του Γιάννη Σχίζα

 

Το 1829 ο αρχαιολόγος Κυριάκος Πιτάκης ορίζεται από την ελληνική κυβέρνηση να κάνει αυτοψία στο οικιστικό περιβάλλον των Αθηνών. Η πόλη κείται σε συντρίμμια ύστερα από τις οδομαχίες και από τη μάχη του Φαλήρου, γι’ αυτό ο Πιτάκης θα είναι πολύ λακωνικός στην αναφορά του: «Όλαι αι οικίαι κατεστραμμέναι, πλην εξήκοντα […]» Μερικά χρόνια αργότερα (1832-1833) ο ταξιδιώτης και συγγραφέας Christopher Wordsworth βλέποντας την ερήμωση που επικρατεί στη μείζονα περιοχή των Αθηνών, αναλογίζεται τους στίχους του Λουκιανού: Πεθαίνουν οι πόλεις, όπως οι άνθρωποι… Όμως η Αθήνα δεν έχει πεθάνει και σαν τη Ρώμη –που έχει χαρακτηρισθεί από παλιά «αιώνια πόλη»– προετοιμάζεται για τη νέα σταδιοδρομία της πρωτεύουσας της Ελλάδος…

 

Πρωτεύουσα

Το 1835 η Αθήνα κηρύσσεται πρωτεύουσα του νεοσύστατου κράτους και ταυτόχρονα αρχίζει μια περίοδος ανοικοδόμησης. Τα υλικά γι’ αυτή τη διαδικασία πρέπει να μεταφερθούν στον τόπο του οικοδομήματος με τα μεταφορικά μέσα της εποχής, και αυτή η διαδικασία είναι οπωσδήποτε κοστοβόρα, αποτελώντας ένα μεγάλο μέρος της δαπάνης για την κατοικία.

Βέβαια, τα πρώτα υλικά που χρησιμοποιούνται για την ανέγερση κατοικιών ήταν τα ερείπια και το κατεδαφισμένο τείχος της παλιάς πόλης: Όμως τον Αύγουστο του 1835 γίνεται έναρξη της λατόμευσης εις τα σπήλαια της βόρειας πλευράς του λόφου των Νυμφών, που αντικρίζει το Θησείο. Το περί αρχαιοτήτων διάταγμα του 1834 απαγόρευε την εγκατάσταση ασβεστοκαμίνων 2.500 μέτρα από τους αρχαιολογικούς χώρους – όχι όμως την ίδια την λατόμευση! Ύστερα από λίγους μήνες η υπηρεσία του υπουργείου βρίσκεται στην ανάγκη να εμποδίζει να αποσπώνται οι πέτρες από τους λόφους του Αγχέσμου (Στρέφη), του Λυκαβηττού και του Φιλοπάππου, ενώ η ίδια υπηρεσία θα απαγορεύσει σύντομα τη λειτουργία του λατομείου Λυκαβηττού. Η τότε «αριστοκρατία» των Αθηναίων (Ι. Παπαρηγόπουλος, Ι. Σοροκιάδης, Γ. Καραμάνος κ.λπ.) συνεχίζει να επιδίδεται εις το σπορ της αξιοποίησης της πέτρας των βραχωδών εκτάσεων για οικιστικούς σκοπούς, όμως η επιτροπή που έκανε ο Όθων με τον καθηγητή της Νομικής Σχολής Μιχαήλ Ποτλή, αφού εξέτασε τους τίτλους κυριότητας των ενδιαφερομένων, αποφαίνεται: Οι βράχοι που υφίσταντο την λατόμευση αποτελούσαν απλά όρια των κτημάτων και όχι καθαυτό ιδιοκτησία!

