Οι σύγχρονες τεχνολογίες, τα αυτοματοποιημένα συστήματα ελέγχου και ο  αυξανόμενος βαθμός παρακολούθησης βρίσκονται στο επίκεντρο της νέας γαλλικής ταινίας «Το Μαύρο Κουτί» του Γιαν Γκοζλάν, μια καλογραμμένη σκοτεινή ταινία μυστηρίου με κατασκοπευτικές αιχμές, που επιχειρεί να ανοίξει διάλογο γύρω από την άκριτη εξάπλωση της τεχνητής νοημοσύνης –λαμπρή οικονομική επένδυση- παραβλέποντας πως εύκολα μπορεί να παραβιαστούν θεσπισμένες ατομικές ελευθερίες.

Μετά από τη συντριβή αεροσκάφους της πτήσης Ντουμπάι-Παρίσι στις Άλπεις, με κανέναν επιζώντα από τους 300 επιβάτες, η εξειδικευμένη ομάδα ερευνητών της Υπηρεσίας Έρευνας Αεροσκαφών, με επικεφαλής τον Βικτόρ Πολόκ, επιχειρεί να διαλευκάνει τα αίτια. Όταν εξαφανίζεται μυστηριωδώς ο Πολόκ, δυο μέρες μετά τη συντριβή, την έρευνα αναλαμβάνει ο τριαντάχρονος Ματιέ Βασέρ (Πιερ Νινέ). Όσο τα συντρίμμια της ατράκτου επιβεβαιώνουν πως το αεροσκάφος δεν εξερράγη στον αέρα, τόσο οι καταγεγραμμένες συνομιλίες στο «μαύρο κουτί» αποκαλύπτουν την εισβολή ενός επιβάτη στο πιλοτήριο, ενισχύοντας την πιθανότητα τρομοκρατικής επίθεσης, με την επιχειρηματολογία να εξαντλείται στον πλημμελή έλεγχο της αεροσυνοδού. Ωστόσο, από το μήνυμα στο κινητό τού συζύγου μιας επιβάτιδας, ο Ματιέ αντιλαμβάνεται μικρή χρονική απόκλιση της εκτιμώμενης ώρας της πτώσης του αεροσκάφους, κρίσιμο στοιχείο που τον γεμίζει αμφιβολίες για το γεμάτο ασάφειες πόρισμα, που πιέστηκε να ανακοινώσει στη συνέντευξη τύπου. Καθώς τα διάσπαρτα στοιχεία του παζλ δεν κουμπώνουν σωστά, μακριά από λανθασμένες εικασίες, ο Ματιέ ερευνά κάθε διαθέσιμο στοιχείο, όπως φωτογραφίες στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης, που τραβήχτηκαν κατά την πτήση. Νέα ερωτηματικά προκύπτουν, όταν αποκαλύπτεται ότι τα παρά τα προβλήματα αυτοματοποίησης που είχαν δηλωθεί ένα εξάμηνο πριν στα  αεροσκάφη Ατριάν 800, σαν αυτό που συνετρίβη, οι  ελεγκτικές επιτροπές χορήγησαν πιστοποίηση. Ο Ματιέ αψηφά κινδύνους αλλά και φήμες που τον θέλουν εμμονικό και αναζητά στοιχεία στο σπίτι του αγνοούμενου Πολόκ.

Εκτός από την καλογραμμένη σεναριακή πλοκή, βασικό συστατικό της ταινίας αποτελεί ο αντι-χαρακτήρας του πρωταγωνιστικού ήρωα. Μακριά από τους αρρενωπούς χολιγουντιανούς ήρωες που ό,τι και αν συμβεί πάντα επιβιώνουν, ο Ματιέ εμφανίζεται ψηλόλιγνος, με γυαλιά, αρχικά στα πρότυπα του άτολμου σπασίκλα που ό,τι του λείπει σε εμφάνιση, το κερδίζει σε μυαλό, ενώ είναι παντρεμένος με ισάξια σε ευφυία γοητευτική σύζυγο, επιτυχημένη επαγγελματικά. Ο Ματιέ, εγκαταλείποντας το όνειρο να γίνει πιλότος, εξαιτίας προβληματικής όρασης, ειδικεύτηκε στην ακουστική και παρουσιάζεται ως άλλος Σέρλοκ Χολμς, εξαιρετικά ικανός και σχολαστικός.

