Επιμέλεια: Γιάννης Σχίζας

Απολιγνιτοποίηση στην πράξη καταγράφηκε καθώς το ηλεκτρικό φορτίο της 8ης Ιουνίου καλύφθηκε χωρίς τη λειτουργία οποιασδήποτε λιγνιτικής μονάδας ηλεκτροπαραγωγής.

Συγκεκριμένα σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του ΑΔΜΗΕ, η ζήτηση της 8ης Ιουνίου (95.728 μεγαβατώρες) καλύφθηκε κατά 57,65% από μονάδες φυσικού αερίου, 14,23% υδροηλεκτρικά, 4,92% ανανεώσιμες πηγές και 23,21% από εισαγωγές.

Είχε προηγηθεί στις 20 Μαΐου επίσης για πρώτη φορά το σβήσιμο του συνόλου των λιγνιτικών μονάδων της Δυτικής Μακεδονίας. καθώς στο φορτίο της ημέρας (από τον «στόλο» του λιγνίτη της ΔΕΗ) συμμετείχε μόνο η μονάδα της Μεγαλόπολης που κάλυψε το 5,21% της ζήτησης που ήταν συνολικά 111.111 μεγαβατώρες. Το υπόλοιπο καλύφθηκε κατά 51,2 % από τις μονάδες φυσικού αερίου, 8,07% υδροηλεκτρικά, 12,37 % ανανεώσιμες και 23,14% εισαγωγές.

Στις εξελίξεις αυτές συνέβαλε και το χαμηλό φορτίο, λόγω περιορισμού της οικονομικής δραστηριότητας και καιρικών συνθηκών αλλά και το γεγονός ότι οι λιγνιτικές μονάδες με τις επιβαρύνσεις που έχουν επιβληθεί στις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, έχουν καταστεί μη ανταγωνιστικές με αποτέλεσμα να εκτοπίζονται από την αγορά.

Πηγή: ΑΠΕ


Ο βόρειος μαγνητικός πόλος πάει… Σιβηρία

Φως στο μυστήριο σχετικά με τη γρήγορη μετατόπιση του βόρειου μαγνητικού πόλου της Γης, φαίνεται πως έριξαν επιστήμονες. Οι δύο πόλοι είναι γνωστό εδώ και δεκαετίες ότι είναι σε μόνιμη κατάσταση μετατόπισης. Από τότε που τεκμηριώθηκε για πρώτη φορά από τους επιστήμονες, τη δεκαετία του 1830, ο βόρειος μαγνητικός πόλος περιπλανήθηκε περίπου 2.250 χιλιόμετρα στα πάνω τμήματα του Βόρειου Ημισφαιρίου από τον Καναδά προς τη Σιβηρία. Μεταξύ 1990 και 2005, ο ρυθμός αυτής της κίνησης επιταχύνθηκε από λιγότερο από 15 χιλιόμετρα ετησίως σε περίπου 50 έως 60 χιλιόμετρα το χρόνο.

Σύμφωνα με το News 247.gr μια νέα μελέτη, που δημοσιεύθηκε αυτήν την εβδομάδα στο περιοδικό Nature Geoscience, υποστηρίζει ότι οι αλλαγές θα μπορούσαν να εξηγηθούν από την είσοδο και το πάγωμα δύο μαγνητικών μαζών λιωμένου υλικού στο εσωτερικό του πλανήτη, προκαλώντας μια μεγάλη μετατόπιση του μαγνητικού πεδίου του.

Ο βόρειος μαγνητικός πόλος είναι το σημείο στο οποίο το μαγνητικό πεδίο της Γης δείχνει κάθετα προς τα κάτω και υπαγορεύεται από τηγμένο σίδερο που πέφτει γύρω από το εσωτερικό της Γης μέσω ρεύματος μεταφοράς. Η πρόσφατη μετατόπιση προς τη Σιβηρία, φαίνεται, οφείλεται σε μια παρεμβολή στο μοτίβο ροής στο εσωτερικό της Γης που συνέβη μεταξύ του 1970 και του 1999. Η αλλαγή είχε ως αποτέλεσμα την επιμήκυνση της καναδικής μάζας και την απώλεια της επιρροής της στη μαγνητόσφαιρα, κάνοντας τον πόλο να μεγεθύνεται προς τη Σιβηρία.

Η παρακολούθηση του μαγνητικού πεδίου της Γης δεν είναι σημαντική απλά και μόνο για αφηρημένες επιστημονικές μελέτες. Το μαγνητικό πεδίο χρησιμεύει ως ασπίδα της γεωμαγνητικής ενέργειας που προστατεύει τη Γη από την καταστροφική ηλιακή ακτινοβολία. Είναι επίσης απολύτως απαραίτητη για πολλά συστήματα πλοήγησης, από την ταπεινή πυξίδα έως το GPS.

Πηγή: Το Ποντίκι


Τι συνέβη τον τελευταίο μήνα στη Ρωσία;

Κατά τις αρχές Ιουνίου στη Σουηδία, Νορβηγία και τις Κάτω Χώρες άρχισαν να ανιχνεύονται ασυνήθιστα υψηλά επίπεδα cesium-134, cesium-137, ruthenium-103, cobalt-60 και iodine-131 που προέρχονταν από την Δυτική Ρωσία και περνούσαν πάνω από την Ευρώπη. Στα μέσα Ιουνίου ίδιες ενδείξεις εμφανίστηκαν και στη Φινλανδία.