Και πραγματικά, οι βράχοι και οι λόφοι που περιέβαλαν την οικιστική περιοχή, που διαμορφώθηκε με βάση το αρχικό σχέδιο Κλεάνθη-Σάουμπερτ και στη συνέχεια με αυτό του Κλέντσε, σύμφωνα με το Οθωμανικό Δίκαιο δεν επιδέχονταν ιδιοκτησία και ήταν κοινόχρηστοι. Οι « δημόσιες γαίες» –οι οποίες συμπεριλάμβαναν τα δάση και τα όρη– υπάγονταν αποκλειστικά στην ιδιοκτησία του κράτους και του Σουλτάνου, η δε κυριότητά τους δεν μπορούσε να μεταβιβασθεί σε ιδιώτες…

Στο μεταξύ ο πληθυσμός αυξάνει και ταυτόχρονα αυξάνονται και οι οικιστικές και άλλες ανάγκες. Ο Δήμος Αθηναίων σταδιακά περνάει από τις 26 χιλ. (1848) στις 48 χιλ. (1870), για να φτάσει τους 175 χιλ. το 1907. Μετά δε τη Μικρασιατική Καταστροφή ο πληθυσμός του συνόλου Αττικής εκτοξεύεται κυριολεκτικά από τους 895 χιλ. (1928) στους 3.307 χιλ. το 1981 (Τσιλένης) και στους 3.522 χιλ. το 1991.

«Η έντασις της οικοδομήσεως είχεν επιφέρει από αισθητικής και ιστορικής απόψεως όλεθρον εις βάρος του τοπίου των Αθηνών», λέει ο Κώστας Μπίρης. Το 1842 η λατόμευση και ασβεστοποιία απαγορεύεται, όμως το 1861 επιτρέπεται. Το 1880 τα φαινόμενα αυτά παίρνουν τέτοια έκταση ώστε να θίγουν τον βράχο του Αρείου Πάγου και αυτόν τον βράχο της Ακρόπολης! Η αντίδραση σ’ αυτές τις επεμβάσεις προέρχεται κατά πρώτο λόγο από τον αρχαιολόγο Κωνσταντίνο Κοντόπουλο, ο οποίος το 1885 συντάσσει υπόμνημα προς τον πρωθυπουργό Θεόδωρο Δεληγιάννη υπογεγραμμένο από τον πνευματικό κόσμο. Μετά δύο έτη, διεξοδικότερο υπόμνημα τίθεται από τους ίδιους προς τον νέον πρωθυπουργό Χαρίλαο Τρικούπη, «περί διασώσεως των καταστρεφομένων ιστορικών, μυθολογικών και καλαισθητικών υψωμάτων των Αθηνών». Ο Κοντόπουλος επικαλείται συγκεκριμένο παράδειγμα από τον λόφο του Αγχέσμου (Στρέφη): «Επί του Αγχέσμου ην άγαλμα του Διός και μέχρι χθες εσώζετο κλίμαξ και επιγραφή “Διός Αγχέχμου” λελαξευμέναι επί του βράχου… όπερ σημαίνει ότι ιστορικόν μνημείον μόνον υπό του Παυσανίου μνημονευόμενον, κατεστράφη ένεκα της αμαθείας ή αφροντισίας των προϋπαρξασών κυβερνήσεων»… Πάλι όμως δεν θα υπάρξει αποτέλεσμα.

Τα σκουπίδια του Αττικού Άλσους είναι πάμπολλα ετερόκλητα αλλά «συλλέξιμα» –επιδεκτικά συλλογής!– οπότε τελικά αυτό που λείπει είναι η πολιτική βούληση: Η βούληση της δημοτικής αρχής να εγκαταλείψει τα άκομψα παιχνίδια της στο κέντρο της Αθήνας και να αποφασίσει να ασχοληθεί με τις ανάγκες της αθηναϊκής περιφέρειας

