και τη συλλογική δράση.
Ακολουθούν τα βασικά σημεία των ομιλιών και των παρεμβάσεων:
Μαρία Μαγαλιού: «Νομικά και περιβαλλοντικά κενά στην απόφαση κατεδάφισης των πέντε πύργων ψύξης»
Η δικηγόρος Μαρία Μαγαλιού παρουσίασε τα βασικά επιχειρήματα της προσφυγής των 50 πολιτών στο Συμβούλιο της Επικρατείας κατά της κατεδάφισης των εγκαταστάσεων του ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου και τα αντίστοιχα επιχειρήματα της ΔΕΗ. Κεντρικό επιχείρημα ότι η καταστροφή των ενεργειακών υποδομών απειλεί την ενεργειακή ασφάλεια και εφεδρία της χώρας χωρίς επαρκείς μελέτες και εξηγήσεις από τους αρμόδιους φορείς.
Πέραν και ενισχυτικά αυτού, στην τοποθέτησή της στάθηκε ιδιαίτερα στο ερώτημα αν η καταστροφή κρίσιμων ενεργειακών υποδομών μπορεί να αντιμετωπιστεί ως απλή επιχειρηματική επιλογή, τονίζοντας ότι η ΔΕΗ «θεωρεί ότι από το ισχύον νομικό πλαίσιο δεν υφίστατο καμία νομική αναγκαιότητα για την κεντρική διοίκηση, το Υπουργείο Περιβάλλοντος ή τη Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων (ΡΑΑΕΥ) να ερωτηθεί και να απαντήσει αν είναι τεχνικά επιτρεπτό, με βάση τον ενεργειακό σχεδιασμό της χώρας, να κατεδαφιστούν οι μονάδες. Θεωρούν ότι ως ιδιώτες έχουν το δικαίωμα να προκηρύσσουν ιδιωτικούς διαγωνισμούς, γιατί αυτό αποτελεί μια καθαρά επιχειρηματική τους επιλογή».
Αναφέρθηκε ακόμη σε μια ακόμη σημαντική πτυχή. Αυτή της απουσίας επαρκούς μελέτης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων της αποξήλωσης, αποκαλύπτοντας πως: «οι ισχύοντες περιβαλλοντικοί όροι της λιγνιτικής μονάδας του Αγίου Δημητρίου, παρανόμως, παρά δηλαδή την εθνική νομοθεσία και παρά την ευρωπαϊκή νομοθεσία, δεν προβλέπουν περιβαλλοντικούς όρους, περιβαλλοντικά μέτρα για το στάδιο της αποξήλωσης, δηλαδή του τελευταίου κύκλου ζωής της δραστηριότητας. […] Η ΔΕΗ επιχειρεί να το παρακάμψει. Δηλαδή, να μην καταθέσει μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, άρα να μην δημοσιοποιηθεί η μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, να μην γίνουν ενστάσεις για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της κατεδάφισης.
Άρα να μην γνωρίζει κανείς τα υλικά και τα απόβλητα; Και τι κίνδυνοι μπορεί να υπάρχουν από τη μεταφορά τους; Τι θα γίνει με τα ύδατα της περιοχής; Μολύνονται ή δεν μολύνονται από το στάδιο της καθαίρεσης; Πού πάνε αυτά τα απόβλητα; Πού θα αποτεθούν;».
Όπως τόνισε, η ΔΕΗ προσπάθησε «να παρακάμψει αυτή τη διαδικασία, κατέθεσε μελέτη πρόδρομων εργασιών και το υπουργείο Περιβάλλοντος εξέδωσε αυτή την απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου, η οποία ως προς το περιεχόμενό της είναι μια απόφαση περιβαλλοντικών όρων. Αυτό που λείπει είναι η μελέτη των περιβαλλοντικών επιπτώσεων». Αυτό το «κενό» δίνει ακόμη ένα νομικό επιχείρημα προσβολής των σχεδίων αποξήλωσης, βάζοντας αυτή τη φορά στο επίκεντρο την ίδια τη διαδικασία αδειοδότησης των αρμόδιων θεσμικών οργάνων.

