του Τάσου Βουρνά

Το κείμενο που δημοσιεύουμε εδώ είναι απόσπασμα από το βιβλίο του Τάσου Βουρνά «Φιλική Εταιρία», εκδόσεις Αφών Τολίδη.

Ίδρυση της «Φιλικής Εταιρίας»

Η ίδρυση της «Φιλικής Εταιρίας» στα 1814 στην Οδησσό από τούς τρεις ενθουσιώδεις Έλληνες πατριώτες Νικόλα Σκουφά, Εμμανουήλ Ξάνθο και Αθανάσιο Τσακάλωφ, δεν ήταν ένα τυχαίο γεγονός στην ιστορία του νεοελληνικού έθνους. Από καιρό είχε ωριμάσει ανάμεσα στις πρωτοπόρες δυνάμεις του η ιδέα πως η απελευθέρωση της Ελλάδας ήταν μια υπόθεση που αφορούσε άμεσα τούς Έλληνες και δεν μπορούσαν να βασίζονται πια στις διαθέσεις των ξένων. Ο Θ. Κολοκοτρώνης, η στρατιωτική ιδιοφυΐα της Επανάστασης του 1821 στο Μοριά, το είχε αντιληφθεί εκείνη την εποχή. «Είδα –γράφει στα Απομνημονεύματα του– πώς ό,τι κάνωμε θα το κάνωμε μοναχοί μας και δεν έχομε καμμιά ελπίδα από τούς ξένους». Και ό Ξάνθος συμπληρώνει στις αναμνήσεις του: «Απεφάσισαν οι ειρημένοι (Σκουφάς, Ξάνθος, Τσακάλωφ), να επιχειρισθώσι την σύστασιν τοιαύτης Εταιρίας (…) διά να ενεργήσωσι μόνοι των, ό,τι ματαίως από πολλού χρόνου ήλπιζον από την φιλανθρωπίαν των Χριστιανών βασιλέων».

Τα στοιχεία που συνέλαβαν την ιδέα της σύμπυξης μιας επαναστατικής οργάνωσης με εθνικοαπελευθερωτικό στόχο ήταν λαϊκά με μικροαστική απόκλιση. Ο Νικόλας Σκουφάς, η πολιτική και οργανωτική ιδιοφυΐα της τριάδας και καθοδηγητική ψυχή της, καταγόταν από το Κομπότι της Άρτας κι ήταν χειροτέχνης, που διατηρούσε ένα μικρό εμπορικό κατάστημα στην Οδησσό, χρεωκοπημένο άλλωστε κι αυτό σαν επιχείρηση. Ο Εμμανουήλ Ξάνθος από την Πάτμο των Δωδεκανήσων, ήταν εμποροϋπάλληλος στο κατάστημα του μεγαλέμπορου της Οδησσού Βασίλη Ξένη κι ο Αθανάσιος Τσακάλωφ από τα Γιάννενα, νέος διανοούμενος, γιός γουναρά της Μόσχας, πού είχε κάνει κάμποσα χρόνια στο Παρίσι και είχε ανακατευτεί στην οργάνωση του «Ελληνόγλωσσου Ξενοδοχείου».

Κύριο καθήκον πού έβαλαν μπροστά τους οι Ιδρυτές της Φιλικής ήταν ή ένοπλη εθνικοαπελευθερωτική εξέγερση στην Ελλάδα, με αντικειμενικό σκοπό τη δημιουργία ελεύθερου ελληνικού κράτους. Για την πραγμάτωση τού σκοπού τους, έκτος από το γερό οργανωτικό δέσιμο των Ελλήνων στο εξωτερικό και το εσωτερικό της χώρας, καλλιέργησαν, όπως θα δούμε, και στενές επαφές με τούς άλλους υπόδουλους βαλκανικούς λαούς για μια ταυτόχρονη και συντονισμένη επαναστατική εξέγερση.

Η οργανωτική διάρθρωση της «Φιλικής Εταιρίας» ήταν επεξεργασμένη πάνω στα πρότυπα τού ευρωπαϊκού συνωμοτικού εταιρισμού της εποχής, που εκπροσωπούνταν στη Δύση από τούς Καρμπονάρους και τους Ελεύθερους Τέκτονες (Μασσόνους). Γι’ αυτό και ολόκληρο το συνωμοτικό οργανωτικό της Φιλικής ήταν μετάπλαση κατάλληλη για τις Βαλκανικές συνθήκες, καμωμένη από τον ιδιοφυή οργανωτή Σκουφά, τού συνωμοτικού μηχανισμού των Καρμπονάρων. Βάση της Φιλικής ήταν τα μεσαία στελέχη, οι λεγόμενοι Ιερείς. Είχαν δικαίωμα να κατηχούν και να μυούν πατριώτες δίνοντας τους το δικό τους βαθμό ή τούς κατώτερους των  αδελφοποιτών ή βλάμηδων και των συστημένων. Τον ανώτερο βαθμό του ποιμένα μόνο η «Αόρατος Αρχή», στην ουσία το τριμελές στην αρχή –και αργότερα δεκαμελές– διευθυντήριο της είχε το δικαίωμα να απονέμει.

