Πριν λίγες μέρες πέρασε χωρίς να δοθεί καμία σημασία –και σωστά– η επέτειος της ανακήρυξης της ανεξαρτησίας της Ελλάδας από τις τότε Μεγάλες Δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία) με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου (3/2/1830). Στην ουσία, αποφάσισαν για το πολίτευμα και τον έλεγχο που θα είχαν στην Ελλάδα, που μέχρι τότε τη θεωρούσαν απλά μια περιοχή υπό αυτονομία και ακαθορίστου οντότητας.

Καλλιεργείται η αντίληψη ότι αν υπάρχει η Ελλάδα το οφείλει σε άλλους, κι όχι στους αγώνες και τις επαναστάσεις του ελληνικού έθνους και του λαού. Το τι γεννά μια κρατική, εθνική οντότητα διαστρέφεται (συνήθως αναποδογυρίζεται), και εμφανίζεται ως αποτέλεσμα ευεργετών και πραγματιστών ενταγμένων στο club των μεγάλων επικυρίαρχων.

Όταν ξεκίνησαν οι μεγάλες «στιγμές» που θέλουν ερμηνεία (για παράδειγμα η Επανάσταση του 1821 και το Όχι του 1940) τίποτα δεν ήταν προδιαγεγραμμένο. Και οι συσχετισμοί ήταν εντελώς αρνητικοί. Είναι αυτή ακριβώς η «τρέλα» που δεν χωρά στα μυαλά των προσκολλημένων-υποταγμένων σε πήλινες ή χάρτινες αυτοκρατορίες…

Δεν μιλάμε για «αφηγήσεις»

Συνήθως «ξεχνιέται» ότι στο εσωτερικό κάθε εθνικής οντότητας υπάρχουν τάξεις με διαφορετικούς στόχους και προσανατολισμούς, ότι συγκροτούνται και αποδομούνται μεγάλα μπλοκ, ότι συμβαίνουν διασπάσεις, διχασμοί, ακόμα και εμφύλιοι (που δεν είναι ελληνικό χούι: υπήρξαν και σε «ανώτερες» καταστάσεις, π.χ. ΗΠΑ). Επομένως, οι εσωτερικοί συσχετισμοί επηρεάζονται και τροποποιούνται από τους διεθνείς συσχετισμούς, αλλά και επενεργούν σε αυτούς. Δεν πρόκειται για «αφηγήσεις», αλλά για πεδίο αναμετρήσεων, πάλης και πολέμου, έξαρσης, φλόγας, δακρύων, μεγάλων στιγμών… και εν τέλει «επετείων» για τους μετέπειτα. Οι πραγματώσεις δεν είναι αποτέλεσμα ευχών ή διπλωματικών σαλονιών!

Μικρές οντότητες, μικρά κράτη (η Ελλάδα χρειάστηκε περίπου 100 χρόνια για να διαμορφώσει τη σημερινή διάστασή της, τουλάχιστον εδαφικά), ιδιαίτερα αυτά που προέκυψαν μέσα από σκληρούς αγώνες ενάντια σε αντιδραστικές αυτοκρατορίες, αποικιοκρατικές δυνάμεις ή τον ιμπεριαλισμό, θεωρούν ως κατάκτηση την Ανεξαρτησία τους – έστω κι αν αυτή είναι κολοβή, ανολοκλήρωτη, ατελής. Το παράδειγμα της Κύπρου είναι ενδεικτικό: κολοβή ανεξαρτησία –με τρεις «εγγυήτριες» δυνάμεις– αλλά με ενεργή πολιτική και θέση στο Κίνημα των Αδεσμεύτων. Έτσι απέκτησε οντότητα. Έπειτα υπέστη την τουρκική εισβολή, ακρωτηριάστηκε κατά 40%, και τώρα η Κυπριακή Δημοκρατία (μέλος μάλιστα και της Ε.Ε.) απειλείται με εξαφάνιση. Αυτό επιδιώκουν Τούρκοι επεκτατιστές και Δυτικοί ιμπεριαλιστές.

Υπάρχουν, όμως, και πιο υβριδικές καταστάσεις κρατικών οντοτήτων. Δεν αναφερόμαστε στα προτεκτοράτα, αλλά στην περίπτωση του Παλαιστινιακού κράτους στη Λωρίδα της Γάζας, την οποία οι ισραηλινοί θεωρούν μία φυλακή 2 εκατομμυρίων ανθρώπων που όποτε θέλουν τη βομβαρδίζουν. Οι Παλαιστίνιοι όμως τη βλέπουν ως μια κατάκτηση, που δεν ολοκληρώνει βέβαια τον αγώνα τους, αλλά δείχνει ότι ένα Παλαιστινιακό κράτος είναι αναγκαίο και εφικτό. Ακόμα και υπό τέτοιες συνθήκες.

