του Τάσου Βαρούνη

 

Στρατηγική, στερεότυπα και πολιτικό υποκείμενο

Χρειάζεται να μιλήσουμε με ειλικρίνεια. Τι γέννησαν όλα αυτά τα χρόνια μνημονιακού καθεστώτος στη συνείδηση των αγωνιζόμενων ανθρώπων και στη συνείδηση της Αριστεράς. Γιατί οπωσδήποτε γίναμε φτωχότεροι, σίγουρα συμμετείχαμε σε διάφορους αγώνες και προφανώς αντιμετωπίσαμε καταστάσεις πρωτόγνωρες. Εδώ όμως μιλάμε για τη συνείδηση. Αν έγινε πιο πλούσια, πιο ευρύχωρη, πιο ικανή να συλλάβει το «φαινόμενο». Αν νέες ιδέες αντικατέστησαν τις παλιές, αν αποβάλαμε στερεότυπα άχρηστα και καθηλωτικά. Ίσως σε εποχές τόσο χαοτικές, η αγωνιστική εγρήγορση να μη φτάνει. Ίσως το μυαλό να πρέπει να κοπιάσει εξίσου με τα πόδια και τα χέρια, αν θέλουμε η πράξη μας να έχει ουσία και νόημα.

Γιατί συχνά σπαταλάμε φαιά ουσία για θέματα δευτερεύοντα, για τις «τακτικές» και τα «τρέχοντα», ενώ πολλά και δύσκολα απαιτούν κατανόηση και απαντήσεις. Μπορεί πάλι να επιλεγούν και πιο εύκολοι δρόμοι: Άλλοι επιτέλους δικαιώθηκαν, άλλοι έχουν προεξοφλήσει το μέλλον, κάποιοι έχουν τη λύση, άλλοι μην τυχόν και τους χαλάσεις το όνειρο, κάποιοι λένε «τώρα τρέχουμε» κι αυτά είναι πολυτέλειες, και κάποιοι απλά υπάρχουν. Γιατί αν σήμερα είσαι ό,τι παλεύεις, τι τελικά παλεύουμε; Ας προτείνουμε, λοιπόν, έναν διαφορετικό πλαίσιο.

Πρώτον. Χρειαζόμαστε κάποιες κεντρικές, προσανατολιστικές εκτιμήσεις. Δεν μπορεί η ματιά μας να χάνει το «μεγάλο κάδρο». Μερικά παραδείγματα με τον κίνδυνο «χαοτικού αραδιάσματος»: Είναι άλλη γραμμή ο «ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση» και άλλη η «διέξοδος της χώρας με το λαό στο προσκήνιο». Με άλλο τρόπο καθορίζει τις εξελίξεις ένα εκλογικό ποσοστό και αλλιώς ένα πολιτικό κίνημα. Είναι άλλη χώρα η Ελλάδα και άλλη το Λουξεμβούργο. Δεν είναι λεπτομέρεια η μετατόπιση της κρίσης στο γεωπολιτικό πεδίο και τον πόλεμο. Είναι άλλο πράγμα μια νεοφιλελεύθερη επίθεση και άλλο μια διαλυμένη χώρα. Είναι άλλο το να αναγνωρίζεις στην Ευρώπη μια πρωτοφανή πολιτική κρίση και άλλο το να μένεις αποκλειστικά στην οικονομική σφαίρα. Είναι άλλος ο διπολισμός του 80% και άλλος όταν η Χρυσή Αυγή είναι τρίτο κόμμα. Είναι αλλιώς όταν οι νέοι σε αυτή τη χώρα πιστεύουν ή αγωνίζονται με την Αριστερά και αλλιώς αν μεταναστεύουν. Είναι άλλο σχέδιο το να ανατρέψεις αυτό το πολιτικό σύστημα και άλλο το να βρεις θέση στ’ αριστερά του. Είναι άλλη η περίοδος των Πλατειών και ενός μαζικού και εκδηλωμένου κοινωνικού ριζοσπαστισμού και πιο σύνθετη και αντιφατική η σημερινή κατάσταση. Είναι σωστό το ότι δεν αρκεί η συνθηματολογία του «Έξω το ΝΑΤΟ», αλλά αυτό δεν μεταφράζεται αυτόματα στο «Aνήκομεν εις τη Δύση». Όλα αυτά, δεν αποτελούν, απλά, «απόψεις» και δεν είναι καθόλου άσχετα με την πράξη, τις προτεραιότητες και το χαρακτήρα της. Αν θέλουμε η πολιτική να μην είναι ούτε πραγματισμός, ούτε σχολιασμός, οφείλουμε να σκεφτούμε πιο «στρατηγικά».