Πριν γίνει ο προσηλυτισμός ενός πατριώτη ως βλάμη προηγούνταν ο όρκος. Ο ορκισμένος ανελάμβανε υποχρεώσεις μυστικότητας. Αν επρόκειτο να καθιερωθεί ως συστημένος, έκτος του όρκου έπρεπε ν’ απαντήσει σε δέκα ερωτήματα πού αφορούσαν το δημόσιο και τον ιδιωτικό του βίο και ακολουθούσε ολόκληρη συνωμοτική διαδικασία καθιέρωσης του, με βάση το μυστικό κώδικα και τα μυστικά σύμβολα της Φιλικής.

Στην κορυφή της οργανωτικής πυραμίδας της Φιλικής βρισκόταν η «Αόρατος Αρχή» περιβεβλημένη από σιωπή και μυστήριο. Κανένας δεν είχε το δικαίωμα να ερευνήσει ή να ρωτήσει ποιοί την αποτελούσαν. Ό Σκουφάς είχε περιβάλει με τέτοια μυστική αίγλη την Αρχή, ώστε να πιστεύεται ότι την αποτελούσαν oι μεγαλύτερες προσωπικότητες του σκλαβωμένου και του παροικιακού Ελληνισμού και ότι όποιος ήθελε να εισχωρήσει στο μυστικό της έπαιζε με το θάνατο. Ψιθυριζόταν ακόμη ότι ίσως και ό ίδιος ο τσάρος ήταν μέλος της Αόρατης Αρχής. Πού να φαντασθούν oι ραγιάδες ότι τρεις ταπεινοί υπάλληλοι αποτελούσαν την Ανώτατη Αρχή της Φιλικής; Χάρη στο καλά φυλαγμένο συνωμοτικό μυστικό και πίσω από το σκόπιμο και ζωτικό ψεύδος του Σκουφά κρυβόταν ολόκληρη ή δύναμη και η γοητεία της «Φιλικής Εταιρίας» στο ξεκίνημα της.

Οι πρώτες αποφάσεις της τριάδας πού πάρθηκαν στην Οδησσό το φθινόπωρο του 1814 ήταν να επιχειρήσουν τη στρατολογία όλων των Ελλήνων του εξωτερικού, αρχίζον­τας από τούς οικονομικά Ισχυρότερους. Ή πρόσκληση του Σκουφά στη Μόσχα από την εκεί Εμπορική Τράπεζα για να εκκαθαρίσει τα χρέη του, έδωσε την ευκαιρία να αρχίσουν oι επαφές του με τούς μεγαλέμπορους Έλληνες της Μόσχας. Στο ταξίδι του αυτό τον συνόδευσε ο Τσακάλωφ, ενώ ο Ξάνθος έφευγε το Δεκέμβρη του 1814 για την Κωνσταντινούπολη, όπου ανελάμβανε υπηρεσία στον εμπορικό οίκο Λεμονή Παλαιολόγου και την εντολή της Φιλικής να προετοιμάσει το έδαφος για μία μελλοντική επέκταση του οργανωτικού της και της δράσης της στο έδαφος της σκλαβωμένης Ελλάδας.

Η οργανωτική διάρθρωση της «Φιλικής Εταιρίας» ήταν επεξεργασμένη πάνω στα πρότυπα τού ευρωπαϊκού συνωμοτικού εταιρισμού της εποχής, που εκπροσωπούνταν στη Δύση από τούς Καρμπονάρους και τους Ελεύθερους Τέκτονες (Μασσόνους). Γι’ αυτό και ολόκληρο το συνωμοτικό οργανωτικό της Φιλικής ήταν μετάπλαση κατάλληλη για τις Βαλκανικές συνθήκες, καμωμένη από τον ιδιοφυή οργανωτή Σκουφά, τού συνωμοτικού μηχανισμού των Καρμπονάρων

Το αρχικό σχέδιο δράσης

Σύμφωνα με το αρχικό σχέδιο στρατολογίας που εκπόνησε ο Σκουφάς η όλη δουλειά έπρεπε ν’ αρχίσει από τους μεγαλέμπορους, να προχωρήσει στους πλοιοκτήτες και πλοιάρχους και κατόπι να επεκταθεί στις τάξεις των εργαζομένων, ώστε πρώτα ν’ αποκτήσει κύρος η Φιλική και κατόπι να γιγαντωθεί οργανωτικά. Η πράξη απέδειξε ότι ό υπολογισμός ήταν λαθεμένος. Οι μεγαλέμποροι Έλληνες της Μόσχας Ζωσιμάδες, Ριζάρηδες και άλλοι δευτερότεροι τον έδιωξαν αλύπητα και τον χλεύασαν, όταν δεν τον απείλησαν με κατάδοση στην τσαρική αστυνομία. Έγκαιρα ο Σκουφάς κατάλαβε ότι το ανθρώπινο υλικό που θα τον ακολουθούσε πρόθυμα δεν άνηκε στους μεγαλέμπορους, άλλα στους εμποροϋπαλλήλους και τα άλλα μικροαστικά στοιχεία του παροικιακού ελληνισμού. Γι’ αυτό άλλαξε με τόλμη τα σχέδια και αφού με ελιγμούς κατάφερε να στρατολογήσει τον μεγαλέμπορο Παναγιώτη Σέκερη, μέσω του αδελφού του νεαρού διανοουμένου Γ. Σέκερη, προχώ­ρησε στον προσεταιρισμό της μάζας των υπαλλήλων και των μικρών έμπορων, που η αστικοδημοκρατική ιδεολογία τους καθοριζόταν από την ανάγκη της προώθησης των εμπορικών τους συμφερόντων στον σχεδόν παρθένο χώρο της Βαλκανικής, όπου παράλληλα με το διαφωτισμό, πρό­βαλε η αναγκαιότητα της δημιουργίας ανεξάρτητων κρατών και εθνικών αγορών. Σαν γέφυρα στη συσπείρωση των μικροαστικών στοιχείων και των μεσαίων και μικρών έμπο­ρων γύρω στη Φιλική, ο Σκουφάς προέκρινε τούς διανοουμένους, που στη στρατολογία τους έδωσε ιδιαίτερη προσοχή.

