Αν «Η εκδίκηση της γυφτιάς» ήταν ό,τι συνόψιζε καλύτερα την αναβάπτιση στη γνήσια λαϊκότητα με σύγχρονα υλικά, ο Νίκος Παπάζογλου ήταν ο πιο συνεπής εκφραστής της.

Προσωπικά, δεν είχα ανάμειξη στην πραγματοποίηση αυτού του δίσκου που αποτελεί σταθμό στην μακριά και πλούσια ιστορία του ελληνικού τραγουδιού. Ήμουν μέσα στο βιότοπο του, αλλά ακριβώς την ίδια περίοδο ακολουθούσα ένα παράλληλο δρόμο, σε στενή συνεργασία με τον Τάσο Φαληρέα, επενδύοντας στην Πόλυ Πάνου, τον Βασίλη Τσιτσάνη, τον Άκη Πάνου, τον Κώστα Βίρβο, τον Μπάμπη Μπακάλη και άλλους καλλιτέχνες του κλασικού λαϊκού τραγουδιού στους οποίους θέλαμε να εξασφαλίσουμε μια δισκογραφική στέγη και να διευκολύνουμε την έκδοση των νέων δίσκων τους που είχε γίνει αρκετά δύσκολη στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης.

Δεν είναι τυχαίο ότι αυτές οι παράλληλες προσπάθειες συγκλίνανε και, σε συνδυασμό με άλλες συγγενείς και παράπλευρες, συμβάλανε καθοριστικά στο να εκδοθεί το «ντέφι» στην αρχή της δεκαετίας του 1980, το περιοδικό που αποτέλεσε μια συλλογική «δεξαμενή σκέψης και δράσης», αφού οι βασικοί συντελεστές των παραπάνω εγχειρημάτων συγκρότησαν την αρχική συντακτική ομάδα του εντύπου (Φαληρέας, Κοντογιάννης, Ξυδάκης, Άκης Πάνου, Ρασούλης, Σαββόπουλος, Αρβανίτης, Παπαδάκης, Ελληνιάδης κ.ά.).

Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, αυτού του είδους οι παραγωγές ήταν το προοίμιο ή, εν πάση περιπτώσει, προανήγγειλαν αυτό που θα επακολουθούσε. Επανακυκλοφορία των ρεμπέτικων τραγουδιών στην αρχική τους μορφή, αλλά και σε νέες εκτελέσεις, επαναφορά στο προσκήνιο των βετεράνων καλλιτεχνών του λαϊκού τραγουδιού, ρεμπέτικες και λαϊκές νεανικές κομπανίες, νέοι συνθέτες, νέοι στιχουργοί και νέοι ερμηνευτές, ξεπηδούν πίσω και κάτω από το παχύ στρώμα του πολιτικού και έντεχνου τραγουδιού που έχει κυριαρχήσει μετά την πτώση της δικτατορίας το 1974. Περνάμε σε μια φάση που στηρίζεται στον λαϊκό πολιτισμό, αλλά έχει πολλά νεωτεριστικά στοιχεία, με σύγχρονη και ελεύθερη γλώσσα, με εναλλακτική θεματολογία, με αισιοδοξία, χιούμορ, χαρά και χορό. Πολιτικοποιημένα άτομα, εκτός κομμάτων, με γνώση και άποψη, χωρίς συνθήματα και κλισέ, είναι οι συνεταιριστές του. Η προετοιμασία γι’ αυτό που κορυφώθηκε στη δεκαετία του ’80 έγινε αθόρυβα, αλλά όταν ωρίμασε έλαμψε σαν αστραπή!

Κανένας δεν μπορούσε να προβλέψει πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα στη μουσική, γι’ αυτό πολλοί εξεπλάγησαν όταν αυτό που υπέβοσκε πήρε σάρκα και οστά και αναδύθηκε στην επιφάνεια πανηγυρικά. Ήταν μια εποχή που επικρατούσε μεγάλη ρευστότητα, που υπήρχαν συσσωρευμένες πιέσεις μέσα στην κοινωνία, τα πολιτικά αιτήματα για δημοκρατία, δικαιοσύνη και αποκατάσταση των βλαβών από πολλές δεκαετίες δεξιάς μονοκρατορίας και τρομοκρατίας εκκρεμούσαν και ιδίως οι νέοι χρειάζονταν μορφές και διαύλους για να εκφράσουν την επιθυμία τους για αλλαγή δεδομένων και παραστάσεων και να κάνουν αισθητή την παρουσία τους σε όλους τους τομείς.

