του Θανάση Μουσόπουλου

Η Λογοτεχνία παρακολουθεί την πορεία της κοινωνίας, την Ιστορία θα λέγαμε. Και αντίστοιχα η Ιστορία και τα δρώμενα εν γένει ενός κοινωνικού συνόλου εκφράζονται μέσα από την τέχνη του λόγου, όπως και μέσα από τις άλλες μορφές Τέχνης.

Κορυφαία γεγονότα αποτυπώνονται σε γραπτά με ποικίλους τρόπους. Συνεχίζοντας τον περίπατό μας στη νεοελληνική λογοτεχνία, ύστερα από τις σύντομες στάσεις μας από τον 11ο αιώνα και μετά, φτάνουμε στο σημαδιακό 1453 με την Άλωση της Πόλης και γενικότερα την έναρξη της Οθωμανικής κατοχής στα περισσότερα εδάφη της Βυζαντινής Οικουμένης.

Θα δώσουμε τον λόγο στον Νίκο Μπελογιάννη, «Κείμενα από την απομόνωση» (εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1982), που γράφει για τη λογοτεχνία της περιόδου:

«Πεζογραφία σε λαϊκή γλώσσα δεν αναπτύχθηκε σχεδόν καθόλου όλους τους αιώνες που ψυχορραγούσε το Βυζάντιο […] Τις πρώτες και γνήσιες ρίζες της νεοελληνικής λογοτεχνίας –ακόμη και της σκέψης– πρέπει να τις αναζητήσουμε στη λαϊκή δημιουργία της εποχής […] Η στάση των λογίων απέναντι στον λαό, στη γλώσσα του και στη λαϊκή δημιουργία ζημίωσε, βέβαια, σοβαρά την ανέλιξη της νεοελληνικής γλώσσας και τη διαμόρφωση της νεοελληνικής εθνότητας. Γι’ αυτό και αιώνες ολόκληρους, μέχρι το πέσιμο του Βυζαντίου, ενώ σ’ όλες τις ευρωπαϊκές χώρες είχε αρχίσει να διαμορφώνεται οριστικά η λογοτεχνία τους, όμως για τη νεοελληνική λογοτεχνία μόνο τις πρώτες μακρινές ρίζες της, το υπέδαφος, πρέπει ν’ αναζητάμε όλη αυτή την περίοδο. Και πάλι ό,τι δημιουργήθηκε, το οφείλουμε αποκλειστικά στις λαϊκές μάζες και στη ζωντανή γλώσσα τους» (σελ. 29-33).

Ο Μιχαήλ Περάνθης, εξάλλου, στο εγχειρίδιο «Κεφάλαια νεοελληνικής λογοτεχνίας» (εκδ. Χιωτέλλη, 1976) και στους 4 μεγάλους τόμους «Ελληνικής Πεζογραφίας» σημειώνει:

«Η βυζαντινή αναγέννηση πνίγηκε στα κύματα της οθωμανικής πλημμυρίδας κι οι ναυαγοί της διαπεραιώθηκαν στις ιταλικές ακτές, συνοικοδόμοι της ευρωπαϊκής αναγέννησης, δουλεύοντας τα κλασικά κείμενα, την αρχαία φιλοσοφία, την ελληνική σκέψη, τα ανθρωπιστικά ιδεώδη» (σελ. 12) […] «Το πνεύμα, για να ζήσει, θέλει ελευθερία. Ωστόσο το ελληνικό πνεύμα, και με τη δουλεία, επέτυχε να διασφαλίσει μια στοιχειώδη επιβίωση και μια πρώτη υποδομή, που στάθηκαν το υπόβαθρο μιας μεταγενέστερης αναβλάστησης (σελ. 13-14). Σε ωρίμανση και ποιότητα, η νεοελληνική ποίηση άνθισε νωρίτερα από τον πεζό λόγο. Στη διερμήνευση του φαινομένου δεν μπορεί να θεωρηθεί άσχετο και το γεγονός, ότι έσερνε πίσω της μια παράδοση πέντε αιώνων, που άρχιζε από τις παρυφές του Βυζαντίου» (σελ. 37-38).

***

Η Άλωση της Πόλης έγινε αιτία για μια σειρά λαϊκών δημιουργιών που δείχνουν την αισθητική βούληση και τη δύναμη των υπόδουλων Ελλήνων. Παραθέτουμε το λεγόμενο «Ανακάλημα της Κωνσταντινούπολης», που δημοσιεύτηκε το 1914 από τον πατέρα της ελληνικής λαογραφίας τον Νικόλαο Πολίτη στη συλλογή «Εκλογαί από τα τραγούδια του ελληνικού λαού».

Της Αγια-Σοφιάς

Σημαίνει ὁ Θεός, σημαίνει ἡ γῆς, σημαίνουν τὰ ἐπουράνια,
σημαίνει κι ἡ Ἁγιά-Σοφιά, τὸ μέγα μοναστήρι,
μὲ τετρακόσια σήμαντρα κι ἑξήντα δυὸ καμπάνες,
κάθε καμπάνα καὶ παπᾶς, κάθε παπᾶς καὶ διάκος.
Ψάλλει ζερβὰ ὁ βασιλιάς, δεξιὰ ὁ πατριάρχης,
κι ἀπ᾿ τὴν πολλὴ τὴν ψαλμουδιὰ ἐσειόντανε οἱ κολόνες.
Νὰ μποῦνε στὸ χερουβικὸ καὶ νά ῾βγει ὁ βασιλέας,
φωνὴ τοὺς ἦρθε ἐξ οὐρανοῦ κι ἀπ᾿ ἀρχαγγέλου στόμα:
«Πάψετε τὸ χερουβικὸ κι ἂς χαμηλώσουν τ᾿ Ἅγια,
παπάδες πᾶρτε τὰ ἱερὰ καὶ σεῖς κεριὰ σβηστῆτε,
γιατί ῾ναι θέλημα Θεοῦ ἡ Πόλη νὰ τουρκέψει.
Μόν᾿ στεῖλτε λόγο στὴ Φραγκιά, νὰ ῾ρθοῦν τρία καράβια,
τό ῾να νὰ πάρει τὸ σταυρὸ καὶ τ᾿ ἄλλο τὸ βαγγέλιο,
τὸ τρίτο τὸ καλύτερο, τὴν ἅγια Τράπεζά μας,
μὴ μᾶς τὴν πάρουν τὰ σκυλιὰ καὶ μᾶς τὴ μαγαρίσουν».
Ἡ Δέσποινα ταράχτηκε καὶ δάκρυσαν οἱ εἰκόνες.
«Σώπασε κυρὰ Δέσποινα, καὶ μὴ πολυδακρύζῃς,
πάλι μὲ χρόνους, μὲ καιρούς, πάλι δικά μας θά ’ναι».