Η σημασία του Πρωτόκολλου του Λονδίνου (1830)

Τα χρόνια εκείνα το Ανατολικό Ζήτημα δεν έχει ακόμα λυθεί, και παρά τα 10 χρόνια αγώνων και θυσιών η κατάσταση στην Ελλάδα ήταν αβέβαιη. Ο Καποδίστριας πραγματοποίησε αξιόλογο έργο θέτοντας τις βάσεις μιας κρατικής οργάνωσης, παρ’ όλα τα εμπόδια που συνάντησε. Ο ανταγωνισμός κυρίως Άγγλων και Ρώσων και οι σχέσεις με την Οθωμανική Αυτοκρατορία δημιούργησαν νέα δεδομένα. Στο Λονδίνο δεν κηρύσσεται η Ανεξαρτησία της Ελλάδας μέσω του Πρωτοκόλλου, αλλά καθορίζεται ο χαρακτήρας του καθεστώτος και του πολιτεύματος στο νεοσυσταθέν κράτος. Με το Πρωτόκολλο θα τεθεί τέρμα σε όλους τους θεσμούς που γεννήθηκαν μέσα στην πορεία της Επανάστασης (εθνοσυνελεύσεις, συντάγματα κ.λπ.) και θα «φυτευτεί» κυριολεκτικά ένα μοναρχικό πολίτευμα με την άμεση παρέμβαση των διεθνών δυνάμεων. Το Πρωτόκολλο έκανε δώρο στην Ελλάδα και έναν βασιλιά, που θα ήταν το βασικό κανάλι της επικυριαρχίας.

Αυτά το 1830. Το 1831 βγαίνει από τη μέση (δολοφονείται) ο Καποδίστριας. Το 1832 έρχεται ο ανήλικος Όθωνας και, μετά από μια περίοδο Αντιβασιλείας, ανακηρύσσεται Βασιλεύς της Ελλάδος. Προσοχή: έχουμε την απαρχή της βαυαροκρατίας και, από το 1863 (έλευση των Γλύξμπουργκ), της αγγλοκρατίας στη χώρα μας. Τα θεμέλια της πλήρους εξάρτησης και σχεδόν άμεσης επικυριαρχίας έχουν τεθεί. Ο αγώνας για Ανεξαρτησία και Δημοκρατία θα συνεχιστεί με πολλά ζιγκ-ζαγκ, αλλά θα είναι διαρκής, οξύς, σημαδεύοντας τις ψυχές, τον δημόσιο χώρο, τις εξελίξεις.

Ξένη επικυριαρχία

Από τότε με μικρά διαλείμματα, και μέσα από σημαντικές εξεγέρσεις και αγώνες του λαού (συγκεκριμένων τμημάτων του έθνους), με πολέμους, αποκλεισμούς, κανονιοβολισμούς, πραξικοπήματα, δάνεια, επεμβάσεις έχει εγκαθιδρυθεί μια επικυριαρχία με διάφορα πρόσωπα. Αυτή η διαπάλη σημαδεύει καθοριστικά την ελληνική οντότητα. Η αποδόμηση της Ιστορίας έχει κύριο στόχο να σβηστεί ως υποκείμενο το έθνος και ο λαός, και να παρουσιαστούν ως «δώρα» των μεγάλων δυνάμεων οι κρατικές οντότητες του ελληνισμού (Ελλάδα και Κύπρος), και μάλιστα ως… παράλογα ευνοούμενες.

Η αμερικανοκρατία στην Ελλάδα (1947-1974 και βάλε) ήρθε σαν «σωτήρας» και κυματοθραύστης του λαϊκού παράγοντα, σε αντικατάσταση της αδυνατισμένης Βρετανίας. Έτσι γνωρίσαμε το μετεμφυλιακό κράτος, το Παλάτι-σφηκοφωλιά, την πρεσβεία των ΗΠΑ ως έδρα της κυβέρνησης, και την Γκραν Μπρετάνια ως «χώρο ζύμωσης». Μετά από ένα μικρό διάλειμμα στις αρχές του ’60 (ορμητική ανάπτυξη του λαϊκού παράγοντα) έρχεται η χούντα, το Πολυτεχνείο, το Κυπριακό, η μεταπολίτευση. Καταργείται η βασιλεία και λειτουργεί το σύστημα σε νέες ράγες, αλλά χωρίς να αλλάξει η ουσία.