Δεύτερον. Να ξεφύγουμε από καθυστερημένα στερεότυπα. Σχήματα που λειτουργούν στα μυαλά, τρόποι σκέψης και ερμηνείας που ξεκινούν από προκατασκευασμένες οπτικές και αδυνατούν να συλλάβουν τον πλούτο και τη ζωντανή κίνηση των πραγμάτων. Όλα αυτά τα χρόνια εμφανίστηκαν πολλά τέτοια στερεότυπα. Μερικά παραδείγματα: Η καθαρότητα του «ταξικού αγώνα» και η αγνόηση της σύμπλευσής του με το εθνικό ζήτημα σε μια χώρα σαν την Ελλάδα. Η «θεωρία» ότι ο πατριωτισμός είναι κάτι αντιδραστικό και επικίνδυνο ή ότι η εθνική ταπείνωση οδηγεί αναγκαστικά στον εθνικισμό. Ο διεκδικητισμός στη θέση του πολύμορφου πολιτικού αγώνα. Ο οικονομισμός που υποτιμά την πολιτική σφαίρα και εστιάζει σε μέτρα και αλλαγές στην οικονομία, χωρίς να απαντά στο «ποιοι» και «πώς» θα τα υλοποιήσουν. Οι διάφοροι αυτοματισμοί και συνήθειες του τύπου «χωρίς απεργία διαρκείας δεν γίνεται τίποτα», όταν ο κόσμος ανακάλυπτε νέους τρόπους συμμετοχής και αγώνα. Ο πλατφορμισμός, δηλαδή η εμμονή σε «δικές μας» θέσεις και στόχους, υποτιμώντας συνήθως τα αιτήματα που το ίδιο το μαζικό κίνημα θέτει. Ο ριζοσπαστισμός όχι ως ένα δυναμικό χαρακτηριστικό της ελληνικής κοινωνίας αλλά ως κτήμα κάποιων πρωτοπόρων επιτελείων. Η αντιμετώπιση του λαού ως αντικείμενο προς χειραγώγηση ή διδαχή. Η αυτοαναφορικότητα της Αριστεράς λες κι αυτή είναι το κίνημα. Η περιβόητη αυτονομία των κινημάτων, ενώ κατά τα άλλα επιδιώκεται η κεφαλαιοποίησή τους. Ο αρχετυπισμός, ως προσφυγή σε δήθεν «κλασικές συνταγές» που επιλύουν τα προβλήματα. Όλα αυτά μας εμποδίζουν να παρέμβουμε γόνιμα στις καταστάσεις και οφείλουμε να τα ξανασκεφτούμε.

Τρίτον. Η αριστερή πολιτική αφορά τη συγκρότηση του υποκειμενικού παράγοντα.

Αρκετές δεκαετίες πριν, ένας σημαντικός κομμουνιστής, ο Γιάννης Χοντζέας, σχολίαζε τις κριτικές για το βολονταρισμό του Λένιν γράφοντας τα εξής:

«Η ουσία του ζητήματος βρισκόταν σε τούτο. Γραμμική, συσσωρευτική, αντικειμενίστικη αντίληψη όπου τα άλματα και οι διακοπές εντάσσονται σε μια “μονόχρωμη” διαλεκτική, ή σπειροειδής ανάπτυξη, όπου οι σχέσεις αντικειμενικού και υποκειμενικού αδιάκοπα προωθούνται, μετατίθενται και εναλλάσσονται, όπου τα άλματα κι οι διακοπές κάθε άλλο παρά είναι μονόχρωμες, όπου το “απροσδόκητο” και το “αιφνιδιαστικό” αναπηδούν μέσα από διαδικασίες που δεν χωρίζονται με σιδηροτροχιές, από δω το αντικειμενικό, από κει το υποκειμενικό».

Ο Ιταλός στοχαστής Κοστάντσο Πρέβε έγραφε, επίσης:

«Όμως, οι κοινωνικές σχέσεις δεν είναι ποτέ πράγματα. Το κομμουνιστικό κίνημα εγκαλεί ριζοσπαστικά τα άτομα, δεν τα διαχειρίζεται σαν να ήταν πράγματα».

Ξεκινώντας από τέτοιες αφετηρίες, χρειάζεται σήμερα να δώσουμε έμφαση στις διαδικασίες υποκειμενοποίησης, ως το καθοριστικό στοιχείο μιας πολιτικής ανατρεπτικής και συνάμα δημιουργικής. Αν η ματιά μας μείνει στο τι θα κάνει μια κυβέρνηση, αν αντιλαμβανόμαστε ως αγώνα μονάχα την «πορεία» ή τη «δράση», αν θεωρούμε ότι μόνο το κόμμα (ή μήπως Κόμμα;) είναι ο τόπος όπου επιλύονται όλα τα φιλοσοφικά, πολιτικά κ.λπ. ζητήματα ώστε να προβληθούν έπειτα στις μάζες, αν μέτρο της επιτυχίας μας είναι η δύναμη της Αριστεράς και μόνο, αν βρίσκουμε λόγο ύπαρξης στην «οργάνωσή μας» όταν η κοινωνία διαλύεται και πολλά ακόμα αν, τότε ίσως παγιδευόμαστε.

Το υποκείμενο δεν αφορά έναν πολιτικό φορέα, ούτε την Αριστερά γενικώς, ούτε μόνο μια τάξη. Αφορά τις διαδικασίες μέσω των οποίων συνέχεται η κοινωνία πέρα από τον κατακερματισμό και την εξατομίκευση. Τα περιεχόμενα κοινωνικής ύπαρξης, νοηματοδότησης, ηθικής, καταστατικής συγκρότησης. Τις θεσμίσεις και τους δημόσιους χώρους της. Όλα αυτά όχι, προφανώς, ως «κατασκευή». Ούτε ως μια ενότητα που καταργεί τις αντιθέσεις ή την ταξική πάλη. Σίγουρα, όμως, σε πλήρη αντιπαράθεση με αυτό που φτιάχνει ως κοινωνία ο υπαρκτός καπιταλισμός. Αφορά, επίσης, τη συγκρότηση του λαϊκού κινήματος. Πάνω σε ποιες γενικές ιδέες, σε ποιους στόχους, με ποιο τρόπο, με ποιο «ήθος», σε ποιους χώρους; Όλες αυτές οι διαδικασίες υποκειμενοποίησης δεν μπορούν πια να έχουν μια σταθερή και ιεραρχική σχέση. Δρομολογούνται παράλληλα και άρα αναζητούνται οι αντίστοιχες πολιτικές. Και εκεί θα κριθεί η Αριστερά.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!