Συζητήσεις

Πώς μπορώ να ξεχάσω… στη Σκόπελο, τον Αύγουστο… (φωτό Ιωάννα Κλειάσιου, αρχείο ντέφι)

Στη μουσική, το ροκ που μέχρι το 1972 ανταποκρινόταν σ’ αυτή την ανάγκη, είχε χάσει την ορμή του και είχε ξεπεραστεί από τις εξελίξεις. Σε διεθνές επίπεδο, με τη λήξη της ιμπεριαλιστικής επιδρομής στην Ινδοκίνα, το αντιπολεμικό κίνημα, το οποίο ήταν βασικός τροφοδότης του ροκ, είχε ξεθυμάνει και στο εσωτερικό της χώρας μας, ο αντιδικτατορικός αγώνας είχε βρει πιο πρόσφορο το ελληνικό τραγούδι, παλιό και σύγχρονο, για να εκδηλώνεται ενωτικά, ριζοσπαστικά και αντιστασιακά.

Σε μια από τις μεγάλες συζητήσεις που κάναμε με τον Παπάζογλου, την οποία ηχογραφούσαμε δοκιμάζοντας ένα καινούργιο φορητό μαγνητόφωνο που είχα μόλις αποκτήσει, το έτος 1986, προκύπτει ότι ήμασταν απολύτως σύμφωνοι ότι το ροκ για μας είχε τελειώσει την ίδια ακριβώς εποχή. Και είχε σημασία αυτό γιατί ήμασταν για χρόνια προσκολλημένοι στο ροκ τόσο για λόγους αισθητικούς όσο και για λόγους πολιτικούς, όπως και πολλοί φίλοι και γνωστοί μας. Και δεν ήταν τυχαίο ότι είχαμε χάσει τον ενθουσιασμό μας και μετριάσει το ενδιαφέρον μας για το ροκ ταυτόχρονα, χωρίς κάποιος να μας το έχει επιβάλει.

Και μ’ αυτή την έννοια, στο χώρο του τραγουδιού, ο Παπάζογλου είναι μάλλον ο πιο αντιπροσωπευτικός φορέας αυτής της μετεξέλιξης. Και γι’ αυτό όταν κουβεντιάζαμε έχοντας τα ίδια σημεία αναφοράς, δεν δυσκολευόμασταν να καταλήξουμε σε κάποιο συμπέρασμα. Αμφότεροι είχαμε ανακατευτεί μέχρι τα μπούνια με τα ποπ συγκροτήματα της δεκαετίας του 1960, εκείνος της Θεσσαλονίκης κι εγώ της Αθήνας, και στην αρχή της δεκαετίας του 1970 τα προσωπικά μας γούστα είχαν ήδη επικεντρωθεί στο αντικαθεστωτικό και πειραματικό ροκ, από τoυς MC5 ως τον Frank Zappa.

Παράλληλα, λόγω της κοινής μας καταγωγής από την «καθ’ ημάς Ανατολή», ήμασταν εξοικειωμένοι με τις μουσικές της Μικράς Ασίας και της Κωνσταντινούπολης. Και επίσης, λόγω της πολιτικοποίησης και της έντασης του αντιφασιστικού κινήματος στα χρόνια της δικτατορίας στρεφόμασταν όλο και πιο πολύ στο εντόπιο λαϊκό και έντεχνο τραγούδι.