Όπως σημειώνει ο Μ. Περάνθης «Η Μεταβυζαντινή λογοτεχνία διατηρεί εμφανή τα χαρακτηριστικά της βυζαντινής επί ενάμιση περίπου αιώνα, για να δεχτεί βαθιά τα αποτυπώματα της οθωμανικής κυριαρχίας και να καταλήξει στην ποίηση της τουρκοκρατίας.

Ένα μεγάλο εν τούτοις της μεταβυζαντινής ποίησης αγνοεί παρόμοιες αποτυπώσεις, παραμένοντας ξένο προς τους όρους της υποτέλειας που επηρέασαν τον ελληνισμό.

Είναι η ποίηση που μας προσφέρει ο νησιωτικός ελληνισμός. Η Ρόδος, η Κύπρος, η Κρήτη και τα Επτάνησα, που παραμένουν έξω από την τουρκική δεσποτεία, γιατί συμβαίνει να έχουν ήδη ξένον επικυρίαρχο, χριστιανόν, τους βενετσιάνους και φράγκους» (σελ. 54).

Αυτές οι περιοχές του ελληνισμού ακολουθούν άλλη πορεία, στην ιστορία και στον πολιτισμό. Το 1191 η Κύπρος κατακτήθηκε από τους Φράγκους. Μετά τους Φράγκους ακολούθησαν οι Ενετοί (1489) και οι Τούρκοι (1571). Τον 16ο αιώνα στην Κύπρο γράφονται ερωτικά ποιήματα, τα ωραιότερα λυρικά δείγματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Το πνεύμα της Αναγέννησης έχει περάσει στην Κύπρο.

Από την άλλη μεριά, το 1211 η Κρήτη κατακτήθηκε από τους Ενετούς, που την κράτησαν στην εξουσία τους ως το 1669, οπότε την κατέλαβαν οι Τούρκοι. Μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης αρχίζει περίοδος ειρηνικής συνύπαρξης του πληθυσμού με τους κατακτητές και εμφανίζονται άξιοι δημιουργοί, όπως ο Γεώργιος Χορτάτσης, ο Βιτσέντζος Κορνάρος κ.ά., που οδήγησαν την κρητική ποίηση σε αξιοθαύμαστη άνθηση. Μετά το 1669 η θαυμάσια λογοτεχνική άνθιση της Κρήτης κόβεται απότομα.

Θα παραθέσουμε δύο μικρά παραδείγματα, ένα κυπριακό και ένα κρητικό – μας βοηθούν τα Κείμενα της Α΄ τάξης Λυκείου που παρουσιάζουν την κυπριακή λογοτεχνία:

«Ως κυπριακά ερωτικά ποιήματα είναι γνωστά 156 ποιήματα του 16ου αι. γραμμένα στην κυπριακή διάλεκτο που έχουν παραδοθεί σε έναν χειρόγραφο κώδικα. Πέρα όμως από την αισθητική τους αξία, είναι μεγάλη και η ιστορική τους σημασία, αφ’ ενός ως γλωσσικών μνημείων και αφ’ ετέρου επειδή σε αυτήν τη συλλογή απαντώνται τα πρώτα ελληνικά σονέτα»:

Κοντεύγ’ η ώρα κι ο καιρός, κυρά μου, / που μέλλει να μισέψω από ξαυτόν σου, / όμως αφήννω δα στον ορισμόν σου / όλον τον εμαυτόν μου, αγγέλισσά μου.

 [Κοντεύει η ώρα κι ο καιρός, κυρά μου, που θα πρέπει να φύγω από κοντά σου, όμως, άγγελε μου, αφήνω εδώ στους ορισμούς σου όλο τον εαυτό μου].

Από την πλούσια κρητική ποίηση, θα παραθέσουμε λίγους στίχους από τον «Ερωτόκριτο» του Βιτσέντζου Κορνάρου:

Ποιητής

Tου Κύκλου τα γυρίσματα, που ανεβοκατεβαίνουν, / και του Τροχού, που ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνουν· / και του Καιρού τα πράματα, που αναπαημό δεν έχουν, / μα στο Kαλό κ’ εις το Kακό περιπατούν και τρέχουν· και των Αρμάτω’ οι ταραχές, όχθρητες, και τα βάρη, / του Έρωτος οι μπόρεσες και τση Φιλιάς η χάρη· / αυτάνα μ’ εκινήσασι τη σήμερον ημέραν,
ν’ αναθιβάλω και να πω τά κάμαν και τά φέραν […]

Στην επόμενη ενότητα θα αναφερθούμε στην περίοδο 1669-1821.

 * Ο Θανάσης Μουσόπουλος είναι φιλόλογος, συγγραφέας, ποιητής

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!