Το οργανωτικό άπλωμα

Το άπλωμα της Εταιρίας στα χρόνια 1814-1818 στηρίχτηκε στους μεσαίους έμπορους και στους μικροαστούς του παροικιακού ελληνισμού. Παράλληλα ο μηχανισμός της, στην πρώτη εξόρμηση της, στηρίχτηκε αρκετά στον ρωσικό κρατικό μηχανισμό. Στελέχη της Φιλικής βοηθήθηκαν από τα διπλωματικά στελέχη της ρωσικής προξενικής υπηρεσίας, όπως συνέβη στο Ιάσιο και σε άλλα ζωτικά κέντρα, ενώ στα ανώτατα στελέχη της διοίκησης και στο τσαρικό παλάτι υπήρχε ένα πνεύμα ανάμικτο από αντιπάθεια, άλλα και ανοχή, όπως φαίνεται από τις επαφές τσάρου-Καποδίστρια. Εναντίον των Φιλικών δεν υπήρξε ρωσική αστυνομική δράση, η ιδεολογική όμως αντίθεση τού τσαρισμού με το εθνοδιαφωτιστικό έργο των Ελλήνων επαναστατών, φαίνεται στην κατόπιν εντολής επέμβαση τού Καποδίστρια με γράμματα προς τους ομογενείς να μην αναμιγνύονται στις κινήσεις της Φιλικής, όπως και στην αποφασιστική του άρνηση να πάρει ενεργό μέρος στην αρχηγία, χαρακτηρίζοντας τους Φιλικούς «ελεεινούς εμποροϋπαλλήλους και απατεώνες». Ωστόσο από τον ρωσικό κρατικό μηχανισμό oι Φιλικοί, αν και επισημασμένοι αστυνομικά, δεν διώχτηκαν και σε πολλές περιπτώσεις φυγαδεύτηκαν και ενισχύθηκαν οικονομικά. Έτσι ο Λεβέντης, γραμματέας του ρούσικου προξενείου του Ιασίου, έσωσε με επίσημη εντολή τη μυστική αλληλογραφία της Φιλικής που είχε παραπέσει από απερισκεψίες του εκτε­λεσθέντος αργότερα με απόφαση της «Αόρατης Αρχής» Ν. Γαλάτη, που τελικά και τον φυγάδευσε ενισχύοντας τον μαζί με τον Ρώσο πρόξενο Πίνι με 5.000 ρούβλια, ενώ ο Κεφαλονίτης την καταγωγή αρχηγός της ρωσικής αστυνομίας της Πετρούπολης στρατηγός Γοργόλης, προστάτευε αποφασιστικά στα 1816 τον Χρ. Περαιβό, που σαν επαγγελματίας πια επαναστάτης, είχε πάρει μέρος στον αγώνα.

Στις αρχές του 1817 η κατάσταση στην Τουρκία ήταν εκρηκτική. Ο Σκουφάς με το οξύτατο πολιτικό του αισθητήριο έβλεπε ότι η Οδησσός δεν ήταν πλέον το κατάλληλο κέντρο για τη διεύθυνση ενός αγώνα πού πλάταινε ραγδαία. Το 1817 άρχισαν να διαγράφονται οι προϋποθέσεις για μια συντονισμένη κίνηση εναντίον της Τουρκικής τυραννίας όλων των Βαλκανικών λαών. Ο Λεβέντης είχε ήδη πραγματώσει στο Γιάσι τις πρώτες επαφές με τον Χατζημιχάλη, ηγέτη μιας ανάλογης βουλγάρικης κίνησης και με τον Καραγιώργη, αρχηγό των Σέρβων, ενώ ό Σέκερης πραγματοποιούσε επαφές με το Βούλγαρο Βατικιώτη αρχηγό 14.000 συμπατριωτών του και τον κατηχεί στη Φιλική. Ο Σκουφάς είδε αμέσως τα πλεονεκτήματα της Βαλκανικής συνεργασίας και έδωσε την έγκριση του να προχωρήσουν οι συνεννοήσεις. Ό Γ. Ολύμπιος ανέλαβε να διεκπεραιώσει μαζί με το Λεβέντη τη συμφωνία. Ο Καραγιώργης, με τη βοήθεια των Φιλικών, πέρασε μυστικά στη Σερβία για να τεθεί επικεφαλής της επανάστασης, άλλα προδομένος από τον οπλαρχηγό του Βόιτσα Βουλίσεβιτς δολοφονήθηκε σε ενέδρα στο υποστατικό τού προδότη. Ή δολοφονία στάθηκε καίριο κτύπημα στις βαλκανικές επαφές και ο Σκουφάς έκρινε πως ο καιρός είχε ωριμάσει για να προωθηθούν τα κλιμάκια της Φιλικής στη σκλάβα Ελλάδα, ώστε να δεθούν οργανωτικά οι μάζες. Το ευτύχημα είναι ότι το φθινόπωρο του 1817 έφτασε στην Οδησσό ό Αναγνώστης Παπαγεωργίου ή Αναγνωσταράς. Ο παλιός αυτός στρατιωτικός στην υπηρεσία των Ρώσων στα Επτάνησα είναι ο άνθρωπος που επωμίστηκε ως καθήκον και κατόρθωσε να πραγματώσει την αθρόα στρατολογία αγροτικών στελεχών στη Φιλική, όταν σαν απόστολος της, ξαναγύρισε από τη Ρωσία στην Ελλάδα. Η αθρόα εισροή λαϊκού αίματος στον οργανισμό της βοήθησε στην ραγδαία εξάπλωση της Φιλικής στην Ελλάδα μετά το 1818.