Την εποχή, λοιπόν, που γίνεται αυτή η συζήτηση μεταξύ μας, στα μέσα της δεκαετίας του 1980, μια πολύχρωμη ομάδα νέων καλλιτεχνών προβάλλεται από τον Τύπο ως η σύγχρονη ροκ σκηνή (Μηλιώκας, Ζουγανέλης, Μπουλάς, Γιοκαρίνης κ.λπ.), αλλά ο Νίκος είναι κατηγορηματικά αντίθετος μ’ αυτή την αυθαιρεσία: «Δεν μπορείς να παίζεις μ’ οτιδήποτε. Άμα βρεις μια χειροβομβίδα πρέπει να την αφήσεις εκεί που είναι. Μην πας να την κλωτσήσεις. Άμα την κλωτσήσεις θα φας τα μούτρα σου. Άμα βρεις μια μπάλα, κλώτσα την, αλλά τη χειροβομβίδα άσ’την. Δεν μπορούμε να παίζουμε με όρους, δεν μπορούμε να παίζουμε με τη λέξη ροκ. Να εμφανίζουμε αυτό το είδος σαν ροκ. Γι’ αυτό το πράμα νομίζω ότι ο καλύτερος χαρακτηρισμός είναι ελαφρό τραγούδι. Πάντα έτσι ήτανε το ελαφρό τραγούδι. Πάντα ίσχυε μια ενορχήστρωση δεδομένη απ’ τη Γερμανία ή την Αγγλία ή απ’ όποια άλλη χώρα επηρέαζε τα πολιτικά πράγματα στον τόπο μας, οπότε και οι καλλιτέχνες δανείζονταν τη μουσική της φόρμα στην οποία έβαζαν ελληνικά λόγια. Περί αυτού πρόκειται. […] Σε αντίθεση με το ελαφρό τραγούδι, το ροκ είναι ένα μικρόβιο, ας πούμε, που έχει ενδείξεις, έχει εξανθήματα. Πρέπει να έχεις σπυριά, άμα δεν έχεις σπυριά σημαίνει ότι δεν σ’ έχει προσβάλει. Και βλέπω ανθρώπους τους οποίους δεν τους έχει προσβάλει, να πλασάρονται για ροκ.»

Τα κορδόνια

Βέβαια, ό,τι θετικό είχαμε πάρει από την ενασχόλησή μας με το ροκ πιστεύαμε ότι το κρατήσαμε και -ανάλογα με τις επιλογές και τις δυνατότητές μας- το ενσωματώσαμε στο ελληνικό τραγούδι με το οποίο ασχοληθήκαμε με αφοσίωση. Βλέποντας τη ζωή μέσα από τη μουσική, εκ των υστέρων, είναι πιο εύκολο να σκιαγραφήσει κανείς τα ορατά και αόρατα ρεύματα και νήματα που μας διαμόρφωσαν και μας ενεργοποίησαν στη μετά-ροκ περίοδο που ακολούθησε. Ιδίως μέσα από την πορεία του Παπάζογλου, ενός πολύ σημαντικού τροβαδούρου με λαϊκό έρεισμα και μεγάλη ακτινοβολία, μπορεί να χαρτογραφηθεί η πραγματικότητα με σαφήνεια που δεν επιτυγχάνεται με άλλες μεθόδους και εργαλεία.

Μαγεμένοι από τον πλουραλισμό και την ελευθερία που απέπνεαν τα νεανικά κινήματα και με έντονη την ανάγκη να ξεφύγουμε από το συντηρητισμό και τον επαρχιωτισμό που ήταν διάχυτος και να γίνουμε πολίτες του κόσμου που ανατέλλει, δεν διστάσαμε να πάρουμε ρίσκα για συμβάλλουμε σ’ αυτό που αντιλαμβανόμασταν ως κοσμογονία. Επιθυμούσαμε να συνδεθούμε με θαυμαστά πράγματα στις τέχνες, την πολιτική και τις επιστήμες, ρουφάγαμε κάθε πληροφορία, κάθε στοιχείο που έφτανε σχεδόν πάντα με σχετική καθυστέρηση στην Ελλάδα. Κι όλα αυτά, σε μια χώρα όπου τα αγόρια πήγαιναν σε χωριστά από τα κορίτσια σχολείο, οι μαθητές τιμωρούνταν με χαρακιές για απείθεια και εξαναγκάζονταν να εξομολογούνται τακτικά τις αμαρτίες τους στον παπά μέσα στο γραφείο του γυμνασιάρχη, ενώ όσοι εκτρέπονταν σε αντικοινωνικές πράξεις αποβάλλονταν δια παντός ή διαπομπεύονταν με μια ταμπέλα στο στήθος, ενώ κινδύνευαν να διωχτούν ποινικά όποιοι συνήπταν ερωτικές σχέσεις με κοπέλες κάτω από τα 18.

