του Τόμας Φάτσι*

Για μια μεγάλη περίοδο της εποχής Μέρκελ, η Γερμανία ήταν ένα νησί οικονομικής και πολιτικής σταθερότητας μέσα στα διαρκώς ταραγμένα νερά της Ευρώπης. Αυτές οι μέρες, ωστόσο, μοιάζουν πια με μακρινή ανάμνηση. Η Ευρώπη εξακολουθεί να βρίσκεται σε κρίση, αλλά τώρα η Γερμανία βρίσκεται στο επίκεντρό της. Είναι και πάλι ο άρρωστος της Ευρώπης…

Οι αγρότες έδωσαν φωνή σε μια πολύ ευρύτερη δεξαμενή πολιτικής οργής: η εκτίναξη του κόστους ζωής, η κατακόρυφη πτώση των πραγματικών μισθών, οι μαζικές απολύσεις και η κρίση της στέγης έχουν κατεβάσει το ποσοστό αποδοχής της κυβέρνησης Σολτς στο χαμηλότερο επίπεδο όλων των εποχών. Το πρόβλημα είναι ότι η κοινωνική ειρήνη της Γερμανίας βασιζόταν σε δύο πυλώνες: φθηνές εισαγωγές πρώτων υλών και ενέργειας (κυρίως από τη Ρωσία), και υψηλή ζήτηση στον υπόλοιπο κόσμο. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, λόγω της επιβράδυνσης της παγκόσμιας οικονομίας και του πολέμου στην Ουκρανία, αυτά τα δύο ατού της Γερμανίας έχουν εξανεμιστεί.

Γι’ αυτό ευθύνεται η ίδια η γερμανική ηγεσία: Πρώτα πήδηξε στο αντιρωσικό άρμα, κι έτσι απώλεσε την κύρια πηγή ενέργειας. Στη συνέχεια επιδείνωσε την κρίση με δύο από τις αγαπημένες εμμονές του γερμανικού κατεστημένου, τις «πράσινες πολιτικές» και τη λιτότητα. Η απόφαση για περικοπή των επιδοτήσεων παρουσιάστηκε από την κυβέρνηση ως ο μόνος τρόπος για επίτευξη των δημοσιονομικών και κλιματικών στόχων. Το μήνυμα ήταν αυτό που έχουμε συνηθίσει: Es gibt keine Alternative [Δεν υπάρχει εναλλακτική]. Αλλά φυσικά και οι δύο στόχοι είναι αποτέλεσμα πολιτικών αποφάσεων, και όχι νόμων της φύσης – κάτι που οι απλοί Γερμανοί γνωρίζουν πλέον πολύ καλά.

ΣΥΝΟΛΙΚΑ, ΛΟΙΠΟΝ, το γερμανικό μοντέλο φαίνεται να καταρρέει υπό το βάρος εσωτερικών αντιφάσεων που συσσωρεύονται εδώ και πολύ καιρό. Σε αντίθεση με μια δημοφιλή πεποίθηση, η επιτυχία της Γερμανίας μετά το ευρώ δεν βασίστηκε στην αύξηση της παραγωγικότητας ή της αποτελεσματικότητας της γερμανικής οικονομίας, αλλά σε μια σειρά νεοφιλελεύθερων «διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων» που εφαρμόστηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 2000 και επέτρεψαν στις επιχειρήσεις να συμπιέσουν δραστικά τους μισθούς. Αυτό είχε όμως υψηλό κοινωνικό και οικονομικό κόστος: υστέρηση της εγχώριας ζήτησης, χρόνια υποεπένδυση, αποτυχία των υποδομών, αλλά κυρίως –όσον αφορά τις πολιτικές συνέπειες– μια μαζική ανακατανομή του εθνικού εισοδήματος από τους μισθούς στα κέρδη, που πύκνωσε τις τάξεις των επισφαλών και χαμηλόμισθων εργαζομένων.

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι αυτή δεν είναι απλώς μια οικονομική κρίση για τη Γερμανία, αλλά κυρίως μια υπαρξιακή κρίση. Η αυτοαντίληψη της Γερμανίας ως οικονομικής και γεωπολιτικής δύναμης αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της εθνικής της ταυτότητας – αυτό που ο Χανς Κουντνάνι ονόμασε Exportnationalismus [εξαγωγικό εθνικισμό]. Όμως η πτώση της χώρας από γεωπολιτική άποψη –από «Τέταρτο Ράιχ» σε υποτελή της Αμερικής υπό τον Σολτς– κατέρριψε ακόμη και αυτή την πεποίθηση. Αυτό γίνεται εμφανές από το κύμα των «λαϊκιστικών» κομμάτων τόσο στη δεξιά όσο και στην αριστερά. Η «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD), σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις, βρίσκεται στη δεύτερη θέση σε εθνικό επίπεδο. Αλλά και νέα κόμματα ξεπηδούν, όπως η αριστερή-λαϊκιστική απάντηση της Σάρα Βάγκενκνεχτ στο AfD, που σημειώνει καλά αποτελέσματα. Το γερμανικό κατεστημένο, αλλά και οι πιο μετριοπαθείς Γερμανοί, αντιδρούν με τυπικά αγανακτισμένο τρόπο. Οι πολιτικοί και τα ΜΜΕ ζητούν πλέον την απαγόρευση του AfD…

ΕΝ ΜΕΣΩ ΤΗΣ αυξανόμενης δημοτικότητας των δεξιών λαϊκιστικών κομμάτων σε ολόκληρη την ήπειρο, η Ευρώπη καλά θα κάνει να παρακολουθεί στενά τον πρώην πυλώνα της. Διότι, όπως λένε, όταν η Γερμανία φτερνίζεται, η Ευρώπη κρυολογεί – και αυτή η πολιτική ασθένεια δεν είναι πιθανό να βελτιωθεί σύντομα.

* Ο Τόμας Φάτσι είναι δημοσιογράφος, ερευνητής και συγγραφέας. Εδώ παρουσιάζονται αποσπάσματα άρθρου που δημοσιεύθηκε στις 8/2/2024 στον ιστότοπο Sinistra in rete (sinistrainrete.info).

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!