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

Μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο τα λατομεία κατείχαν μια συγκεκριμένη θέση στη φυσιογνωμία των Αθηνών και στην οικοδόμηση με βάση το χαμηλότερο κόστος. Από τότε όμως που απαγορεύθηκε η αμμοληψία από τις ακτές και γενικεύθηκε η χρήση μηχανικών μέσων για την εξόρυξη πέτρας και την παραγωγή άμμου από «χερσαίες πηγές», η όψη του αθηναϊκού τοπίου γινόταν περισσότερο απωθητική. Τον Σεπτέμβρη του 1949 ο Κώστας Μπίρης θα γράψει: «Μέσα σε λίγα χρόνια τεράστιες πληγές παρουσιάσθησαν στις πιο περίοπτες πλαγιές του Βριλησσού (Τουρκοβούνια) που προκαλούν την αγανάκτησιν… Το Συμβούλιον της Επικρατείας ακυρώνει την άδεια, αλλά οι αρμόδιες διοικητικές αρχές δεν εκτελούν την απόφασι… Επιτίθενται οι Γαλατσιώτες, το δε Συμβούλιον της Επικρατείας τους δικαιώνει και αυτήν την φοράν. Η απόφασις όμως δεν εκτελείται και οι λατόμοι συνεχίζουν ανενόχλητοι το έργον της καταστροφής».

Στην περιοχή της Πεντέλης η «προθυμία» της Μονής παραχωρεί νέες εκτάσεις. Απειλείται μέχρι και ο οικισμός της Κηφισιάς! Αλλά ούτε η γενική κατακραυγή ούτε οι προσπάθειες της δημιουργηθείσας Κοσμητείας του Τοπίου επαρκούν διά να αναχαιτίσουν τη σπουδή των καταστροφέων.

Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου αναρωτιέται: «Ποιο νομικό δικαίωμα, ποιος τίτλος ιδιοκτησίας μπορεί να κλωτσοπατήση την ιστορία και την ωραιότητα των Αθηνών και να μας υποχρεώση να δούμε συντελουμένη στο λεκανοπέδιο μια ολόκληρη γεωλογική μεταβολή, ένα εναρμόνιο συγκρότημα υψωμάτων να εξαφανίζεται;» Όμως αυτές οι φωνές δεν εμπόδισαν το φάγωμα λόφων όπως της Ομορφοκλησιάς, την ισοπέδωση ενός τμήματος του λόφου Κοίλης και τον αφανισμό του ανάγλυφου στην περιοχή Κυπριάδη.

Η ανάπτυξη της κτηνοτροφίας, η ανάγκη της ανοικοδόμησης, και τελικά η ίδια η ανοικοδόμηση σε τόπους υψηλούς, με θέα και ευάερους, αποτελούν μέγα κίνδυνο στη μεταπολεμική Αθήνα. Η φυσική χλωρίδα αλλά και η πανίδα υποχωρούν καθώς τα λατομεία καταστρέφουν τον Λυκαβηττό, την Πνύκα, το Αστεροσκοπείο και τον λόφο του Στρέφη. Ουσιαστικά απειλείται το ανάγλυφο του εδάφους, που είναι χαρακτηριστικό του αττικού τοπίου: Στην Ηλιούπολη ολόκληρος λόφος απαλείφεται από την επιφάνεια αφήνοντας μόνο το όνομά του (Χαλικάκι) ως ανάμνηση των προηγηθέντων.

Η καταστροφή προσλαμβάνει ιδιαίτερες διαστάσεις στα Τουρκοβούνια – ένα συγκρότημα λοφωδών εκτάσεων που κείνται στον άξονα του Βορρά και χωρίζουν το λεκανοπέδιο στα δύο. Τα Τουρκοβούνια, που πήραν το όνομά τους είτε από ένα παλιό τουρκικό νεκροταφείο είτε γιατί στρατοπέδευσαν εκεί πριν την Ελληνική Επανάσταση τα στρατεύματα του Πασά Ομάρ, ήταν διάσημα ως κρησφύγετο του φοβερού ληστή Κακαρά. Σήμερα στην περιοχή τους βρίσκεται το Αττικό Άλσος και το Κέντρο Νεότητας Γαλατσίου, ενώ επί δικτατορίας είχε προγραμματισθεί η ανέγερση του «Τάματος του Έθνους». Λέει ο Δημήτρης Φιλιππίδης: «Αν είχε υλοποιηθεί το έργο, τότε η Χούντα θα είχε το δικό της αποκλειστικό μνημείο-σύμβολο που θα συνέδεε την επανάσταση του ’21 με το παρόν, νομιμοποιώντας μέσω της Εκκλησίας την παρουσία της στην εξουσία…»