Σε μια Ελλάδα στην οποία, πάνω που άρχισε να εκσυγχρονίζεται διστακτικά, μια σπείρα αξιωματικών, κατάλοιπων και απόγονων των γερμανοτσολιάδων που είχαν πρόθυμα μεταπηδήσει στην υπηρεσία των Άγγλων και των Αμερικάνων, με κάτι ελληνικά που εκφέρονταν σαν ερπύστριες, μας κούρευαν με το ζόρι, μας κατηχούσαν «ελληνοχριστιανικά» και, με κάθε ευκαιρία, μας ταπείνωναν για να μας κρατήσουν ακίνητους στο γύψο με τον οποίο διατεινόταν ο επικεφαλής τους Γεώργιος Παπαδόπουλος ότι θα μας επανέφεραν στον ορθό δρόμο.

«Πάρε για παράδειγμα τον εαυτό μου», έλεγε ο Νίκος το 1986. «Γιατί έπαιζα rock ‘n’ roll σαν μανιακός; Γιατί τραγουδούσα Rolling Stones σαν μανιακός με τους «Μακεδονομάχους»; Τι να τραγούδαγα δηλαδή; Είχα μια τέτοια βία μέσα μου! Με έπιαναν στο δρόμο, όποτε γυρνούσα στο σπίτι και μου ζητούσαν τα στοιχεία μου, οι ασφαλίτες. Έσκυψα μια φορά να δέσω τα παπούτσια μου σε ένα αυτοκίνητο, νύχτα ήτανε, με είδανε να είμαι σκυμμένος επάνω στον προφυλακτήρα να δένω το κορδόνι και ήρθαν και μου κόλλησαν ένα πιστόλι στο κεφάλι. Και μόνο που δεν με ξεβρακώσανε! Ξύλο, κακό, το ένα, το άλλο! Επειδή τότε ήτανε πολύ στριμωγμένα τα πράγματα και πήγαιναν οι νεολαίοι και τοποθετούσαν τις προκηρύξεις ρολό μέσα στις εξατμίσεις ώστε την άλλη μέρα, βάζοντας μπρος ο οδηγός το αυτοκίνητο να διασκορπίζονται οι προκηρύξεις σε όλη την πόλη! (γελώντας) Λοιπόν, εγώ είχα μια βία μέσα μου τέτοια που δεν έβγαινε με καμιά από τις παραδοσιακές μουσικές του τόπου μου εκείνο τον καιρό. Επίσης, να μην ξεχνάμε και ότι ήμουνα στην περίοδο που η ανάγκη για ελευθερία της έκφρασης ήταν τόσο μεγάλη που γινόταν η διαδήλωση, ας πούμε, για το 15% στην παιδεία και πλακωνόμασταν και χυνόταν αίμα! Στην πραγματικότητα, αυτά όλα βγαίναν και εκφράζονταν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αλλά για μας κυρίως μέσα από τη μουσική.»

Σπάνιο κράμα

Πώς μπορώ να ξεχάσω… στη Σκόπελο, τον Αύγουστο… (φωτό Ιωάννα Κλειάσιου, αρχείο ντέφι)

