Οι επικείμενες ευρωεκλογές τον Ιούνιο δεν δικαιολογούν μια στάση αδιαφορίας και υποτίμησης. Γίνονται μέσα σε μια περίοδο φορτωμένη με εξελίξεις. Διαμόρφωσης ενός ειδικού «νεοπαγούς» καθεστώτος μεταπρατισμού, κολοβής κυριαρχίας και υποτέλειας για τη χώρα και πολύπλευρης συστημικής κρίσης που συνταράζει και κλονίζει το ευρωωενωσιακό και ευρύτερο ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Οι πολύ δυσμενείς και εν πολλοίς βραχυκυκλωμένες δυνατότητες έκφρασης μιας όλο και πιo αισθητής ευρύτατης λαϊκής δυσφορίας, το τεράστιο έλλειμμα προβολής εναλλακτικών πολιτικών λύσεων με κάποιο έστω και μερικό βαθμό ωρίμανσης δεν μπορεί να καλυφθεί με την προσθήκη ακόμη ενός ψηφοδελτίου μέρους ενός ατελείωτου κατακερματισμού – μέσα σ’ αυτό ας έχουμε στο μυαλό μας εκτός από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και «τα κυβικά» της παρούσας δικής μας ειδικότερης υποκειμενικής κατάστασης. Όμως οι ευρωεκλογές και το κοινωνικό ενδιαφέρον που προκαλεί η κάλπη είναι πρόσφορη συνθήκη για να σκεφτούμε, να επεξεργαστούμε και να θέσουμε με πιο συγκεκριμένο και κρουστικό τρόπο εκτιμήσεις, κριτήρια, προτεραιότητες, κρίσιμες οριοθετήσεις και εν τέλει όλα όσα συντιθέμενα μπορούν να ορίσουν μια πολιτική στάση ουσίας. Βεβαίως σε πρώτο πλάνο η κρίσιμη οριοθέτηση είναι απέναντι στις πολιτικές του «ακραίου κέντρου» και των συνδυαστικών ρόλων που παίζουν, η κεντροδεξιά και η κεντροαριστερή-αριστερή (δικαιωματική – ευρωπαϊστική) του πτέρυγα.

Το ΚΚΕ έρχεται να συναντήσει το «αντιλαϊκιστικό» μέτωπο δείχνοντας τη δική του δομική δυσανεξία απέναντι σ’ αυτό που αντιμετωπίζει με όρους υπαρξιακής απειλής: τις όποιες εκδηλώσεις λαϊκής αυτενέργειας, την κοινωνική απέχθεια απέναντι στο κομματικό καπέλωμα, τους χειρισμούς και την ποδηγέτηση, την εύφλεκτη διάθεση πολιτικοποίησης που δεν περιορίζεται χωρίς κόπο στα «παλιά καλά, παραδοσιακά» όρια μιας ελεγχόμενης οικονομίστικων προδιαγραφών εκτόνωσης

Η ελληνική πραγματικότητα όμως έχει τη δική της ενδιαφέρουσα ιδιαιτερότητα. Διαθέτει και δυνάμεις υπολογίσιμης κοινωνικής επιρροής (εδώ αναφερόμαστε κυρίως στο ΚΚΕ και δευτερευόντως, στις διάσπαρτες δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς) που κατ’ αρχήν τοποθετούνται έξω από τη γενική γραμμή συστημικής συναίνεσης. Όμως βασικές, ταυτοτικές πλευρές της πολιτικής τους έρχονται να προσθέσουν τους δικούς τους ιδιαίτερους δυσμενείς, αποπροσανατολιστικούς όρους στη συνείδηση ενός κόσμου που δυσφορεί με την υπάρχουσα κατάσταση και γυρεύει να πιαστεί από κάπου για να εκφράσει την αντίθεσή του. Μάλιστα μέσα στις τωρινές συνθήκες, μετά τα όσα μεσολάβησαν τα τελευταία χρόνια, το ΚΚΕ εμφανίζεται να κερδίζει ένα τμήμα των διαθέσεων κοινωνικής δυσφορίας και αντίθεσης και να το αξιοποιεί προς ενίσχυση μιας πολύ αρνητικής επιστροφής στους τρόπους της προμνημονιακής «αριστερής κανονικότητας». Σε αυτό το σημείωμα θα εστιάσουμε στην ανάγκη μιας ουσιαστικής κριτικής και οριοθέτησης απέναντι σε ορισμένα επανερχόμενα «δομικά» μοτίβα που χαρακτηρίζουν την πολιτική συμπεριφορά του ΚΚΕ και που η αποδιάρθρωση και το κόντεμα (συντηρητικοποίηση) των λαϊκών ριζοσπαστικών διαθέσεων έχουν υποστείλει τα αρνητικά ανακλαστικά απέναντί τους, που είχαν αναπτυχθεί σε μια προηγούμενη αντιμνημονιακή φάση.