Θάκης Δαγρές: «Να παραμείνουν οι ενεργειακές υποδομές στη θέση τους»
Ο Θάκης Δαγρές, φυσικός, σύμβουλος επιχειρήσεων και ένας από τους 50 προσφεύγοντες στο ΣτΕ, μίλησε για την ανάγκη ενεργειακής εφεδρείας, τις κοινωνικές συνέπειες της απολιγνιτοποίησης και τις πολιτικές σκοπιμότητες που, κατά την εκτίμησή του, εξηγούν την επιμονή στην κατεδάφιση. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο μη αναστρέψιμο των αποφάσεων. Αναφέρθηκε επίσης στις χαμένες θέσεις εργασίας στη Δυτική Μακεδονία, στην εξάρτηση από το φυσικό αέριο και στην ανάγκη ενεργοποίησης των πολιτών.
Απαριθμώντας μεταξύ άλλων τους λόγους που ΔΕΗ και κυβέρνηση επιμένουν στην πολιτική του γκρεμίσματος, τόνισε χαρακτηριστικά: «Πρώτα απ’ όλα, θέλει το σύστημα να επιβεβαιώσει και να ανανεώσει την υποτέλειά του στους δυτικούς συμμάχους και κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, με την ελπίδα να πάρουν μια παράταση ζωής. Η ενεργειακή, λοιπόν, εξάρτηση που θα γίνει με την κατάργηση των λιγνιτικών μονάδων έρχεται να προστεθεί στην πολιτική, στη διπλωματική, στη στρατιωτική εξάρτηση, αλλά και στην οικονομική υποτέλεια που μας έχει επιβληθεί με τα μνημόνια. Ο άλλος ουσιαστικός λόγος είναι η γνωστή τακτική ανά τους αιώνες της καμένης γης. Θέλουν, λοιπόν, να καταστρέψουν οριστικά τις μονάδες, ώστε στην περίπτωση που η κοινωνία αφυπνιστεί και επιλέξει έναν πολιτικό αντιπρόσωπο, έναν πολιτικό φορέα που να επιδιώξει μια άλλη πολιτική, τότε τα χέρια της κοινωνίας να είναι δεμένα. Και ο τελευταίος και κυριότερος, για μένα, λόγος είναι ότι θέλει να προκαλέσει τρόμο, να επιδείξει πυγμή. Για ποιο λόγο; Με ποιο στόχο; Να εντείνει την παθητικοποίηση της κοινωνίας, την ηττοπάθειά μας και τελικά να αποδείξει ότι όλες οι κινητοποιήσεις, είτε για αυτό το ζήτημα είτε για οποιαδήποτε άλλα κοινωνικά ζητήματα, είναι μάταιες».
Στη συνέχεια ξεκαθάρισε ότι η προσφυγή δεν ζητά υποχρεωτική συνέχιση της ηλεκτροπαραγωγής από λιγνίτη: «Θα ήθελα σε αυτό το σημείο να ξεκαθαρίσω ότι, παρά το ότι, όπως είπαμε, η λεγόμενη πράσινη ανάπτυξη σε καμία περίπτωση δεν φαίνεται να προωθείται προς όφελος της κοινωνίας, εμείς δεν μπαίνουμε καθόλου σε αυτό το ζήτημα με την προσφυγή μας. Ζητάμε να παραμείνουν οι λιγνιτικές μονάδες στη θέση τους για λόγους ενεργειακής εφεδρείας για πιθανή αυριανή κρίση. Να είμαστε ξεκάθαροι σε αυτό».