Ο Παπάζογλου από τη δεκαετία του ’60 μπήκε πολύ ενεργά στη νέα μουσική σκηνή που αντλούσε το υλικό της από την ποπ αρχικά και το ροκ στη συνέχεια. Όχι μόνο από τη μουσική με τη στενή της έννοια, αλλά απ’ όλο το πακέτο που εμπεριείχε τα στοιχεία ενός διαφορετικού έως εναλλακτικού τρόπου ζωής. Οι ελεύθερες σχέσεις με σεβασμό στον άλλο, η αναμόρφωση και όχι η ρήξη των οικογενειακών δεσμών, η άρνηση πολλών κοινωνικών συμβατικοτήτων, η ανέμελη εξωτερική εμφάνιση, η πολιτικοποίηση γύρω από μια νέα θεματολογία, η αντίθεση στον πόλεμο και το ρατσισμό, η ισότητα των φύλλων, η αποδοχή της σεξουαλικής διαφορετικότητας, η έγνοια για το περιβάλλον, ο διεθνισμός κόντρα στο σοβινισμό, ο συγκερασμός του μοντερνισμού με την παράδοση, η ποιοτική διατροφή, η σημασία που έχουν οι φιλίες και οι παρέες, η εκτίμηση για τους επαναστάτες και τα επαναστατικά κινήματα, η απόρριψη του καταναλωτισμού, η εμπειρία των παραισθησιογόνων ουσιών, τα νέα ρεύματα ιδεών, οι τολμηρές καινοτομίες στη λογοτεχνία, η ποίηση και η αντιποίηση, τα μακρινά ταξίδια με πρωτόγονα μέσα, η ολιγάρκεια και η πρακτική του φτιάχτο μόνος σου…

Όχι πως καταφέραμε να ζήσουμε ακριβώς όπως το φανταζόμασταν. Λιγότερο ή περισσότερο, πάντως, το προσπαθήσαμε και δεν είναι λίγο αυτό που βιώσαμε. Σ’ αυτά τα κοινά σημεία, όχι όλα αντιληπτά από μη μυημένους, βρισκόταν το βαθύτερο νόημα της επικοινωνίας μας με τον Νίκο. Και, σε κάθε περίπτωση, ο Παπάζογλου μπορούσε με το ταλέντο του όλο αυτό να το εκφράζει καλλιτεχνικά και να το υποστηρίζει πρωτότυπα με τον τρόπο που ζούσε, με το στυλ που είχε, με τα τραγούδια που διάλεγε και με το ύφος που τα ερμήνευε επί σκηνής, με τη συνέπεια που επέδειξε μέχρι το τέλος στις αντιλήψεις του περί ζωής, τέχνης, συνύπαρξης, ενόρασης και δημιουργίας. Ο Νίκος ήταν διανοούμενος και τεχνίτης, εμπειρικός και πολυπράγμων, μουσικός και στυλίστας, λαϊκός και μοντέρνος, ρόκερ και μπουζουξής, ένα σπάνιο κράμα που εξέπεμπε προς κάθε κατεύθυνση μια γοητεία ακαταμάχητη.

Βγες, Νίκο!

Όταν του φώναξα με δύναμη για να ακουστώ μέσα στην οχλοβοή που προκαλούσαν χιλιάδες ενθουσιώδεις φίλοι του λαϊκού τραγουδιού που είχαν κατακλύσει τις κερκίδες, τα σκαλοπάτια, την πίστα και όλο το χώρο γύρω από την εξέδρα, Νίκο, βγες! Βγες, Νίκο! και ο Τάσος μειδιούσε επιδοκιμαστικά δίπλα μου, ένιωθα ότι ο Παπάζογλου ήταν η πιο ολοκληρωμένη πρότασή μας προσωποποιημένη. Και παρ’ όλο που ήταν και παρέμεινε, εκ πεποιθήσεως, εφ’ όρου ζωής ανεξάρτητος και αυτόνομος, δεν έπαψα ποτέ να τον αισθάνομαι ως μέρος του κοινού μας πολιτισμικού οικοσυστήματος.

