Το Πρωτοβρόχι

Σκυμμένοι από το παραθύρι…
Και του προσώπου μας οι γύροι
η ίδια μας ήτανε ψυχή.
Η συννεφιά, χλωμή σα θειάφι,
θάμπωνε αμπέλι και χωράφι·
ο αγέρας μεσ’ από τα δέντρα
με κρύφια βούϊζε ταραχή·
η χελιδόνα, με τα στήθη,
γοργή, στη χλόη μπρος – πίσω εχύθη·
κι’ άξαφνα βρόντησε, και λύθη
κρουνός, χορεύοντας η βροχή!
Η σκόνη πηρ’ ανάερο δρόμο…
Κι εμείς, στων ρουθουνιών τον τρόμο,
στη χωματίλα τη βαριά
τα χείλια ανοίξαμε, σα βρύση
τα σπλάχνα νάμπει να ποτίσει·
(όλη είχεν η βροχή ραντίσει
τη διψασμένη μας θωριά,
σαν την ελιά και σαν το φλόμο)
κι’ ο ένας στ’ αλλουνού τον ώμο
ρωτάαμε: «Τ’ είναι πόχει σκίσει
τον αέρα, μύρο, όμοιο μελίσσι;
Απ’ τον πευκιά το κουκουνάρι,
ο βάρσαμος ή το θυμάρι,
η αφάνα ή η αλυγαριά;»
Κι’ άχνισα – τόσα ήταν τα μύρα –
άχνισα  κι’ έγινα όμοια λύρα,
που χάϊδευ’η άσωτη πνοή…
Μου γιόμισ’ ο ουρανίσκος γλύκα·
κι’ ως τη ματιά σου ξαναβρήκα,
όλο μου το αίμα ήταν βοή!…
Κι’ έσκυψ, απάνω από τ’αμπέλι
που εσειόνταν σύφυλλο, το μέλι
και τ’άνθι ακέριο να του πιω·
–βαριά τσαμπιά και οι λογισμοί μου
βάτοι βαθιοί οι ανασασμοί μου –
κι’ όπως ανάσαινα, απ’ τα μύρα
δε μπόρεια να διαλέξω ποιο!
Μα όλα τα μάζεψα, τα πήρα,
και τάπια, ωσάν από τη μοίρα
λύπη απροσδόκητη ή χαρά.
Τάπια· κι’ ως σ’άγγιξα τη ζώνη
το αίμα μου γίνηκεν αηδόνι,
κι’ ως τα πολύτρεχα νερά!…

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!