Μπορεί να πλησιάζει μισός αιώνας από τότε, αλλά την προδοσία και την καταστροφή της Κύπρου θα την κουβαλά πάντα ο Ελληνισμός. Κυρίως επειδή δεν τιμωρήθηκαν ως έπρεπε οι ένοχοι. Η χούντα, οι εγκάθετοι της στην Κύπρο, η ΕΟΚΑ Β΄. Σε αυτό το παιχνίδι σε βάρος της Κύπρου, πρωταγωνιστές οι Αμερικανοί, οι Βρετανοί, το ΝΑΤΟ, που διευκόλυναν την Τουρκία να εισβάλει και να καταλάβει έδαφος.

Όλοι αυτοί συνεννοήθηκαν να μοιράσουν το νησί. Συνεννοήθηκαν για μια ΝΑΤΟϊκή λύση στην Κύπρο. Το σχέδιο ήταν να παραδοθεί ένα κομμάτι του νησιού στην Τουρκία. Με στρατιωτικά μέσα. Η εισβολή οργανωνόταν από καιρό, όπως και το πραξικόπημα. Η Τουρκία, το είπε ο Ιωαννίδης στον Ανδρουτσόπουλο , στη διάρκεια της συνεδρίασης του Στρατιωτικού Συμβουλίου, το πρωί της 20ης Ιουλίου 1974, ότι θα άφηναν την Τουρκία να εισβάλει και να προχωρήσει να καταλάβει έδαφος.

Το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974 λειτούργησε ως ανοικτή πρόσκληση προς την Τουρκία. Από την 15η Ιουλίου μέχρι την 20η Ιουλίου, υπήρχε σε δυο πεδία κινητικότητα. Σε στρατιωτικό επίπεδο, οι Τούρκοι προετοιμάζονταν για την εισβολή, συγκεντρώνονταν δυνάμεις και άρχισε γενικά η κινητοποίηση ενώ στην ελληνική πλευρά ανησυχούσαν που τους είχε γλυτώσει ο Μακάριος από τις επιθέσεις. Δεν είχαν καταφέρει να τους σκοτώσει και τους διέφυγε. Σε διπλωματικό επίπεδο οι Αμερικανοί ξεκίνησαν μια μεγάλη προσπάθεια αποτροπής ελληνοτουρκικού πολέμου. Γνώριζαν μεν ότι η Χούντα δεν είχε τέτοιες προθέσεις, πλην όμως επειδή είχε να κάνει με στρατιωτικούς, ο πανίσχυρος υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Χένρι Κίσιγκερ, δεν ήθελε να ρισκάρει τώρα που «όλα πήραν το δρόμο τους». Για το σκοπό αυτό, έστειλε τον υφυπουργό Εξωτερικών, Σίσκο, στην περιοχή, στις πρωτεύουσες των τριών εγγυητριών δυνάμεων(Ελλάδα, Τουρκία και Βρετανία).

Η στρατηγική του Σίσκο για το πώς θα χειριζόταν τις εξελίξεις κατά τις επαφές στην Αθήνα και στην Άγκυρα ήταν η εξής, σύμφωνα με δικό του σημείωμα: «Στην Αθήνα θα έκανε μια συνολική προσπάθεια να δεσμευθεί η ελληνική κυβέρνηση σε συνομιλίες με το Ηνωμένο Βασίλειο, στο Λονδίνο, στο πνεύμα της συμφωνίας Λονδίνου-Ζυρίχης. Ωστόσο, πίστευε ότι ακόμη και αυτή η διαδικασία δεν θα ήταν αρκετή για να συγκρατήσει την Τουρκία. Στην Άγκυρα θα έλεγε στους Τούρκους ότι είναι έτοιμος να γυρίσει στην Ουάσινγκτον για να προτείνει στον υπουργό και στον πρόεδρο να διερευνήσουν οι ΗΠΑ από κοινού με την ελληνική κυβέρνηση μια επιστροφή στις συνταγματικές διευθετήσεις στην Κύπρο, στην πιο σύντομη ημερομηνία. Αυτή η πρόταση συνεπαγόταν την ανάληψη της εξουσίας από τον Κληρίδη». (Department of State, τηλεγράφημα του Τζόζεφ Σίσκο στον Χένρι Κίσιγκερ, 18 Ιουλίου 1974).