Ο χαρακτήρας του Ματιέ χτίζεται από τα πρώτα πλάνα, όταν διαπληκτίζεται με τον Πολόκ, προκειμένου να τον πείσει να συνεχίσουν τις έρευνες για την πτώση ενός ελικοπτέρου. Η εμμονή του, στα όρια ψυχαναγκασμού, πιστοποιείται μέσα από διαδοχικά κοφτά πλάνα, να βάζει τάξη στα σύνεργά του. Οι κρίσεις πανικού του, κάθε φορά που βουητό από οξείες συχνότητες διαπερνά το ηχητικό πεδίο της ταινίας, αναδεικνύουν την ευαίσθητη ακοή του. Έχοντας την ευχέρεια να καταλάβει άμεσα την ηχητική διαφορά που παράγει το βραχυκύκλωμα από βύσμα, αλλοιώνοντας ανεπαίσθητα τον ήχο, ο Ματιέ κάνει παρατήρηση σε συνάδελφό του να σταματήσει να κουνάει το πόδι του, γιατί επηρεάζεται δραστικά η ακουστική του αντίληψη. Εξάλλου, τονίζεται εύλογα στην ταινία πως με την ψηφιακή πλέον επεξεργασία του ήχου, υπάρχει η δυνατότητα να διαχωριστούν οι διαφορετικές μικροσυχνότητες και να μεγεθυνθούν πολλαπλάσια, ώστε ένα εξασκημένο ανθρώπινο αυτί να ξεχωρίζει θορύβους, ηχητικές ηλεκτρονικές παρεμβολές, ήχους μηχανής και συνομιλίες, για να διακρίνει μηχανική από ηλεκτρονική βλάβη.

Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός πως ο Ματιέ, που συχνά φοράει ακουστικά, θυμίζει τον πρωταγωνιστή που παρακολουθεί και καταγράφει τηλεφωνικές συνομιλίες στη «Συνωμοσίας της σκιάς» (2016/Τομά Κρουιτόφ), στην οποία ο Γκοζλάν ήταν σεναριογράφος, ταινία με αντίστοιχη ατμόσφαιρα κατασκοπίας που εδράζει στη «Συνομιλία» (1974/Κόπολα) ως και τις «Ζωές των άλλων» (2006/ Φλόριαν Χένκελ φον Ντόνερσμαρκ).

Ωστόσο, το θρίλερ του Γκοζλάν ξεχωρίζει σκηνοθετικά, με κίνηση της κάμερας, κοντινά πλάνα και ντεκουπάζ, που υπογραμμίζουν σε μια χιτσκοκικού τύπου οπτικοποίηση, τα καίρια σημεία-κλειδιά της πλοκής. Έτσι, από την εισαγωγική σεκάνς στους τίτλους αρχής, με τη δραματοποιημένη σκηνή στο εσωτερικό του αεροσκάφους πριν την πτώση, η κάμερα, σε ενιαία κίνηση μονοπλάνου, διασχίζει οπισθοχωρώντας απ’ άκρη σ’ άκρη το αεροπλάνο, από το πιλοτήριο μπροστά, ως τους αποθηκευτικούς χώρους στο πίσω μέρος, καταλήγοντας να εστιάσει στο περίφημο «μαύρο κουτί».

Οι καταγεγραμμένες ομιλίες που επαναλαμβάνονται στην ταινία αφορούν αυτήν ακριβώς τη χρονική στιγμή, ενώ η αναπαράσταση της ίδιας σκηνής επαναλαμβάνεται άλλες δυο φορές, υποδεικνύοντας τον τρόπο που ο Ματιέ οπτικοποιεί ό,τι ακούει, συγκρίνοντας ομιλίες, κινήσεις επιβατών και αεροσυνοδών. Έτσι, μετά την εισαγωγή, η αναπαράσταση αυτής της σκηνής αναβιώνει μαγικά στη φαντασία του Ματιέ, καθώς παρατηρεί τα μεταφερμένα συντρίμμια του αεροπλάνου, στον ειδικό χώρο του αεροδρομίου, με σχεδιασμένη στο πάτωμα την κάτοψη του αεροσκάφους σε πραγματική κλίμακα. Με κλειστά μάτια και φορώντας ακουστικά, απ’ όπου ακούει τις συνομιλίες, φαντάζεται πως βρίσκεται και αυτός νοητά εκεί, ανάμεσα στους επιβάτες. Μετά από αργή εστίαση στο πρόσωπό του, η κάμερα σε συνεχιζόμενο μονοπλάνο απομακρύνεται, εισάγοντας στο κάδρο το σκηνικό της πτήσης, υποδηλώνοντας πως ο Ματιέ βρίσκεται μέσα στο αεροπλάνο.

