Μεταγραφές, περιοδείες, νέοι σχηματισμοί και σχέδια που επανέρχονται συνθέτουν την εικόνα της παρατεταμένης προεκλογικής περιόδου, στην οποία έχουμε εισέλθει. Πίσω όμως από τον θόρυβο, η αναδιάταξη του πολιτικού συστήματος αφορά περισσότερο τη μοιρασιά ρόλων και θέσεων παρά την πολιτική κατεύθυνση της χώρας, καθώς το πολιτικό σύστημα μοιάζει να αλλάζει διάταξη, αλλά όχι και προσανατολισμό.
ΠΑΣΟΚ και ΕΛΑΣ βρίσκονται σε ανοιχτή διαμάχη για την πρωτοκαθεδρία στον χώρο της αντιπολίτευσης. Ο Τσίπρας περιοδεύει, ο Ανδρουλάκης επιχειρεί να συγκρατήσει δυνάμεις, οι μεταγραφές στελεχών, εκατέρωθεν, δίνουν και παίρνουν. Οι δύο τους υπόσχονται καλύτερη διαχείριση της ακρίβειας, του στεγαστικού και των φόρων. Στα μεγάλα στρατηγικά ζητήματα, όμως, οι τόνοι πέφτουν. Ελληνοτουρκικά, διεθνής προσανατολισμός, ενεργειακές συμφωνίες και επενδύσεις δεν μπαίνουν στο ίδιο πεδίο αντιπαράθεσης. Η «προγραμματική αντιπολίτευση» καταλήγει σε έναν ανταγωνισμό διαχειριστικών μέτρων και τρικ, με τις βασικές επιλογές να βρίσκονται στο απυρόβλητο.
Η υπόθεση Γκίλφοϊλ είναι ίσως το πιο αποκαλυπτικό δείγμα. Η πρέσβης των ΗΠΑ ξηλώθηκε από την ίδια την Ουάσινγκτον. Κι όμως, η αντιπολίτευση περιορίζεται σε χλιαρές ερωτήσεις προς το Μαξίμου. Δεν θέτει ως κεντρικό πολιτικό ζήτημα την απαίτηση δημόσιων εξηγήσεων από την αμερικανική πλευρά, ούτε αξιώνει μια σαφή τοποθέτηση από τον επόμενο πρέσβη. Λίγες ημέρες νωρίτερα, ο M. Ρούμπιο είχε στη διάθεσή του την Πνύκα για να εκφωνήσει την αμερικανική στρατηγική, ενώ οι ενεργειακοί και εξοπλιστικοί σχεδιασμοί προχωρούν ακάθεκτοι. Ο ραγιάδικος φιλοαμερικανισμός δεν είναι απλώς κυβερνητική πρακτική αλλά χαρακτηριστικό του DNA του πολιτικού συστήματος.
Ανακατατάξεις, την ίδια ώρα, συντελούνται στα δεξιά της Ν.Δ. Ο Σαμαράς κρατά διαρκώς ανοιχτό το ενδεχόμενο νέου κόμματος, χωρίς να το ιδρύει: Pαραμένει παρών, προκαλεί φθορά στο Μαξίμου, αλλά αποφεύγει τη δοκιμασία μιας συγκροτημένης πολιτικής παρουσίας. Παράλληλα, η Λατινοπούλου διεκδικεί μέρος της δεξιάς δυσαρέσκειας, ενώ η Συμμαχία Ελλήνων, με τη στήριξη του καταδικασμένου Κασιδιάρη, ανοίγει ένα επιπλέον μέτωπο στην ακροδεξιά. Η Ελληνική Λύση διατηρεί την εκλογική της παρουσία, αλλά έχει πλέον να αναμετρηθεί με περισσότερους διεκδικητές. Έτσι δημιουργούνται νέες εστίες πίεσης προς τη Ν.Δ., αλλά και ανταγωνισμοί για την αναδιανομή της δεξιάς ψήφου. Στο βάθος βρίσκεται και η διεκδίκηση ρόλου στα μετεκλογικά παζάρια, ακόμη και εντός της ίδιας της Ν.Δ.
Απέναντι σε όλα αυτά, η κεντροαριστερά και η αριστερά παρακολουθούν αμήχανα. Χρόνια διεργασιών περί ανασύνθεσης, διασπάσεων, επιστροφών και «νέων» εγχειρημάτων δεν άλλαξαν ουσιαστικά τους συσχετισμούς. Τα μικρότερα σχήματα μαραζώνουν και οι δύο βασικοί διεκδικητές ανταγωνίζονται για τη δεύτερη θέση. Στις πρόσφατες δημοσκοπήσεις ΠΑΣΟΚ και ΕΛΑΣ αθροίζουν περίπου 28%-30%, δηλαδή κινούνται στα ίδια επίπεδα με τη Ν.Δ. μόνη της. Πολύς θόρυβος, για μια εικόνα που αν κανείς τη συγκρίνει με ένα φλας μπακ της περιόδου ΣΥΡΙΖΑ-ΠΑΣΟΚ, μετά τη νίκη της Ν.Δ., θα βρει μικρές διαφορές. Η προηγούμενη περίοδος σπαταλήθηκε από την αντιπολίτευση σε υπόγειες κομματικές ίντριγκες, και καμία προσπάθεια δεν έγινε για να συγκροτηθεί η λαϊκή δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση. Έπειτα από τόσα σκάνδαλα, από τις υποκλοπές και τα Τέμπη μέχρι τον ΟΠΕΚΕΠΕ, και μεγάλες κοινωνικές αντιδράσεις, το «να φύγει ο Μητσοτάκης» αποδεικνύεται φτωχό πολιτικό πρόταγμα.
Η ανάγκη δεν είναι να αλλάξουν οι διαχειριστές της ίδιας παρακμής, αλλά να ανατραπούν οι όροι που την αναπαράγουν: Η ασυδοσία, η διαφθορά, η θεσμική εκτροπή, η κοινωνική αποδιάρθρωση. Χωρίς βαθιά κοινωνική και πολιτική αλλαγή, χωρίς να τεθεί επί τάπητος η ανάγκη ενός βαθιού εκδημοκρατισμού του κράτους και των θεσμών, ο προεκλογικός αναβρασμός απλώς ανακυκλώνει το υπάρχον αδιέξοδο.






































