Ο Σίσκο είχα σταλεί σε μια αποστολή με προδιαγεγραμμένη κατάληξη. Ο προϊστάμενος του, ο Χένρι Κίσιγκερ, διαχειριζόταν προσωπικά το θέμα και μιλούσε με τους βασικούς πρωταγωνιστές και βασικά ο ρόλος του απεσταλμένου του ήταν για το θεαθήναι. Το σκηνικό είχε στηθεί. Η χούντα το πραξικόπημα και η Τουρκία την εισβολή.

Ενώ ο Αττίλας προέλαυνε, στη Γενεύη οι τρεις εγγυήτριες δυνάμεις, Ελλάδα, Τουρκία και Βρετανία καθόρισαν πως στο νησί υπάρχουν «δύο αυτόνομες περιοχές»!

Ξεκίνησε η εισβολή

Στις 20 Ιουλίου, στις 05.30 το πρωί, άρχισε η απόβαση τουρκικών στρατευμάτων στην παραλία «πέντε μίλι» της Κερύνειας. Η Τουρκία είχε δώσει στην εισβολή την κωδική ονομασία «Αττίλας». Το σύνθημα για την έναρξη της εισβολής ήταν: «Η Αϊσέ μπορεί να πάει διακοπές». Το σχέδιο άμυνας δεν λειτούργησε. Όλες οι δυνάμεις, που θα έπρεπε να ήταν στα βόρεια παράλια, είχαν μετακινηθεί στη Λευκωσία για να «κυνηγούν» τους δημοκρατικούς. Οι δυνάμεις είχαν μεταφερθεί στη Λευκωσία για να μην είχαν…. δυσκολίες οι Τούρκοι κατά την εισβολή.

Τα όσα ακολούθησαν είναι γνωστά. Ενώ οι τουρκικές δυνάμεις προέλαυναν και στη διάρκεια της συμφωνημένη εκεχειρία, η διπλωματία αναζητούσε λύσεις. Η πρώτη φάση της εισβολής έβρισκε τις εγγυήτριες δυνάμεις έτοιμες από καιρό! Στη Γενεύη συνήλθαν οι τρεις εγγυήτριες, Ελλάδα, Τουρκία και Βρετανία. Μετά από συζητήσεις που άρχισαν στις 25 Ιουλίου και ολοκληρώθηκαν πέντε ημέρες μετά, ενώ επί του εδάφους συνεχιζόταν, όπως ήδη έχει αναφερθεί, η προέλαση του Αττίλα, κατέληξαν σε μια διακήρυξη. Σε αυτό το κείμενο προτασσόταν η ανάγκη να «παγώσει» η κατάσταση στο έδαφος και εγκαινιασθούν συζητήσεις τόσο στο επίπεδο των εγγυητριών δυνάμεων, Ελλάδος, Τουρκίας και Βρετανίας όσο και σε αυτό των δυο κοινοτήτων, Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.

Στη διακήρυξη αυτή υπήρχε μια σημαντική λεπτομέρεια, η οποία καθόρισε την πορεία του Κυπριακού. Σε αυτήν την αναφορά στηρίχθηκαν όλα τα σχέδια λύσης που ακολούθησαν. Διχοτομικά, διαχωριστικά. Ήταν μια προσπάθεια νομιμοποίησης των αποτελεσμάτων της εισβολής, πριν καλά-καλά ολοκληρωθεί το σχέδιο Αττίλα.

