Φέρτε το κρασί

Κοίτα το Κίτρινο Ποτάμι πώς κυλά περ’ απ’ τον ουρανό.
Σμίγει με τον Ωκεανό και δεν ξαναγυρίζει.
Κοίταξε τα μαλλιά που κυματίζουνε
μπρος στους αστραφτερούς καθρέφτες,
ψηλά στις μεγάλες κάμαρες,
μαύρα μετάξια την αυγή που θα’ν’τη νύχτα χιονισμένα.
…Αφήστε πια τον άνθρωπο το στοχαστή
να παίζει με τον κίνδυνο όπου κι αν λάχει,
και το φεγγάρι ας μην τον δει ποτέ μ’ άδειο ποτήρι.
Όποιο ταλέντο χάρισαν οι Ουρανοί, χαμένο ας μην πάει.
Άφθονο σκόρπισε τ’ ασήμι σου
και θα το δεις σ’ εσένα να γυρνά.
Φέρτε μεζέδες που κεντούν την όρεξη,
κι από τρακόσες κούπες φτιάχτε μου
ένα πιοτό που δεν τελειώνει.
…Στο γέρο-αφέντη Τσεν,
και στον Ταν Τσιού το σκολιαρόπαιδο,
φέρτε κρασί.
Στιγμή ας μην αναπαυτούνε τα ποτήρια μας.
Αφήστε με να τραγουδήσω.
Κι εσείς ακούστε με:
Τί ωφελούν τα τύμπανα και τα κουδούνια;
Τα μεγάλα συμπόσια κι οι θησαυροί;
Αφήστε με να’μαι για πάντα μεθυσμένος.
Οι αρχαίοι σοφοί κι οι φρόνιμοι ξεχάστηκαν,
μα η φήμη των μπεκρήδων δεν πεθαίνει.

Ο γέρο- Τσενγκ ο πρίγκιπας πλήρωσε στο Παλάτι
δέκα χιλιάδες τάλαρα για ένα βαρέλι.
Φίλε, τι λες πως φεύγουνε τα πλούτη σου;
Πάρε κρασί και θα το πιούμε αντάμα.
Τ’ όμορφο παρδαλό μου άλογο.
κι οι γούνες μου κάνουν χιλιάδες.
Πάρε και δωσ’ τα σ’ ένα παραγιό
Μ ’ένα καλό πιοτό να μας τ’ αλλάξει,
κι εμείς οι δυο θα πνίξουμε καημούς
δέκα χιλιάδων γενεών.

Πίνω μονάχος με το φεγγάρι

Από μια κούπα γιομάτη κρασί
έπινα δίχως συντροφιά, μες στα λουλούδια.
Ώσπου ύψωσα την κούπα μου, κι απ’ το φεγγάρι γύρεψα
τον ίσκιο μου, για να γεννούμε τρεις.
Αλίμονο, το φεγγάρι δεν ήξερε να πίνει
κι ο ίσκιος με κορόιδευε,
κι ωστόσο είχα για καιρό δυο φίλους,
συντροφιά ως το τέλος της Άνοιξης.
Τραγούδησα: Το φεγγάρι σιγοντάρισε.
Χόρεψα: Η σκιά μου τρεμούλιασε στο πλάι.
Όσο θυμάμαι, κάναμε καλή παρέα.
Κι ύστερα μέθυσα, κι έχασε ο ένας τον άλλο.
…Πότε θα λείψει ο φόβος απ’ το κέφι μας;
Κοιτώ να φεύγει το μεγάλο ποτάμι των αστεριών.

Μετάφραση: Αμαλία Τσακνιά

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!