Πριν η έδρα της ηγεσίας της Φιλικής μετατεθεί στην κυρίως Ελλάδα με σταθμό διοίκησης την Πόλη, οι Βαλκανικές επαφές είχαν ολοκληρωθεί. Οι Σέρβοι συμμετείχαν στον κοινό αγώνα με επαφές ανάμεσα στη Φιλική και τον Φύλαρχο Μιλός Οβρένοβιτς. Οι Βούλγαροι με το Χατζημιχάλη και τον Βατικιώτη. Οι Ρουμάνοι με τον εθνικό τους ήρωα Τούντορ Βλαντιμηρέσκου που κρατούσε την ηγεσία του Ρουμανικού ένοπλου κινήματος των Πανδούρων και είχε επαφή με τούς Φιλικούς Φαρμάκη και Ολύμπιο, ενώ διάφοροι Αλβανοί πολέμαρχοι που άνηκαν στις φρουρές των ηγεμόνων Βλαχίας και Μολδαβίας είχαν προσχωρήσει στη Φιλική. Ένα τεράστιο συνωμοτικό-επαναστατικό δίχτυ κάλυπτε ολόκληρη τη σκλαβωμένη Βαλκανική και οι λαοί της ήταν έτοιμοι να πάρουν τα όπλα εναντίον του τυράννου.

Τον Απρίλη τού 1818 ο Σκουφάς, ο Αναγνωστόπουλος και ο Λουριώτης φθάνουν από την Οδησσό στην Πόλη. Εκεί συναντούν τον Ξάνθο εμπιστευμένο τις υποθέσεις της Φιλικής για τη σουλτανική πρωτεύουσα. Η μεταφορά αυτή της έδρας της Φιλικής δεν είναι ένα τυπικό γεγονός. Το κίνημα από στενή οργάνωση του παροικιακού ελληνισμού γινόταν πλέον μαζικό, με ευρεία συμμετοχή των σκλάβων στις γραμμές του. Έπρεπε, λοιπόν, η ηγεσία να βρίσκεται κοντά στις μάζες γι’ αυτό και προκρίθηκε ή Πόλη σαν πιο καίριο πόστο.

Ο Υψηλάντης καλεί στις 20 Οκτωβρίου 1820 γενική συνέλευση των στελεχών της Φιλικής στο Ισμαήλι της Βεσσαραβίας. Ο Παπαφλέσσας ζητάει την άμεση έκρηξη της Επανάστασης στο Μοριά και δηλώνει ότι όλα είναι έτοιμα εκεί κάτω. Μετά πολλές συζητήσεις η συνέλευση αποφάσισε ν’ αρχίσει η εξέγερση στο Μοριά σε δυο μήνες. Αποφασίζεται επίσης να εκμεταλλευθούν τη σύγκρουση Πύλης-Αλή Πασά, να πεισθεί ο Μιλός Οβρένοβιτς να ξεσηκώσει ταυτόχρονα τη Σερβία, ώστε να μοιραστούν σε δυο μέτωπα οι τουρκικές δυνάμεις, να φύγει επειγόντως ό Παπαφλέσσας για το Μοριά, ο Περραιβός για τη Μάνη και κατόπι να πάει στην Ήπειρο, ο Γαζής για την Ύδρα, Σπέτσες με τελική κατάληξη το Πήλιο, ο Α. Παπάς για τη Σερβία και γενικά όλοι οι Απόστολοι να βρεθούν έγκαιρα στις θέσεις τους. Για την Πόλη το σχέδιο ήταν ανεδαφικά ρομαντικό και ανεκτέλεστο. Αποφασίστηκε, δηλαδή, να καεί ο τουρκικός στόλος μέσα στη ναυτική του βάση από δολιοφθορείς Φιλικούς. Παράλληλα, ο Καλαματιανός αναλάμβανε με επίλεκτες δυνάμεις να καταλάβει τα παραδουνάβια φρούρια στις ηγεμονίες ενώ ο Ολύμπιος, σε στενή συνεργασία με τον Τούντορ Βλαδιμηρέσκου θα κήρυτταν την επανάσταση στη Μολδοβλαχία