Το καλοκαίρι του 1982, ο Νίκος δεν ήταν ακόμα πανελλήνια αναγνωρισμένος. Πιο πέρα από τους καλύτερα ενημερωμένους, ήταν γνωστό το τραγούδι «Τρελή κι αδέσποτη (Νίκου Ξυδάκη και Μανώλη Ρασούλη), αλλά ακόμα δεν είχε αναδειχτεί ο Νίκος μέσα από τη συλλογική δισκογραφική δουλειά ως νέα ξεχωριστή μονάδα στο τραγούδι. Όσο παράδοξο κι αν ακούγεται αυτό σήμερα, μετά τον πάταγο που προκάλεσε η συναυλία στο Θέατρο του Λυκαβηττού που μεταδόθηκε με πολύ μεγάλη θεαματικότητα από την ΕΡΤ και η αίσθηση που προκάλεσε ο Νίκος με το στυλ και τα τραγούδια που ερμήνευσε, ο Αχιλλέας Θεοφίλου ηχογράφησε με την Αλεξίου το τραγούδι «Οι μάγκες δεν υπάρχουν πια» (μουσική Νίκου Ξυδάκη, στίχοι Μανώλη Ρασούλη) που έγινε πανελλήνια επιτυχία και την επόμενη χρονιά, το 1983, ο Στέλιος Φωτιάδης συμπεριέλαβε στο δίσκο «Όμορφη Νύχτα» το «Κανείς εδώ δεν τραγουδά (Μπαγλαμαδάκι)» (μουσική Νίκου Παπάζογλου, στίχοι Τάκη Σιμώτα) το οποίο με τη φωνή της Γλυκερίας έγινε πελώριο σουξέ! Δηλαδή, με τη συναυλία του Λυκαβηττού αφενός έγινε η αποκάλυψη του Παπάζογλου και αφετέρου αξιοποιήθηκαν στο μέγιστο βαθμό τα δύο εμβληματικά τραγούδια από τις πιο δημοφιλείς τραγουδίστριες της εποχής.

Με αυτό το περιστατικό επισημαίνω ότι χρειάστηκαν μερικά χρόνια από την έκδοση των δίσκων «Η εκδίκηση της γυφτιάς» (1978) και «Τα δήθεν» (1979), στους οποίους περιέχονται τα δύο τραγούδια, για να συνδεθούν τελικά με τον Παπάζογλου που πρώτος τα είχε ερμηνεύσει δισκογραφικά. Τρία χρόνια αργότερα, όταν το 1985 προσκαλέσαμε ξανά στο Λυκαβηττό τον Παπάζογλου για να συμμετάσχει στη συναυλία της Γλυκερίας που οργανώσαμε ως «ντέφι», τα τραγούδια που είχε ερμηνεύσει σε πρώτη εκτέλεση ο Νίκος είχαν εντωμεταξύ ταυτιστεί με τον ίδιο και στη φαρέτρα του είχαν προστεθεί τα πιο πρόσφατα από το «Χαράτσι», όπως ο «Υδροχόος» (Μανώλη Ρασούλη και Βάσως Αλαγιάννη) και ο «Αύγουστος» (Νίκου Παπάζογλου).

Η πιο λογική εξήγηση που υπάρχει γι’ αυτή την «καθυστέρηση» είναι ότι η «γυφτιά» και τα «δήθεν», άσκησαν μεν πολύ μεγάλη επιρροή σε βάθος χρόνου, αλλά οι αρχικές πωλήσεις τους, αν και ήταν πολύ σημαντικές για τη Λύρα, υστερούσαν πολύ από τις πωλήσεις που έκαναν τότε οι δίσκοι των καταξιωμένων τραγουδιστριών. Αν τα δύο LP των Ξυδάκη-Ρασούλη είχαν κυκλοφορήσει σε 50 χιλιάδες δίσκους και κασέτες, οι δίσκοι της Αλεξίου και της Γλυκερίας ξεπέρασαν τα 500 χιλιάδες αντίτυπα. Τόσο αβυσσαλέα ήταν η απόσταση μεταξύ τους. Επί της ουσίας, όμως, ο Παπάζογλου δεν βιάστηκε ποτέ να γίνει διάσημος ούτε επιδίωξε να αποκτήσει τόσο μεγάλη εμπορικότητα. Ακόμα κι αυτό φρόντισε να το διαχειριστεί διακριτικά με τον τρόπο του και τους όρους του αποφεύγοντας σταθερά και συνειδητά μια υπερμεγέθη επιτυχία που θα προκαλούσε μια ανεπιθύμητη παρέκκλιση στις επιλογές του και ένα σοβαρό εκτροχιασμό στη ζωή του.

 (Το κείμενο γράφτηκε με αφορμή μερικές κασέτες με συζητήσεις μας, από μια χρονικά μεγάλη περίοδο, τις οποίες άκουγα αυτές τις μέρες, καθώς συμπληρώνονται εννιά χρόνια, στις 17 Απριλίου, από το άχαρο τελευταίο ταξίδι του Νίκου.)

Συνεχίζεται

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!