Η εμμονή του, καθώς ακούει ξανά και ξανά τις συνομιλίες, μεταφέρεται μέσα από συνεχόμενα κυκλικά πλάνα, ενώ στο πάρκο, όπου ο Ματιέ συνοδεύει τον ανιψιό του για να πετάξει ντρόουν, ο πρωταγωνιστής διαφαίνεται ανετάριστος στο πρώτο πλάνο, για να δοθεί προσοχή στην τηλεχειριζόμενη συσκευή, στο φόντο.

Αντίστοιχα, αξιοποιείται ένα εξαιρετικό παιχνίδι εικόνας-ήχου, για να εκφραστεί η αφοσίωση του πρωταγωνιστή στην υπόθεση. Στην επίσημη δεξίωση ισχυρών παραγόντων της αεροναυπηγικής, ο Ματιέ ακούει την κρίσιμη ηχογράφηση με τις κραυγές απόγνωσης πριν την πτώση, φορώντας διακριτικά ακουστικά, ενώ η κάμερα κινηματογραφεί μέσα από τράβελινγκ χαρούμενες εικόνες ανθρώπων που πίνουν κοκτέιλ, σε μια σοκαριστική ηχητική αντίθεση, ενισχύοντας την αδιαφορία των εταιριών, που αντιμετωπίζουν τους επιβάτες ως αναλώσιμους.

Ωστόσο, με τον ήχο στον πυρήνα της υπόθεσης, ενθουσιάζει η οπτικοποίηση της ακουστικής και ηχητικής διάστασης, σε μια ταινία που επιχειρεί να απαντήσει στο πώς κινηματογραφείται η ακοή. Η αίσθηση της ακοής μεταφέρεται κυρίως μέσα από κοντινά πλάνα και εστιάσεις στο αυτί του πρωταγωνιστή, για να δοθεί έμφαση σε ό,τι προσπαθεί να αφουγκραστεί με ιδιαίτερη προσοχή.

Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει και η διάθεση της ταινίας να υποδείξει τις πολλαπλές μορφές χρήσης και εφαρμογής της ψηφιακής τεχνολογίας στη καθημερινή ζωή. Ο Ματιέ επικοινωνεί με την γυναίκα του μέσω βιντεοκλήσης, υπάρχει κάμερα καταγραφής στο αυτοκίνητο του Πολόκ, απ’ όπου εισέρχονται σημαντικά στοιχεία στην πλοκή, ο πρωταγωνιστής κατευθύνεται στο σπίτι του Πολόκ μέσω GPS, ενώ σημαντικά αρχεία μεταφέρονται με το πάτημα ενός κουμπιού μέσω μέιλ.

Με ατμόσφαιρα σύγχρονου νεο-νουάρ, στα χνάρια των ισπανικών πολιτικών θρίλερ που ξεσκεπάζουν τη διαφθορά της εξουσίας, όπως το εξαιρετικό «Ο έκπτωτος» (2018/Ροντρίγκο Σορογκόγιεν), έτσι και η ταινία του Γκοζλάν επιχειρεί να θίξει τις διαδρομές εξουσίας στις εταιρίες αυτοματοποιημένων συστημάτων ασφαλείας, που βάζουν τα κέρδη πάνω από τις ανθρώπινες ζωές. Αποφεύγοντας να δημιουργήσει φοβικά συμπεράσματα για την τεχνολογία, η ταινία επιχειρεί να προβληματίσει γύρω από τις νέες τεχνολογικές προκλήσεις. Έτσι, ενώ ο Ματιέ προσπαθεί να βγάλει πόρισμα μέσα από τα δεδομένα προσομοιωτή πτήσης, ένας έμπειρος πιλότος, που αμφισβητεί την χειραγωγήσιμη αξία της τεχνολογίας, σχολιάζει πως δεν μπορεί να συγκριθεί η αναπαράσταση με τις συνθήκες κανονικής πτήσης, επισημαίνοντας χαρακτηριστικά «σε είκοσι χρόνια θα χειρίζονται τα επιβατικά αεροσκάφη όπως τα ντρόουν», στηλιτεύοντας εκτός από την εξαφάνιση θέσεων εργασίας, την προστασία και την ασφάλεια των αεροσκαφών, όταν η τεχνητή νοημοσύνη θα κατέχει κύριο ρόλο και ένας χάκερ θα μπορεί να εισβάλλει στο σύστημα πλοήγησης από τον δικό του εξοπλισμό.

* Η Ιφιγένεια Καλαντζή είναι θεωρητικός-κριτικός κινηματογράφου, [email protected]

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!