Η οργάνωση σε ανώτερη φάση δράσης

Τώρα η δουλιά περνούσε σε ανώτερη φάση. Το παλιό οργανωτικό σχήμα ήταν ακατάλληλο στις νέες συνθήκες γι’ αυτό και ο Σκουφάς, αν και σοβαρά άρρωστος από την καρδιά του, ρίχτηκε στο να φτιάξει ένα καινούργιο οργανωτικό με πλατειά στελέχωση, ικανό να αγκαλιάσει το σύνολο των σκλάβων Ελλήνων. Και πρώτα-πρώτα έπρεπε να πλατύνει το Κεντρικό Όργανο, πού δεν ήταν επαρκές να καθοδηγήσει τον όγκο των μυημένων στη Φιλική. Την Ανώτατη Αρχή ο Σκουφάς ονόμασε αρχή των «Δώδεκα Αποστόλων». Ο καθένας απ’ αυτούς θα επωμιζόταν την ευθύνη για τη δουλιά της Φιλικής σε μια μεγάλη περιφέρεια. Στο πόστο του Αποστόλου αναδείχτηκαν δοκιμασμένοι άνθρωποι. Σαν δημιούργημα ήταν αποκλειστικό έργο της πολιτικής ιδιοφυΐας του Σκουφά και εγκαινιάζει μια νέα δημοκρατική τακτική στην επιλογή των στελεχών της Φιλικής. Αντί της παλαιάς αντίληψης ότι επικεφαλής έπρεπε ν’ αναδειχθούν άνθρωποι με γνωστά ονόματα και κοινωνική προβολή ή περιουσίες, εγκαινιάζεται η τακτική της ανάδειξης απλών και αφοσιωμένων ανθρώπων του λαού, οπλαρχηγών, πραγματευτάδων, υπαλλήλων, λογίων. Ήταν αυτοί που ξεκίνησαν το καλοκαίρι του 1818 για να συγκλονίσουν τις ψυχές της σκλαβωμένης Ρωμιοσύνης. Ταυτόχρονα είχε αποφασιστεί να εγκατασταθεί η έδρα της Φιλικής στη Μάνη, την πιο απρόσιτη περιοχή τού Μοριά.

Ο θάνατος του Σκουφά ανέτρεψε, ως ένα σημείο, το γενικό σχέδιο. Στο πόδι τού νεκρού ηγέτη μπαίνει ο Αναγνωστόπουλος, ο πιο προικισμένος πολιτικά ύστερα από τον Σκουφά. Οι αντιδράσεις του Μπέη της Μάνης ματαιώνουν τη μεταφορά της έδρας στην περιοχή του και καθιερώνεται με το πρωτόκολλο της 22/9/1818 η συλλογική ευθύνη της ηγεσίας της Φιλικής. Και ενώ oι Απόστολοι παίρνουν εντολή να φύγουν για τις έδρες των περιφερειών τους, ανακύπτουν δυο προβλήματα οξύτατα: η πάλη ανάμεσα στη συντηρητική και προοδευτική μερίδα των ηγετικών στελεχών και το πρόβλημα της αρχηγίας, πού συνδέεται στενά με το πρώτο πρόβλημα. Όσο ζούσε ο Σκουφάς η προοδευτική μερίδα επικρατούσε. Όταν πέθανε επικράτησε για μια περίοδο η συντηρητική και στρα­τολογήθηκαν πολλοί κοτζαμπάσηδες και δεσποτάδες. Στην Πόλη επικρατεί ή συντηρητική μερίδα (Σέκερη), στο Μοριά επίσης με κύριους εκπροσώπους τούς κοτζαμπάσηδες και κληρικούς. Η συντηρητική μερίδα πολέμησε λυσσαλέα για να αναδείξει αρχηγό τον Καποδίστρια, αλλά η άρνηση του ματαίωσε τα σχέδια της. Η ανάδειξη στην αρχηγία του Αλέξανδρου Υψηλάντη, υπασπιστή τού τσάρου, αποτέλεσε νίκη της προοδευτικής μερίδας στις γραμμές της Φιλικής. Στην πάλη αυτή ενεργό ανάμειξη είχαν oι Άγγλοι με τούς πράκτορες τους Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και Μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιο.

Κατευθύνσεις και ιδεολογικά ρεύματα

Στις παραμονές της επαναστατικής εξόρμησης μέσα στις γραμμές της Φιλικής είχαν διαμορφωθεί τρεις τάσεις ή ρεύματα.

1. Το αστικό-δημοκρατικό ρεύμα. Ή τάση αυτή έχει τις ρίζες της στο κήρυγμα και την ιδεολογία τού Ρήγα και συνεχιζόταν στην πολιτική δραστηριότητα τού Σκουφά. Σαν πολιτική πράξη στηρίζεται στις λαϊκές μάζες. Σ’ αυτήν ανήκει η προοδευτική μερίδα της αστικής τάξης, oι λόγιοι, oι αγρότες και τα άλλα εργαζόμενα στρώματα (υπάλληλοι, γραμματικοί κ.ά.). Την εκπροσωπούν μετά το θάνατο του Σκουφά, ο Αναγνωστόπουλος, ο Παπαφλέσσας, ο Κολοκοτρώνης, ο Νικηταράς, ο Αναγνωσταράς, ο Ανδρούτσος. Ιδεολογικά κατάγεται από τη Γαλλική Επανάσταση, αλλά πολιτικά στηρίζεται στο ρούσικο κρατικό μηχανισμό, που τον χρησιμοποιεί επιδέξια.