Ο λαϊκός παράγοντας βάλλεται και από τον «αντιλαϊκισμό» του ΚΚΕ

Είναι κρίσιμο θέμα. Σε μια περίοδο όπου όλο το φάσμα των συστημικών δυνάμεων (κεντροδεξιών και κεντροαριστερών) έχουν σαν κεντρικό στόχο τους τον «λαϊκισμό». Που δείχνουν να ανησυχούν στρατηγικά από την ογκούμενη λαϊκή δυσαρέσκεια και τις αντισυστημικές διαθέσεις που φέρνουν μαζί τους οι τωρινές συνθήκες μεγάλης συστημικής κοινωνικής κρίσης και οικονομικής συμπίεσης των λαϊκών στρωμάτων. Το ΚΚΕ έρχεται να συναντήσει αυτό το «αντιλαϊκιστικό» μέτωπο δείχνοντας τη δική του δομική δυσανεξία απέναντι σ’ αυτό που αντιμετωπίζει με όρους υπαρξιακής απειλής: τις όποιες εκδηλώσεις λαϊκής αυτενέργειας, την κοινωνική απέχθεια απέναντι στο κομματικό καπέλωμα, τους χειρισμούς και την ποδηγέτηση, την εύφλεκτη διάθεση πολιτικοποίησης που δεν περιορίζεται χωρίς κόπο στα «παλιά καλά, παραδοσιακά» όρια μιας ελεγχόμενης οικονομίστικων προδιαγραφών εκτόνωσης. Ο λόγος του σήμερα έχει τους πατερναλιστικούς τόνους μιας ρεβάνς απέναντι στις «ανώριμες αταξίες» του λαϊκού παράγοντα μιας προηγούμενης φάσης και προωθεί αυτάρεσκα την επάνοδο σε μιαν «αριστερή κινηματική κανονικότητα».

Προβλέπεται άραγε ζωή πέρα από την «ενίσχυση του κόμματος»;

Ας αναρωτηθούμε για το είδος της αντιπολίτευσης από πλευράς ΚΚΕ με βάση τα σημαντικά ανοικτά μέτωπα της περιόδου. Στο θέμα των κινητοποιήσεων των αγροτών, όπου ας σημειωθεί ότι το ΚΚΕ διαθέτει, σε σύγκριση με τις άλλες –πλην Ν.Δ.– πολιτικές δυνάμεις, υπολογίσιμη επιρροή σε τμήματα του αγροτικού κόσμου (κυρίως στη Θεσσαλία), ο σχεδιασμός υπήρξε εμφανώς να γίνει ένας κύκλος, ένα πέρασμα μέχρι αρχές Μάρτη και μετά όλα να κλείσουν και να μπει μπροστά η υπόθεση «εκλογές». Το, κομβικής σημασίας, αγροτικό πλέγμα θεμάτων, η αναγκαία συμβολή ενός κόμματος που αξιώνει ρόλο πρωτοπορίας, στην άνοδο της πολιτικοποίησης των θιγόμενων στρωμάτων, η διεύρυνση της οπτικής με σύνδεση των συμφερόντων παραγωγών και καταναλωτών (ευρύτατων λαϊκών στρωμάτων της πόλης) διατηρείται επιμελώς «εκτός ύλης». Στο άλλο μέτωπο, εκείνο των ιδιωτικών πανεπιστημίων, οι πολύπλευροι και μεγάλου ιστορικού βάθους συστημικοί χειρισμοί έχουν αυτή τη στιγμή οδηγήσει σε μια κοινωνική αντίδραση, υπολογίσιμη μεν αλλά σαφώς οριοθετημένης κλίμακας και κατά τα φαινόμενα προς το παρόν διαχειρίσιμη. Εδώ ο ρόλος του ΚΚΕ τόσο ως προς τις μορφές –συγκεκριμένος τρόπος λειτουργίας των συνελεύσεων φοιτητικών συλλόγων, καταλήψεις, με αναπαραγωγή των παραδοσιακών καπελωτικών, εκφυλιστικών μεθοδεύσεων– όσο και η προκλητική απουσία μέριμνας για την προαγωγή ενός πλατιού θεματολογικά, πολιτικά και οργανωτικά μετώπου παιδείας, μπορεί να του δίνουν κάποια εκλογικά-οργανωτικά κέρδη αλλά εν τέλει λειτουργούν εκτονωτικά και αποδιοργανωτικά ως προς τις δυνατότητες ανοίγματος δρόμων κοινωνικής διεξόδου. Οι πολιτικές διαστάσεις που ανέδειξαν τα «Τέμπη» τέλος, δείχνουν κι’ αυτές πολλά. Αρκεί να συγκριθεί η εμβέλεια της κοινωνικής απήχησης που απέκτησαν τα ζητήματα δημοκρατίας, θεσμών και λογοδοσίας των πολιτικών υπευθύνων όπως τα έθεσε μια μικρή ομάδα συγγενών των θυμάτων (με τις υπογραφές που πάνε να ξεπεράσουν το ενάμισυ εκατομμύριο – ποιο κόμμα είχε το κύρος ή έστω εκδήλωσε την πρόθεση για κάτι παρόμοιο;), με όλη την «αντιπολίτευση» που άσκησαν τα κόμματα του ΚΚΕ συμπεριλαμβανομένου.