Μανώλης Παναγιωτάκης: «Βάλανε το κάρο μπροστά από το άλογο»
Ο πρώην πρόεδρος της ΔΕΗ Μανώλης Παναγιωτάκης στάθηκε στην πρόωρη απολιγνιτοποίηση, στην απουσία ουσιαστικού σχεδιασμού και στην ανάγκη να αντιμετωπίζεται η ενεργειακή ασφάλεια ως δημόσια υπόθεση. Στήριξε την προσφυγή των 50 πολιτών, τονίζοντας ότι οι συνέπειες μιας τόσο μεγάλης απόφασης έπρεπε να είχαν μελετηθεί πριν ληφθεί. Ανέφερε ότι ο ενεργειακός σχεδιασμός προσαρμόστηκε σε μια ήδη ειλημμένη απόφαση, αντί να τη θεμελιώσει με τεχνικά και οικονομικά δεδομένα. «Η σωστή διαδικασία θα ήταν να είχαμε κάνει μια σοβαρή οικονομοτεχνική μελέτη, μελέτη επιπτώσεων και για το σύνολο της χώρας, αλλά και ειδικότερα για τις περιοχές οι οποίες επλήγησαν […]. Και με αυτή τη μελέτη όπλο ο πρωθυπουργός, η κυβέρνηση, θα έπρεπε να πάει στην Κομισιόν και να πει: “Κοιτάξτε, αν σας ενδιαφέρει να σταματήσουμε τους λιγνίτες, οι επιπτώσεις για μας θα είναι αυτές. Πόσο μπορείτε να μας βοηθήσετε;” […] Και ανάλογα με την απάντηση να χαράξει την πορεία του».
Επέμεινε ότι η ασφάλεια εφοδιασμού δεν μπορεί να υποτάσσεται στο πρόσκαιρο κόστος του καυσίμου και θύμισε την εμπειρία της ενεργειακής πίεσης τον χειμώνα του 2017:
«Το σύστημα ήταν τότε στα όριά του. Μάλιστα, είχαμε ζητήσει από τους βιομηχάνους να μειώσουν την παραγωγή τους για να μην υπάρξει blackout. Υπήρχε μεγάλη θαλασσοταραχή. Δεν μπορούσαμε να φέρουμε αέριο από την Αλγερία. Δεν υπήρχε επαρκής αποθηκευτικός χώρος στη Ρεβυθούσα και υπήρχαν χιόνια. Αναγκαστήκαμε και δουλεύαμε τις μονάδες της Κομοτηνής και του Λαυρίου με πετρέλαιο. Δεν είναι δυνατόν μια χώρα να κρέμεται από τέτοιες αβεβαιότητες, να εξαρτάται από τέτοιες αβεβαιότητες για τον ενεργειακό της σχεδιασμό».
Η παρέμβασή του συνέδεσε την προστασία των λιγνιτικών εγκαταστάσεων με την ανάγκη μακρόπνοου σχεδιασμού, πέρα από κυβερνητικές θητείες και επιχειρηματικές προτεραιότητες.
Στέφανος Πράσσος: «Οι επιπτώσεις στη Δυτική Μακεδονία δεν αφορούν μόνο τα οικονομικά»
Ο Στέφανος Πράσσος, συνταξιούχος της ΔΕΗ και εκπρόσωπος της Αριστερής Συμπόρευσης για την Ανατροπή στη Δυτική Μακεδονία, στη διαδικτυακή του παρέμβαση ανέδειξε τις οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες της απολιγνιτοποίησης, την εγκατάλειψη των ορυχείων και τους κινδύνους της σχεδιαζόμενης κατεδάφισης στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Αμφισβήτησε επίσης τα επιχειρήματα περί ευρωπαϊκής υποχρέωσης και συνέδεσε πολιτικά τις αποφάσεις με την ανάπτυξη του αμερικανικού LNG.