2. Το συντηρητικό συμβιβαστικό. Σ’ αυτό ανήκει η συντηρητική μερίδα των αστών πού θέλει μεν την επανάσταση για ν’ αποσπάσει προς το συμφέρον της την οικονομική ηγεσία από τούς Τούρκους, αλλά φοβάται τη συμμετοχή στον αγώνα των λαϊκών μαζών, που τις βλέπει σαν εκρηκτική δύναμη ριζικής αλλαγής. Προσπαθεί, λοιπόν, να οδηγήσει την επανάσταση εκεί που θέλει, αποφεύγοντας τη συμμετοχή των πολλών ή περιορίζοντας την μόνο στις ηγεμονίες. Στην πορεία της πολιτικής της δραστηριότητας συνάπτει συμμαχίες με τους κοτζαμπάσηδες για να εκμηδενίσει το προοδευτικό ρεύμα, θέλει την ελευθερία σαν δώρο των ξένων και μηχανορραφεί με αυτούς, ιδιαίτερα τούς Άγγλους, που τη στηρίζουν, σαν τάση μέσα στη Φιλική. Εκπρόσωποι της οι Φαναριώτες Μαυροκορδάτος, Νέγρης, Καρατζάς, οι μεγαλοκαραβοκύρηδες της Ύδρας Κουντουριωταίοι, Ορλάνδος, Βουδούρης κ.ά.

3. Το αντιδραστικό ρεύμα. Αποτελείται από τα φεουδαρχικά στοιχεία πού σύρθηκαν από τη νομοτέλεια των γεγονότων στη Φιλική και την Επανάσταση, ενώ βασικά ήταν αντίθετα σε κάθε μεταβολή που θα έπληττε τα οικονομικά τους συμφέροντα. Την υπονομεύουν από τα μέσα, προσπαθούν να αποκλείσουν τις μάζες από την ενεργό επαναστατική δράση και τους εκπροσώπους της από τα ηγετικά πόστα και να ματαιώσουν τελικά την έκρηξη της Επανάστασης σαν γενικής παλλαϊκής ένοπλης εξέγερσης για να εμποδίσουν τις δημοκρατικές επιπτώσεις της. Εκπρόσωποί του οι μεγαλοκοτζαμπάσηδες του Μοριά Ζαΐμης, Χαραλάμπης, Λόντος, Νοταράς, οι μητροπολίτες Π. Πατρών Γερμανός, Χρύσανθος Μονεμβασίας κ.ά. Πολιτικά στηρίζονται κι αυτοί στους Εγγλέζους. Ανάμεσα τους και ανάμεσα στους συντηρητικούς συμβιβαστικούς υπάρχουν διαφωνίες πού αργότερα –μέσα στη φωτιά της Επανάστασης– οδήγησαν σε εμφύλιες συγκρούσεις (1824-1825). Όμως στην αντιμετώπιση τού δημοκρατικού ρεύματος τις παραμερίζουν και συμπαρατάσσονται. Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης μόλις διορίστηκε γενικός έφορος της Αρχής, δηλαδή αρχηγός, αφού επικύρωσε τις τοποθετήσεις των εφόρων με ελάχιστες τεχνικές αλλαγές, αποφάσισε να φύγει για τη Μάνη, απ’ όπου θα εκήρυσσε την Επανάσταση. Οι λαϊκοί ηγέτες Παπαφλέσσας, Αναγνωσταράς, Αριστείδης Παπάς, θεωρούν τις συνθήκες ώριμες για εξέγερση και τον προτρέπουν να δράσει. Οι κοτζαμπάσηδες, ιδίως στο Μοριά, αντιδρούν. Είναι αυτοί που εμπνεύστηκαν το σχέδιο ν’ αρχίσει η Επανάσταση στη Μολδοβλαχία, ώστε να προκληθεί τοπική όξυνση των ρωσοτουρκικών σχέσεων και πιθανώς ρωσοτουρκικός πόλεμος και να βγάλουν από τη ράχη τους την ευθύνη της οργάνωσης εξέγερσης στο Μοριά. Ο Υψηλάντης, μπροστά στο φαινόμενο της πάλης μέσα στις γραμμές της Εταιρίας και τις διαμετρικά αντίθετες γνώμες, καλεί στις 20 Οκτωβρίου 1820 γενική συνέλευση των στελεχών της Φιλικής στο Ισμαήλι της Βεσσαραβίας. Ο Παπαφλέσσας ζητάει την άμεση έκρηξη της Επανάστασης στο Μοριά και δηλώνει ότι όλα είναι έτοιμα εκεί κάτω. Μετά πολλές συζητήσεις η συνέλευση αποφάσισε ν’ αρχίσει η εξέγερση στο Μοριά σε δυο μήνες, όσο δηλαδή χρονικό διάστημα χρειαζόταν για το ταξίδι και την εγκατάσταση τού Αλ. Υψηλάντη στη Μάνη. Αποφασίζεται επίσης να εκμεταλλευθούν τη σύγκρουση Πύλης-Αλή Πασά, να πεισθεί ο Μιλός Οβρένοβιτς να ξεσηκώσει ταυτόχρονα τη Σερβία, ώστε να μοιραστούν σε δυο μέτωπα οι τουρκικές δυνάμεις, να φύγει επειγόντως ό Παπαφλέσσας για το Μοριά, ο Περραιβός για τη Μάνη και κατόπι να πάει στην Ήπειρο, ο Γαζής για την Ύδρα, Σπέτσες με τελική κατάληξη το Πήλιο, ο Α. Παπάς για τη Σερβία και γενικά όλοι οι Απόστολοι να βρεθούν έγκαιρα στις θέσεις τους. Για την Πόλη το σχέδιο ήταν ανεδαφικά ρομαντικό και ανεκτέλεστο. Αποφασίστηκε, δηλαδή, να καεί ο τουρκικός στόλος μέσα στη ναυτική του βάση από δολιοφθορείς Φιλικούς. Παράλληλα, ο Καλαματιανός αναλάμβανε με επίλεκτες δυνάμεις να καταλάβει τα παραδουνάβια φρούρια στις ηγεμονίες ενώ ο Ολύμπιος, σε στενή συνεργασία με τον Τούντορ Βλαδιμηρέσκου θα κήρυτταν την επανάσταση στη Μολδοβλαχία.