Παρά το γεγονός ότι στη διακήρυξη γίνεται αναφορά στο Σύνταγμα του 1960, στη Δημοκρατία της Κύπρου, μια παράγραφος, που προστέθηκε προφανώς μετά από επιμονή των Τούρκων, σε συνεννόηση με τους Βρετανούς και εκ του αποτελέσματος με την ανοχή, αποδοχή των Ελλαδιτών, αναγνώριζε εν πολλοίς τα τετελεσμένα επί του εδάφους. Έθετε το πλαίσιο για τη μορφή μιας μελλοντικής λύσης. Στο κείμενο της διακήρυξης, λοιπόν, σημειωνόταν πως: «…οι υπουργοί εσημείωσαν την ύπαρξιν εν τη πράξει δύο αυτόνομων διοικήσεων εις την Κύπρο, δηλών ότι εκείνη της ελληνοκυπριακής κοινότητος και εκείνη της τουρκοκυπριακής κοινότητος». Προστίθεται, όμως, ότι «οι υπουργοί συνεφώνησαν να μελετήσουν κατά την προσεχή των συνάντηση τα ανακύπτοντα εκ της υπάρξεως των αυτονόμων διοικήσεων προβλήματα, χωρίς τούτο να προδικάζη τα μέλλοντα να εξαχθούν εκ της καταστάσεως ταύτης συμπεράσματα…». (Αρχείο Κωνσταντίνου Καραμανλή, Γεγονότα και Κείμενα, Όγδοος τόμος σελ. 44).

Είναι πρόδηλο πως η συμφωνία αυτή των υπουργών Εξωτερικών Ελλάδος, Τουρκίας και Βρετανίας και ειδικότερα η αποδοχή από μέρους της Αθήνας της ύπαρξης δύο διοικήσεων, πριν ακόμη εκδηλωθεί η δεύτερη φάση της εισβολής, συνιστούσε εν πολλοίς την αναγνώριση των επικείμενων τότε αποτελεσμάτων των τουρκικών σχεδιασμών. Βαθμηδόν και μέσα από πολλές υποχωρήσεις στις διαπραγματεύσεις, με τουρκική επιμονή και ελληνική υποχωρητικότητα, αυτό συζητείται σήμερα. Προδιαγράφηκε, όμως, πριν ακόμη ολοκληρωθεί επί του εδάφους ο Αττίλας 2, που δεν είχε ακόμη ξεκινήσει.

Ο Μακάριος από το Λονδίνο, σε δήλωσή του, σχολίασε τη συμφωνία της 30ής Ιουλίου. Ήταν πολύ διστακτικός με το αποτέλεσμα, δεν μπορούσε, ωστόσο να διαφωνήσει με την Αθήνα: «Είμαι ικανοποιημένος, διότι οι συνομιλίες της Γενεύης κατέληξαν σε συμφωνία για την κατάπαυση του πυρός στην Κύπρο, πράγμα που θα θέσει τέρμα στην τρομακτική απώλεια ανθρώπινων υπάρξεων και στα τόσα δεινά. Πάντως δεν δύναμαι να ειπώ πως είμαι ικανοποιημένος από το σύνολο του περιεχομένου της συμφωνίας. Εις το κυριώτερον αυτής τμήμα, που είναι εκείνο που αφορά την αποχώρηση των τουρκικών δυνάμεων εκ Κύπρου, η συμφωνία είναι πολύ αόριστος. Ελπίζω εν τούτοις, ότι η συμφωνία θα αποτελέσει το πρώτο βήμα διά την πλήρη εφαρμογή της αποφάσεως του Συμβουλίου Ασφαλείας της 20ής Ιουλίου».

Ο Μακάριος, αν και σαφώς δεν ήταν ικανοποιημένος από τη συμφωνία, στάθηκε μόνο στο θέμα των στρατευμάτων και της αποχώρησής τους. Βεβαίως, όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια, για την Τουρκία η διακήρυξη δεν είχε καμία σημασία. Πήρε αυτά που θεωρούσε ό,τι την εξυπηρετούσαν, όπως η αναφορά σε «δύο αυτόνομες περιοχές» και 14 ημέρες μετά προέλασε για να ολοκληρώσει τη γραμμή Αττίλα.

Το θέμα ήταν γιατί η Αθήνα, η μετά την χούντα κυβέρνηση Καραμανλή είχε δεχθεί τα τελεσμένα επί του εδάφους; Κάτω από ποια πίεση και γιατί να «δεσμεύσει» την μελλοντική πορεία της Κύπρου; Αυτό ήταν το σχέδιο και δεν άργησε –καθόλου– να διαφανεί.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!