Η τοπική κοινότητα υποστηρίζει την αναδάσωση του χώρου των Τουρκοβουνίων και απευθύνεται στο ΥΧΟΠ (Υπουργείο Περιβάλλοντος ) που «τάζει» μια νέα μελέτη, αλλά η Νομισματική Επιτροπή δηλώνει προθυμία να δανειοδοτήσει βουλευτές για να αγοράσουν έκταση υπό το συνεταιριστικό όνομα «Πολιτεία»! Η εταιρεία Κέκρωψ διακόπτει το 1976 τη λειτουργία του λατομείου που είχε από το 1937, ενώ από το 1988 βρίσκεται σε διαμάχη με το Ελληνικό Δημόσιο για την κυριότητα των εκτάσεων των Τουρκοβουνίων.

 

Η αλλαγή έρχεται

Εντωμεταξύ όμως η δόμηση αλλάζει: Το «οπλισμένο σκυρόδεμα» μπαίνει περισσότερο στο προσκήνιο, καθώς ο συνδυασμός του σκυροδέματος (χαλίκια+σπασμένη πέτρα+κονίαμα) με τους σιδερένιους δοκούς περιορίζει τις ανάγκες σε πέτρα. Βέβαια στον ευρύτερο χώρο του λεκανοπεδίου καθώς και στον περιαστικό χώρο της Αττικής επανέρχεται εν μέρει η χρήση της πέτρας ως οικοδομικού υλικού, για να προσδώσει μια έννοια «παραδοσιακού» κτίσματος σε ορισμένες κατασκευές, όμως αυτή η χρήση είναι περιορισμένη.

Γενικά το διάστημα μετά τη δικτατορία παρατηρούνται δυο αντίρροπες δυνάμεις: Από τη μια πλευρά αναπτύσσονται έντονα οι ανάγκες σε πράσινο λόγω του αυξανόμενου πληθυσμού, από την άλλη πλευρά οι υφιστάμενες «προσημειώσεις» και τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα πάνω στη γη των λόφων και υψηλών περιοχών διατηρούν την αξία τους.

Μετά το 1981, παράλληλα με το μπάζωμα των χώρων των λατομείων με το σκοπό της μεταγενέστερης οικοπεδοποίησής τους, μια άλλη «θετική» χρήση των (υπολειμμάτων των) λόφων κάνει την εμφάνισή της: Είναι η θεατρική χρήση και γενικότερα η χρήση που «θεραπεύει» κοινωνικούς σκοπούς. Στον λόφο του Υμηττού «Αράπη» βλέπουμε τη μετατροπή του αδρανούς χώρου των λατομείων σε ποδοσφαιρικό γήπεδο, ενώ ο παραπλήσιος χώρος μεταξύ των δήμων Υμηττού και Βύρωνα μετατρέπεται σε υπαίθριο θέατρο. Ο Τάκης Ζενέτος μετά από σύμβαση με τον ΕΟΤ το 1964, εκπονεί έναν υπαίθριο θεατρικό χώρο 5.000 θέσεων στον Λυκαβηττό, σε αδρανές λατομείο. Ο Μίνως Βολανάκης το 1983 κατασκευάζει σε ένα πρώην λατομείο στην Πετρούπολη ένα επίσης υπαίθριο θέατρο, που εκμεταλλεύεται τα διάφορα επίπεδα και θα χρησιμοποιηθεί στο πλαίσιο των εκδηλώσεων «Αθήνα Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης» το 1985. Στο Αττικό Άλσος δημιουργείται ένα θέατρο που –αν εξαιρέσεις τα μειονεκτήματά του, δηλ. τον σχεδιασμό των πυλών εισόδου-εξόδου δίπλα στη σκηνή– είναι επίσης θαυμάσιο. Λέει ο Σάββας Πιτένης: «Ο προσανατολισμός του βλέμματος του θεατή προς το ανοιχτό φυσικό περιβάλλον ή αντίθετα προς ορισμένα στοιχεία του, συνήθως βράχια, έχει ως στόχο τη μέγιστη αξιοποίηση της θεατρικότητας των συγκεκριμένων τόπων, την ανάδειξη και ενεργοποίηση δηλαδή, μέσω της θεατρικής πράξης, των ιδιαιτεροτήτων τους.»