Όπως τόνισε αναφερόμενος στις συνέπειες της βίαιης απολιγνιτοποίησης για την περιοχή: «Αυτό που έγινε στη Δυτική Μακεδονία δεν αφορά μόνο τα οικονομικά. Τα οικονομικά είναι τραγικά. Δηλαδή πάνω από το 50 έως και 60% της παραγόμενης αξίας του εισοδήματος των Δυτικομακεδόνων έχει χαθεί. Χάθηκαν 20 με 25 χιλιάδες θέσεις εργασίας, άμεσες και έμμεσες, από τον πρωτογενή, δευτερογενή και τριτογενή τομέα, αλλά εκτός των άλλων, επειδή δεν αποκατέστησαν τα ορυχεία όπως προβλεπόταν από τις μελέτες, άφησαν τα ορυχεία ανοιχτά και έχουμε συνέχεια καθιζήσεις, έχουμε κατολισθήσεις χωριών. Χωριά που ειδικά γύρω από το ορυχείο Αμυνταίου σχίζονται στη μέση, διότι το ορυχείο είναι ανοιχτό. Τα νερά μαζεύονται όλα στον πάτο των ορυχείων. Πάνω σε αυτό έρχεται η ΔΕΗ να κάνει νέες επενδύσεις αντλησιοταμίευσης, διότι τους βολεύουν τα νερά κάτω, και να κάνει μια λίμνη ακόμα».
Ιδιαίτερη προειδοποίηση διατύπωσε για τον πιθανό περιβαλλοντικό κίνδυνο από τις κατεδαφίσεις, υποστηρίζοντας ότι στους πύργους ψύξης υπάρχει αμίαντος: «Ένα τελευταίο που έχω να πω είναι ότι εδώ, με το σχέδιο ανατίναξης του ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου, πέραν των άλλων προβλημάτων, ότι δεν αφήνει εφεδρείες στη χώρα, ότι καταστρέφει δημόσια περιουσία, είναι ότι δεν σκέφτηκε καν ότι οι πύργοι ψύξης είναι γεμάτοι αμίαντο. […] Και αν τα ανατινάξει όλα αυτά θα περάσουν στην ατμόσφαιρα».

Παύλος Πολάκης: «Ο λιγνίτης πρέπει να συνεχίσει να λειτουργεί για λόγους ενεργειακής ασφάλειας»
Στην εκδήλωση παρευρέθηκε και ο βουλευτής Παύλος Πολάκης, που με σειρά παρεμβάσεών του έχει αναδείξει το θέμα της καταστροφής των ενεργειακών υποδομών. Με την ευκαιρία της παρουσίας του, σε σύντομο χαιρετισμό που απηύθυνε, υπογράμμισε την ανάγκη διατήρησης της λιγνιτικής παραγωγής, άσκησε κριτική στον Κάθετο Διάδρομο και στις επενδύσεις σε ΑΠΕ μεγάλης κλίμακας, ενώ ζήτησε σαφείς πολιτικές δεσμεύσεις για τον ενεργειακό σχεδιασμό.
«Τώρα έχουμε μια κατασταλαγμένη εμπειρία και μια κατασταλαγμένη καταστροφή που έχει συντελεστεί και που πρόκειται να συντελεστεί. Εδώ πρέπει να εκπεμφθούν μερικά πολύ καθαρά μηνύματα. Πρώτον, ο λιγνίτης πρέπει να συνεχίσει να λειτουργεί ως καύσιμο στην Ελλάδα για την παραγωγή ηλεκτρισμού για λόγους ενεργειακής ασφάλειας. Πρώτα απ’ όλα και πάνω απ’ όλα με βάση τις γενικότερες πολιτικές εξελίξεις και τις γενικότερες γεωπολιτικές εξελίξεις, τους πολέμους. Δεύτερον, στις ανανεώσιμες πηγές: αυτές μόνο οι άδειες μόνο για έργα τοπικού χαρακτήρα, σε δήμους και αγροτικούς συνεταιρισμούς, όχι άλλες. Τρίτον, κατάργηση του χρηματιστηρίου, να μείνει μόνο για τους μεγάλους, όπως είναι στην Ευρώπη, μόνο για τους μεγάλους καταναλωτές, όχι η οικιακή κατανάλωση».