Κοινός σε όλες τις περιπτώσεις παρανομαστής της πολιτικής λογικής του ΚΚΕ: Οι ιδεολογικού χαρακτήρα αφηρημένες, γενικές τοποθετήσεις αντικαπιταλιστικής καταγγελίας. «Εκτός ύλης» ο,τιδήποτε θα μπορούσε να σχετίζεται με συγκεκριμένους σε τόπο και χρόνο όρους πορείας μετάβασης σε μια χειραφετητική κατεύθυνση. Απώθηση και υπεκφυγές σχετικά με το κεντρικό πρόβλημα τού πως μπορεί να υπάρξει ο λαός και η χώρα. Αναγωγή των πάντων σε μια πολιτική που δεν βλέπει τίποτα άλλο πέραν της (κατά βάση) εκλογικής ενίσχυσης του κόμματος.

Αφήνεται (και πόσος;) χώρος για ενσωματωμένη «υπεύθυνη αντιπολίτευση»

Απ’ ό,τι φαίνεται παρέχεται, κατ’ αρχήν τουλάχιστον, μια «ασφαλής γωνίτσα» από την οποία μπορεί να ασκείται μια γενική αντικαπιταλιστική αντιπολίτευση με επιμελή την αποφυγή πολιτικά αιχμηρών θεμάτων. Καθόλου τυχαία από συστημικής πλευράς μια τέτοια στάση ενσωμάτωσης προβάλλεται συστηματικά ως «υπεύθυνη» και αντιδιαστέλλεται προς τον ανεπιθύμητο «λαϊκισμό» των λαϊκών αντισυστημικών διαθέσεων. Πολύ περισσότερο όταν πληθαίνουν οι επιμέρους τακτικές τοποθετήσεις από πλευράς ΚΚΕ (συχνά με χαρακτηριστικά φαρισαϊκές προσχηματικές «εκλογικεύσεις») που λειτουργούν υποβοηθητικά για την κυβέρνηση σε θέματα που βρίσκεται στριμωγμένη. Πιο πρόσφατες, η στήριξη της συγκρότησης εξεταστικής επιτροπής της Βουλής, και η τοποθέτηση του κόμματος σε σχέση με το ψήφισμα του ευρωκοινοβουλίου για τα προβλήματα του κράτους δικαίου στην Ελλάδα.

Όμως τελευταία δίνονται μηνύματα ότι και αυτή η ισορροπία δεν είναι απολύτως εγγυημένη. Η, στα όρια του παραλογισμού ομόθυμα εκφρασμένη «ιερή αγανάκτηση» όλου του «δικαιωματικού τόξου (από την κυβέρνηση μέχρι όλα τα συριζικά θραύσματα) απέναντι σε μια, δύο κατά τα άλλα μάλλον αυτονόητες πρόσφατες επισημάνσεις του Δ. Κουτσούμπα από βήματος της Βουλής, δείχνει ότι η woke ατζέντα αξιώνει την απόλυτη επιβολή της με μακαρθικούς όρους.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!