του Γιώργου Κυριακού*

Αυτός ο ιστορικός χώρος, αυτή η χώρα, μέσα στις παραξενιές της και στις συνέχειές της, έχει την εκπαίδευση στο κούτελό της γραμμένη. Εγγράμματοι και αγράμματοι υποκλίνονται στα γράμματα. Στις επίπονες προσπάθειες των πρώτων διδασκάλων του κράτους της Σπερχειάδας να δημιουργήσουν τις συνθήκες για τη διάδοση της παιδείας εν μέσω παρεμβάσεων και επεμβάσεων από την ξενοκρατία, στις ηρωικές προσπάθειες να στήσουν σχολές για τη μόρφωση του γένους στις χώρες της διασποράς και στα σχετικά προστατευμένα κέντρα του ελληνισμού της αυτοκρατορίας, στις διηγήσεις και στα τεκμήρια για την κρυφή εκπαίδευση μέσα στην τρομοκρατία της σκλαβιάς των τοπικών πασάδων, των γενιτσάρων και του όχλου που με την παραμικρή ευκαιρία καταστρέφανε εκκλησιές και σχολειά ή απαγορεύανε να λειτουργούν, στη μετακένωση της ελληνικής φιλολογίας μέσω των διανοουμένων του Βυζαντίου για τη δημιουργία και στελέχωση των πρώτων πανεπιστημίων στη Δύση πριν και μετά την άλωση, στην ελληνική αναγέννηση που συνέβη πριν από την πτώση του 1453 κι είχε φέρει κοντά τον λαϊκό με τον εγγράμματο πολιτισμό, στις ιστορικές αναφορές για την κοσμική παιδεία στις κρατικές και εκκλησιαστικές δομές του «θεοκρατικού» Βυζαντίου, στη δημιουργία ενός κράματος που ονόμασαν ελληνορωμαϊκό πολιτισμό με βάση τους υποταγμένους Έλληνες που «κατέκτησαν αλλιώς τη Ρώμη», στην αγάπη για τη γνώση των αρχαίων μας σε όλες τις εποχές ήδη από τον 8ο αιώνα π.Χ. Έτσι, η ανάπτυξη του πνεύματος αποτελούσε και συνεχίζει να αποτελεί προϋπόθεση της συλλογικής και της προσωπικής ταυτότητας. Στις παροιμίες, στα δημοτικά τραγούδια για τον Κωνσταντή και τον δάσκαλο που κρατά τη «χρυσή βεργούλα», στα εκατοντάδες διηγήματα και μυθιστορήματα για τον καλό ή τον αυταρχικό δάσκαλο, στο θέατρο, στον κινηματογράφο, στον Καραγκιόζη με τα κολλητήρια του, συναντούμε αυτήν την επιβίωση.

Η ανάγκη για εκπαίδευση συνδέεται με πλήθος αναφορών: μόρφωση ίσον αυταξία, θέση στον κόσμο, ανάπτυξη ευφυΐας ίσον «να μην σε κοροϊδεύουν», εργασία «στο δημόσιο» ή στην αγορά εργασίας, μέχρι και σήμερα με το αδιέξοδο «πτυχίο-μεταπτυχιακό-διδακτορικό» για τα απαιτούμενα προσοντολόγια

Πριν ανακαλύψουμε τελευταία τις «μαθησιακές δυσκολίες», το «εξειδικευμένο πρόγραμμα διδασκαλίας», τον κονστρουκτιβισμό, τη «σπειροειδή μάθηση», το ΚΕΔΔΥ, το ΚΕΣΥ, την «Ένταξη», την «Παράλληλη Στήριξη» κι άλλα πολλά που παρατείνουν τη σχολική ζωή πολλών παιδιών, οι «κουμπούρες», τα «στουρνάρια», οι «πέρσες» (από τον Μενέλαο Λουντέμη στο «ένα παιδί μετράει τα άστρα») και γενικά οι κακοί μαθητές ήταν αυτοί που αργότερα προσδιόριζαν την επαγγελματική τους ταυτότητα αρχικά με βάση τη σχολική τους επίδοση: «δεν τά ‘παιρνα τα γράμματα». Οι γυναίκες που «δε μ’ άφησε ο πατέρας μου να σπουδάσω» αυτό είχαν να ομολογούν με καημό για τις προκαταλήψεις της εποχής κι είχαν την έγνοια «να σπουδάσω την κόρη».

Οι φτωχοί είχαν πάντα το παράπονο για την ταξική τους θέση πως έπρεπε να παρατήσουν το σχολείο παρόλο που «τα έπαιρνα τα γράμματα» για «να δουλέψω, να ζήσω την οικογένεια». Ακόμα κι αυτοί από την πόλη ή το χωριό που «η ξεροκεφαλιά του πατέρα μου ήθελε να συνεχίσω τη δουλειά του» στο κτήμα, στα ζώα ή στο συνεργείο, σιχτίριζαν την τύχη τους που «δεν με άφησαν να συνεχίσω». Τέλος κι αυτοί που «δεν πήγα εκεί που ήθελα», το σχολείο είναι η αναφορά τους για την επαγγελματική τους αποτυχία. Κι άλλα πολλά: για το δάσκαλο «που με ενέπνευσε», για τον καθηγητή «που μας ‘’έγραφε’’», για την φιλόλογο «που με έσπρωξε», για τον μπείξε και τον δείξε, το σχολείο είναι αυτό που τον ακολουθεί στη ζωή μετά την οικογένεια.

Αυτό είναι ένα διαχρονικό χαρακτηριστικό της ελληνικής κοινωνίας, μοντέρνας και μεταμοντέρνας, Κωλοπετεινίτσας και Ψωροκώσταινας. Η ανάγκη για εκπαίδευση που συνδέεται και με πλήθος αναφορών που έχουν διαφορετική ένταση και ποιότητα σε κάθε ιστορική περίοδο: μόρφωση ίσον αυταξία, θέση στον κόσμο, ανάπτυξη ευφυΐας ίσον «να μην σε κοροϊδεύουν», εργασία «στο δημόσιο» ή στην αγορά εργασίας, μέχρι και σήμερα με το αδιέξοδο «πτυχίο-μεταπτυχιακό-διδακτορικό» για τα απαιτούμενα προσοντολόγια των οδηγιών από τους διεθνείς μηχανισμούς.

Μην ξεχνάμε: στην κατοχική Ελλάδα, διδασκαλεία και σχολειά έστηναν στις απελευθερωμένες περιοχές μετά την ικανοποίηση της ανάγκης για τροφή. Η εμβληματική ταινία του Θόδωρου Μαραγκού, παρά την ανελέητη κριτική που ασκεί δείχνει αυτό το πάθος. Πέρα από την απαισιοδοξία, τη γκρίνια, τις απογοητεύσεις και τις αποτυχίες το σχολείο είναι το διαρκές μας παρόν δίπλα στην πανδημία, στην οικονομία που καταρρέει, στα εθνικά μας ζητήματα. Από εκεί και η αγωνία όλων. Να ανοίξουν τα σχολειά επιτέλους!

* Ο Γιώργος Κυριακού είναι δάσκαλος

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!