Μικρή ωδή στον μπάρμπα Κογιότη

Γεια σου μπάρμπα Κογιότη
Των ζώων δον Κιχώτη.

Ήμερος όντας έξω απ’ την αγέλη
λύκος της μοναξιάς πιστός στο ανήσυχο
μυστικό μιας ζωής βασανισμένης,
είχε κρεπάρει
απ’ την πρόγκα, τον κλώτσο, το στυλιάρι.

Δε γνώρισα προσκυνητή πιο ταπεινόν
στους δρόμους των παλιών παραμυθιών.

Καθώς τα ώριμα ορέγονταν τα φρούτα,
πεπόνια κι ανανάδες και καρπούζια,
δεν ήξερε, ενώ ορμούσε στα μποστάνια,
φράχτης ή πόρτα τι σημαίνει
και τι ιδιοκτησία ξένη,
κι ως τον τράβηξ’ η οσμή κάποιας κουζίνας
έπεσε σε παγίδα στημένη απ’ τις κυράδες
των γύρω γειτονιών, σωστές μαινάδες,
και βρέθηκε πιασμένος στο κουσκούσι
που απ’ τις χωριάτισσες γριές
κι εγώ έχω ακούσει.

Και πέρασε έτσι στην Ιστορία
σαν δον Κιχώτης της Μαντζαρίας.

Μα έχει η ιστορία του τέλος άξιο για ελεγεία.

Ο δον Κογιότης με δόντια σπασμένα
κωλιά καμένα
πνίγηκε στο νερό μιας λίμνης
το τυρί κυνηγώντας της σελήνης.

Κι η δόξα του αρχινάει απ’ όπου
τελειώνει το μαρτύριό του.

Έτσι πέθανε κι ο
Κινέζος βάρδος Λι Τάι Πο.

Νihil Νovum

Τραγούδι μου, τίποτα μη γυρεύεις
καινούργιο κάτω απ’ τους ουρανοξύστες
ή μες στη μηχανή που πάει τ’αψήλου,
δεν έχει αλλάξει τίποτα από αιώνες.

Πολύ παλιά είναι κι άνθρωποι και πάθη,
στη νέα μέρα παλιές θα βρεις λαχτάρες,
στη νέα νύχτα θα βρεις αγρύπνιες ίδιες
κι ίδιο μες στην καρδιά παλμό θε να ’βρεις.

Οι καινούργιοι μη σε γελάνε κόσμοι
με τα φυτά, τα ζώα τους, τους ανθρώπους
και με τους νέους ρυθμούς των τραγουδιών τους.

Όσα αξίζουν είναι παλιά ειπωμένα
κι άλλο από το καπρίτσιο δε μας μένει
κάποιων ήχων που ο αγέρας συνεπαίρνει.

Μετάφραση: Ηλίας Ματθαίου

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!