 

Αττικό Άλσος

Οι λοφώδεις περιοχές των Αθηνών και γενικότερα οι περιοχές που έχουν έντονο ανάγλυφο, αποτελούν ένα «προσόν» του χώρου, συγκρίσιμο με τους χείμαρρους ή τα ποτάμια του λεκανοπεδίου: Γιατί εξασφαλίζουν την ποικιλότητα του χώρου και δίνουν απλόχερα το αίσθημα της φυσικότητας του τοπίου, παρεμποδίζουν τη σώρευση υδάτων σε πλημμυρικές περιόδους…

Το Αττικό Άλσος ως το πρώτο, από νότο προς βορρά, μιας σειράς λόφων που αποτελούν τα Τουρκοβούνια –συνολικής έκτασης 4.500 στρεμμάτων– έχει μια ιδιόμορφη χρήση. Μετά την αρχική χρησιμοποίησή του για τις κεραίες των ραδιοφωνικών σταθμών, μετά τη δημιουργία του οικισμού Γεωργίου Παπανδρέου –του οποίου ορισμένα σημεία δικαιολογούν τη σκηνοθετική υπόθεση «φτωχολογιά του 1950»(!)– ακολουθούν σήμερα: Ένα θέατρο, δύο συγκροτήματα αναψυχής, ένας θερινός κινηματογράφος, ένα γήπεδο τένις, το «Ιερόν Ησυχαστήριον προφήτου Ηλίου Μεταμορφώσεως Σωτήρος» (Μοναστήρι), μια εκκλησία, πολλές περιοχές φυσικής αναψυχής, ένα κοτέτσι (!) κ.λπ. Ο χώρος έχει εξαιρετικά ανοίγματα προς το τοπίο όλου του λεκανοπεδίου, συμπεριλαμβανομένου ενός παρατηρητηρίου που βλέπει προς τη βορεια-βορειοδυτική γωνιά, όπου η απλή διεύρυνση του πεζοδρομίου είναι αρκετή για μια μακροσκοπική θέαση του δυτικού λεκανοπεδίου, ως τον κόλπο της Ελευσίνας. Τα σκουπίδια του Αττικού Άλσους είναι πάμπολλα ετερόκλητα αλλά «συλλέξιμα» –επιδεκτικά συλλογής!– οπότε τελικά αυτό που λείπει είναι η πολιτική βούληση: Η βούληση της δημοτικής αρχής να εγκαταλείψει τα άκομψα παιχνίδια της στο κέντρο της Αθήνας και να αποφασίσει να ασχοληθεί με τις ανάγκες της αθηναϊκής περιφέρειας.

 

Βιβλιογραφία

  • Κώστα Η. Μπίρη, «Αι Αθήναι, από του 19ου εις τον 20ον αιώνα», εκδόσεις Μέλισσα
  • Συλλογικό έργο: «Αττικό τοπίο και περιβάλλον», ερανισμός από τα έργα των Νίκου Καλτσά, Γεώργιου Σαρηγιάννη, Σάββα Τσιλένη, Μιχάλη Πιτένη. Έκδοση Υπουργείου Πολιτισμού, 1989
  • Γιάννη Σχίζα, «Ο Υμηττός», εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα 1991
  • Ελευθέριος Σκιαδάς, διαδίκτυο, 18/2/2018
  • Δημήτρη Φιλιππίδη, «Για την Ελληνική πόλη – μεταπολεμική πορεία και μελλοντικές προοπτικές», εκδόσεις Θεμέλιο, 1990
  • Το Portal των Ελλήνων Μηχανικών: «Ο μηχανικός που έφερε το μπετόν αρμέ στην Ελλάδα», 7/11/16

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!