Το τελικό σχέδιο επαναστατικής δράσης

Το πολυσύνθετο τούτο σχέδιο, που απαιτούσε τεράστιες δυνάμεις για την εκτέλεση του, στηριζόταν λογικά σε μια μόνο πιθανότητα: στο ότι δηλαδή, oι Τούρκοι θα εισβάλανε στις ηγεμονίες μόλις εκδηλωνόταν ο επαναστατικός σπινθήρας, με άμεση συνέπεια να κηρυχθεί ρωσοτουρκικός πόλεμος και να ξεκαθαριστεί από ‘κει και πέρα η κατάσταση με τη δύναμη των ρωσικών όπλων.

Ωστόσο το σχέδιο αυτό δεν εκτελέστηκε. Η αγγλική προδοσία, που μέσω του πρεσβευτή στην Πόλη Στράγκφορντ Κάννιγκ, ειδοποίησε την Πύλη για την ετοιμαζόμενη εξέγερση, μερικές πληροφορίες που διαβιβάστηκαν από τον Αλή πασά καθώς και η διστακτικότητα του Μιλός Οβρένοβιτς το ανέτρεψαν. Μπροστά στο φόβο να καταπνιγεί η Επανάσταση πριν εκραγεί, ο Υψηλάντης και οι επιτελείς του αποφάσισαν να δώσουν το σύνθημα της εξέγερσης στις ηγεμονίες ώστε να προσελκυσθεί εκεί η προσοχή των Τούρκων και να δοθεί αργότερα ο καιρός για ένα ξεσηκωμό στην Ελλάδα. Στην επίσπευση της εφαρμογής του δευτέρου σχεδίου έπαιξε ρόλο και η πίεση των κοτζαμπάσηδων πάνω στον Υψηλάντη, που δεν ήθελαν να ανάψει πολεμική εστία στο Μοριά. Φαίνεται επίσης ότι ο Υψηλάντης υπολόγισε πολύ στην περίπτωση ότι ο φίλος του Δεκεμβριστής Ρώσος στρατηγός Ορλώφ θα περνούσε με το στρατό που διοικούσε τον Προύθο και θα τον βοηθούσε ενεργά.

Παρά τις αντιρρήσεις του διορατικού πολιτικά Ανα­γνωστόπουλου, η Ανωτάτη Αρχή πήρε την απόφαση της εξέγερσης στη Μολδοβλαχία. Σύμφωνα με το νέο σχέδιο θα ξεσηκώνονταν πρώτα οι ηγεμονίες και θα ακολουθούσαν η Σερβία και η Βουλγαρία. Και όταν οι ενωμένες επαναστατικές δυνάμεις θα ζύγωναν στη Μακεδονία, θα ξε­σηκωνόταν και η ελληνική περιοχή και όλες οι δυνάμεις από τα βόρεια, τα νότια και τα δυτικά θα βάδιζαν προς την Πόλη και θα γκρέμιζαν την τουρκική εξουσία.

Στις 22 Φλεβάρη 1821 ο Υψηλάντης πέρασε τον Προύθο και κατέλαβε το Γιάσι. Από ‘κει με προκηρύξεις του καλεί Έλληνες και Ρουμάνους να πάρουν τα όπλα και να χτυπήσουν τον κοινό εχθρό. Τους Ρουμάνους διαβεβαίωνε στις προκηρύξεις του ότι ήταν περαστικός από τις ηγεμονίες και σκοπός του έμενε πάντα η πορεία του προς την Ελλάδα για να την απελευθερώσει.

Μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα προσήλθαν κάτω από τις σημαίες του πάνω από 2.000 Έλληνες, Βούλγαροι, Σέρβοι και Αρβανίτες πολεμιστές. Κατά τη διάρκεια της πορείας του προς τη Βλαχία ο αριθμός ανέβηκε στις 7.000, ενώ 400 σπουδαστές αποτέλεσαν τον Ιερό Λόχο. Μια Παμβαλκανική στρατιά ήταν έτοιμη να πολεμήσει κάτω από τις διαταγές τού Υψηλάντη, ενώ το κίνημα των Πανδούρων του Τούντορ Βλαδιμηρέσκου βρισκόταν σε άμεση επαφή και συμφωνία για κοινή δράση με το στρατό της Φιλικής.