Η ευρωπαϊκή ιδέα και η ένταξη στους μηχανισμούς της δείχνει αλλαγές στο συστημικό στρατόπεδο, και καθορισμό ορίων ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ευρωπαίους. Κι όμως, παρά τις Ολυμπιάδες και τις βαλκανικές εξορμήσεις, η κρίση κτυπά κατακέφαλα και επιβάλει μια νέα καθεστωτική φάση: τροϊκανή επικυριαρχία, πρώτη φορά το ΔΝΤ επί ευρωπαϊκού εδάφους, μεταφορά της εξουσίας στο Χίλτον, Μνημόνια, εκχώρηση όλης της εθνικής περιουσίας στους δανειστές. Ούτε μετά την ήττα του 1897 δεν είχαν τεθεί τέτοιοι όροι. Και έπεται συνέχεια, για την οποία ουδείς από το πολιτικό σύστημα κάνει λόγο.

Προς συρρίκνωση και ακρωτηριασμό

Ο νέος γύρος στην περιοχή αποτυπώνει τη συναίνεση των σύγχρονων Μεγάλων Δυνάμεων προς μια ενίσχυση της Τουρκίας σε βάρος της Ελλάδας και της Κύπρου. Η Τουρκία αμφισβητεί εμπράκτως τη συνθήκη της Λωζάνης, οι Μεγάλες Δυνάμεις σφυρίζουν αδιάφορα, ο πολιτικός μας κόσμος επιδεικνύει καλή θέληση για συνεννόηση. Τι ωραία που θα ήταν μια τουρκοελληνική συμπολιτεία στην περιοχή, αντί μιας «άβολης» άμεσης εκχώρησης μεγάλου μέρους της επικράτειας στα επεκτατικά σχέδια! Εδώ και 10 χρόνια το ζυμώνουν και το μαγειρεύουν. Τι τους εμποδίζει; Το είπε Έλληνας πολιτικός, πρώην αντιπρόεδρος σε μνημονιακές κυβερνήσεις, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου (ονόματα δεν λέμε) σε εκδήλωση, πάλι στο Λονδίνο: «Υπάρχει πρόβλημα πώς θα δεχτεί ο λαός τυχόν τέτοιες συμφωνίες». Αυτό είναι το εμπόδιο.

Η μοιρολατρία είναι μορφή ασθένειας. Αλλά ο λαός και το έθνος έχουν λόγο. Μπορούν να μεταβληθούν σε υποκείμενο και να αποτρέψουν τον ακρωτηριασμό. Γιατί; Επειδή η αποδυνάμωση του έθνους ως συλλογικού παράγοντα, η κατάλυση σε μεγάλο βαθμό της κρατικής κυριαρχίας και ανεξαρτησίας των χωρών και η οικονομική περιφερειοποίηση-αποικιοποίηση αποτελούν δύο αλληλοσυνδεμένες, παράλληλες διαδικασίες που προωθούνται στην εποχή της παγκόσμιας χρηματιστικής ολιγαρχίας και της πλανητικής γεωπολιτικής σκακιέρας. Όποιος –ακόμα και αστός πολιτικός– θέλει να αντισταθεί, δεν μπορεί να εναποθέτει ελπίδες στη διπλωματία, στις συμφωνίες των Μεγάλων, στη Χάγη κ.ο.κ. Η ιστορία δείχνει ότι χωρίς τη συγκρότηση και αποφασιστικότητα της χώρας και του λαού δεν μπορούν να γίνουν σημαντικά πράγματα.

Τώρα οι «φλογερές» ελίτ και το πολιτικό σύστημα χρησιμοποιούν την πανδημία σε κατεύθυνση τιμωρίας της κοινωνίας που «δεν πειθαρχεί». Διασπείρουν φόβο και τρόμο, καταργούν τον δημόσιο χώρο, επιβάλλουν σιωπή για τις γεωπολιτικές διευθετήσεις και τη διάθεσή τους για παραχωρήσεις, επιβάλλουν ένα νέο καθεστώς ελέγχου και ποδηγέτησης.

Όμως οι λαοί, οι χώρες και τα έθνη δεν πρέπει να γίνουν καύσιμη ύλη στις Μεγάλες Επανεκκινήσεις – εφορμήσεις των Μεγάλων Δυνάμεων και των ντόπιων τάξεων που τις υπηρετούν. Αυτό σημαίνει δύο πράγματα: πως ο εθνικός και κοινωνικός αγώνας είναι αδιαχώριστοι μεταξύ τους, και πως η διέξοδος προϋποθέτει μια ριζική μεγάλη αλλαγή, που θα ανοίγει δρόμους για μια νέα κοινωνία. Αυτά δεν είναι virtual, αλλά απαυγάσματα των αγώνων για εθνική και κοινωνική χειραφέτηση.

Από το 1830 μέχρι το 2021 δεν ήταν «δύο τσιγάρα δρόμος». Το «λιγότερη Ελλάδα», με όποια σημασία κι αν τεθεί, δεν πρέπει να περάσει!

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!