Επειδή αυτά είναι ισότοπα, που κατασκευάζονται από τον άνθρωπο και δεν υπάρχουν στη φύση ήταν ξεκάθαρο ότι προέρχονται από πυρηνικό αντιδραστήρα. Και επειδή τα επίπεδα ήταν πολύ πιο υψηλά από το φυσιολογικό οι ενδείξεις ήταν συνέπεια κάποιου είδους ατυχήματος.

Οι Ρώσοι προς το παρόν αρνούνται ότι υπήρξε κάποιο πρόβλημα σε πυρηνικό αντιδραστήρα τους. Αλλά οι «Φίλοι της Γης» Ανατολικής Νορβηγίας δεν είναι έτοιμοι να συμφωνήσουν.

Ο Vitaliy Servetnik, πρόεδρος της Russian Social Ecological Union, επίσης δεν αποκλείει τον ρόλο που έπαιξαν οι πυρηνικοί σταθμοί στο Kola και Leningrad, επισημαίνοντας ότι περισσότερο από το 70% των γηρασμένων πυρηνικών εργοστασίων της Ρωσίας λειτουργούν πολύ περισσότερο από τον σχεδιασμένο χρόνο λειτουργίας τους.

Η Ρωσία μέχρι σήμερα είτε αρνείται κάθε ευθύνη ή παραμένει σιωπηλή για κάθε απελευθέρωση ραδιοϊσότοπων. Το πιο δραματικό παράδειγμα ήταν όταν συνέβη η έκρηξη στο Chernobyl στις 26 Απριλίου 1986. Τον Σεπτέμβρη 2017, ασυνήθιστα υψηλά επίπεδα ruthenium-106 ανιχνεύθηκαν σε ένα ραδιενεργό νέφος που ταξίδευε πάνω από την Ευρώπη. Φαινόταν ότι προέρχεται από κάπου βαθιά στη Ρωσία αλλά οι αρχές το αρνήθηκαν.

Εν τούτοις μετά από δυο μήνες η Ρωσική Μετεωρολογική Υπηρεσία επιβεβαίωσε ότι ανιχνεύθηκαν επίπεδα ραδιενέργειας στα Νότια Ουράλια σε επίπεδα πάρα πολύ υψηλότερα του κανονικού. Η Washington Post τελικά έθεσε το ζήτημα της διαρροής ραδιενέργειας, αλλά τα δημοσιεύματα σε όλο τον κόσμο έβαζαν το «αβλαβή» στις επικεφαλίδες. Αλλά η Rosatom συνέχισε να αρνείται το γεγονός ισχυριζόμενη ότι «η πρόσφατη εκπομπή Ru-106 που αναφέρθηκε δεν σχετίζεται με κάποιον από τους αντιδραστήρες της Rosatom».

Εν τούτοις Γάλλοι ερευνητές συμπέραναν ότι ο αντιδραστήρας Mayak στα Ουράλια, που είχε προκαλέσει το δεύτερο χειρότερο ατύχημα το 1975, ήταν υπεύθυνος για την πρόσφατη διαρροή…

Στην πραγματικότητα η ραδιενέργεια που απελευθερώθηκε κατά τη διάρκεια του ατυχήματος προκάλεσε εικασίες ότι μπορεί να οφειλόταν σε αποτυχημένη δοκιμή της Ρωσίας στο τότε νέο κέντρο δοκιμών πυρηνικών πυραύλων Burevestnik… Το ανησυχητικό στην αναφορά όλων αυτών των συμβάντων είναι ότι τα νέα άρθρα συστηματικά περιέχουν διαβεβαιώσεις ότι τα επίπεδα ραδιενέργειας μπορεί να ήταν «υψηλότερα του φυσιολογικού» αλλά ήταν επίσης «αβλαβή». Αυτή η διαρκώς επαναλαμβανόμενη αναφορά των δημοσιογράφων γίνεται χωρίς καμία επιστημονική ή ιατρική τεκμηρίωση. Γιατί απλώς δεν είναι αλήθεια.

Η National Academy of Sciences (NAS) πρόσφατα επανέλαβε τη θέση της ότι μετά από «μια εμπεριστατωμένη αναθεώρηση των βιολογικών και βιοφυσικών δεδομένων» συνεχίζει να υποστηρίζει το μοντέλο γραμμικής εκτίμησης κινδύνου δηλαδή ότι «ο κίνδυνος καρκίνου αυξάνεται με γραμμική ακολουθία στις χαμηλές δόσεις χωρίς κατώφλι κινδύνου και ότι και η μικρότερη δόση έχει τη δυναμική να προκαλέσει μικρή αύξηση στον κίνδυνο των ανθρώπων».

Με άλλα λόγια δεν υπάρχει ασφαλής δόση.

Τα στάνταρ στην αποδοχή της ονομαζόμενης επιτρεπόμενης ή ασφαλούς δόσης (σε ιατρικές πράξεις π.χ. ακτινογραφίες) δεν τίθενται χωρίς να ληφθούν υπ’ όψιν οι πιο ευάλωτοι –γυναίκες, έγκυοι, βρέφη και παιδιά– έτσι ώστε ακόμη και αυτή η «αποδεκτή» δόση να μην τους προκαλέσει βλάβη. Οι υψηλότερες δόσεις είναι πιο επικίνδυνες.

Άρθρο της Linda Pentz Gunter, ειδικής αναλύτριας στο Beyond Nuclear και στο Beyond Nuclear International. Μετάφραση Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!