Εφτά ολόκληρα χρόνια η «Φιλική Εταιρία», παρά τις δυσκολίες της και τις ιδεολογικές της ταλαντεύσεις, δούλεψε ασταμάτητα για τον ξεσηκωμό του έθνους και των άλλων Βαλκανικών λαών. Προπαγάνδισε τις συνειδήσεις, ξύπνησε τη φλόγα του πα­τριωτισμού, οργάνωσε τις μάζες, μάζεψε χρήματα, τσάκισε την ηττοπάθεια και την προδοσία, προήγαγε την υπόθεση συνεργασίας των Βαλκανικών λαών στο πνεύμα τού Ρήγα, και προετοίμασε σοβαρά τον ένοπλο αγώνα. Το έργο της αποτελεί μια δοξασμένη σελίδα της εθνικής μας και της κοινής Βαλκανικής ιστορίας

Διάσπαση και αποτυχία

Στις 21 Μαρτίου 1821 ο Βλαδιμηρέσκου κατέλαβε το Βουκουρέστι και στις 27 έφτασε εκεί επικεφαλής των στρατευμάτων του ο Αλέξανδρος Υψηλάντης. Οι Ρωμιοί όμως χωροδεσπότες και οι Ρουμάνοι βογιάροι καθώς και πράκτορες της Αγγλίας και Αυστρίας, καταλαβαίνοντας ποια θα ήταν η έκβαση της συνεργασίας των δυο δημοκρατικών-λαϊκών κινημάτων, προσπαθούν να την υπονομεύσουν και να τη διασπάσουν. Για να επιτύχουν τους σκοπούς τους αυτούς προσπαθούν από τη μια μεριά να επισύρουν εναντίον τους την εχθρότητα της Ρωσίας. Και πετυχαίνουν μέσω της Ιεράς Συμμαχίας αποκήρυξη της εξέγερσης από τον τσάρο Αλέξανδρο. Το γεγονός επηρέασε το Βλαδιμηρέσκου, που για να τεθεί σε ίση μοίρα με τους Φιλικούς απέναντι της Ρωσίας, ζητάει να φύγουν τα στρατεύματα της Φιλικής για την Ελλάδα. Ή τσαρική αποκήρυξη επηρέασε και τον Υψηλάντη. Στην κρίσιμη αυτή στιγμή επεμβαίνουν οι Ρουμάνοι βογιάροι και προσπαθούν ν’ αποτραβήξουν τον Βλαδιμηρέσκου από κάθε συνεργασία με τον Υψηλάντη, ενώ oι πράκτορες των Άγγλων και Αυστριακών συκοφαντούν αμοιβαία τα δυο κινήματα στις ηγεσίες τους. Ο Υψηλάντης εμπλέκεται στη δολοπλοκία και διατάσσει τον Γεωργάκη Ολύμπιο να σπάσει τους δεσμούς με το Βλαδιμηρέσκου. Συνδέεται αυτός με τους ανθρώπους τού Βλαδιμηρέσκου Χατζή-Πρόντα και Δημήτρη Μακεντόνσκι, οργανώνει συνωμοσία μέσα στις γραμμές τού στρατού του Βλαδιμηρέσκου, τον συλλαμβάνει και τον οδηγεί στο Τεργκοβίστε, όπου τον περνούν από έκτακτο πολεμικό δικαστήριο και τη νύχτα της 27 Μαΐου 1821 τον εκτελούν. Οι δολοπλοκίες των χωροδεσποτών Φαναριωτών, των βογιάρων και των ξένων πρακτόρων θριάμβευσαν. Η εκτέλεση τού Βλαδιμηρέσκου ήταν μια πράξη τερορισμού εναντίον ενός αδελφού και συμμάχου λαού πού διέσπασε τον κοινό αγώνα, προδιέγραψε την καταδίκη της εξέγερσης, έφερε τούς Τούρκους στο Βουκουρέστι και οδήγησε στην τελική καταστροφή τις δυνάμεις των Φιλικών.

Η επανάσταση στην Ελλάδα είχε διαφορετική τύχη. Παλεύοντας κι εκεί άνισα μ’ ένα πανίσχυρο εχθρό και αντιμετωπίζοντας τις αντιδράσεις των κοτζαμπάσηδων, νίκησε τελικά χάρη στις θυσίες αίματος των αγροτών που αποτέλεσαν την κινητήρια δύναμη της. Όλη τούτη η εποποιία ήταν έργο των Φιλικών. Εφτά ολόκληρα χρόνια η «Φιλική Εταιρία», παρά τις δυσκολίες της και τις ιδεολογικές της ταλαντεύσεις, δούλεψε ασταμάτητα για τον ξεσηκωμό του έθνους και των άλλων Βαλκανικών λαών. Προπαγάνδισε τις συνειδήσεις, ξύπνησε τη φλόγα του πα­τριωτισμού, οργάνωσε τις μάζες, μάζεψε χρήματα, τσάκισε την ηττοπάθεια και την προδοσία, προήγαγε την υπόθεση συνεργασίας των Βαλκανικών λαών στο πνεύμα τού Ρήγα, και προετοίμασε σοβαρά τον ένοπλο αγώνα. Το έργο της αποτελεί μια δοξασμένη σελίδα της εθνικής μας και της κοινής Βαλκανικής ιστορίας και θα ήταν άπειρα πιο δημι­ουργικό αν, αντί να κατατρίβεται για ένα μεγάλο διάστημα στην προσπάθεια να κερδίσει τα απάνω στρώματα, στηρι­ζόταν στο λαό αποκλειστικά και αναζητούσε με επιμονή τούς συμμάχους της όχι μόνο στην Αυλή της Πετρούπολης, αλλά και στα απέραντα επαναστατημένα λαϊκά στρώματα της Ρωσίας και του άλλου ευρωπαϊκού κόσμου. Αλλά και μπλεγμένη μέσα στο δίχτυ των αδυναμιών της, η «Φιλική Εταιρία» έπραξε το καθήκον της απέναντι στο έθνος και μπορεί να θεωρηθεί ό πρώτος χρυσός κρίκος στην αλυσίδα των εθνικών και κοινωνικών αγώνων των Ελλήνων με παμβαλκανική ακτινοβολία.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!