Ο βουλευτής υποστήριξε ακόμη ότι ο Κάθετος Διάδρομος δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα της χώρας, συνδέοντας τις εξελίξεις γύρω από το αμερικανικό LNG με επιχειρηματικές και γεωπολιτικές επιδιώξεις, ενώ, τέλος, κατήγγειλε τις υψηλές αποδοχές στελεχών της ΔΕΗ και τη διαφημιστική δαπάνη της επιχείρησης.
Κώστας Δημητριάδης: «Η ενεργειακή αναδιάρθρωση και η Ελλάδα κόμβος»
Ο Κώστας Δημητριάδης, ηλεκτρολόγος μηχανικός και ένας από τους 50 πολίτες που προσέφυγαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας, εστίασε στη μεταφορά πόρων και εισοδήματος μέσα από την ενεργειακή αναδιάρθρωση, στις κοινωνικές ανισότητες και στην απώλεια αυτοτέλειας της χώρας. Υποστήριξε ότι οι σημερινές επιλογές δημιουργούν σκόπιμα μη αναστρέψιμα τετελεσμένα.
«Η Ελλάδα η οποία γίνεται ένα είδος ειδικού πειραματόζωου, ένας διάδρομος από τον οποίο περνάνε δίκτυα, παθητικό οικόπεδο σε όλη αυτή την αναδιάρθρωση» ανέφερε χαρακτηριστικά για να συνεχίσει τονίζοντας τον ρόλο των γεωπολιτικών συμβολαίων με επίκεντρο το φυσικό αέριο (και βασικά το αμερικανικό LNG), συμβόλαια που δένουν τη χώρα. Όπως επεσήμανε, «ο τρόπος με τον οποίο παίρνονται οι αποφάσεις και επιτρέψτε μου να θέσω την εξής πτυχή: όλες οι αποφάσεις συνειδητά επιδιώκεται να είναι μη αναστρέψιμες. Επιδιώκεται να μπλοκάρουν, να κλειδώνουν τις εξελίξεις προς μία κατεύθυνση».
Αναφέρθηκε ακόμη στις δυσκολίες που γεννά η παρούσα πολιτική αρχιτεκτονική στη χώρα μας καθώς «παρά τις επιμέρους μεμονωμένες τοποθετήσεις, το σύνολο του πολιτικού συστήματος, όλου του φάσματος, εκώφευσε ‒και εκώφευσε, νομίζω, εμπρόθετα, εντελώς εμπρόθετα και για προφανείς λόγους συνέχειας καταστάσεων‒ και συνεχίζει να κωφεύει και να αποπροσανατολίζει. Άρα, μέσα στο πρόβλημα το οποίο πρέπει να λύσουμε, πρέπει να βάλουμε τη διάσταση μιας πολύ μεγάλης καθαρτήριας πολιτικής τομής στη χώρα μας. Και έχουμε πολύ δρόμο να κάνουμε σε αυτή την κατεύθυνση».
Χαρακτήρισε τέλος τη δικαστική προσφυγή σημαντική αφετηρία και επέμεινε στο άνοιγμα της πρωτοβουλίας σε ευρύτερα κοινωνικά σύνολα αναφέροντας πως «στο επόμενο διάστημα πρέπει να κάνουμε πολύ πιο έντονη τη δικτύωσή μας πάνω στα θέματα της ενέργειας. […] Χρειάζεται να έχουμε στο μυαλό μας τη μεγαλύτερη ενωτική τοποθέτηση, την πιο πλατιά ενωτική τοποθέτηση που απαιτείται. Και αυτό θέλει και τέχνη και θέληση. […] Χρειάζεται να ασκηθούμε ξανά και να φτιάξουμε τη δύσκολη τέχνη του μαζικού, ενωτικού, αν θέλετε πανεθνικού κινήματος που απαιτείται για τέτοιου είδους υποθέσεις».




































































