Κυβερνητικές, επιχειρηματικές και μιντιακές ελίτ επιχειρούν να ξαναγράψουν την ιστορία, το νόημα και τους στόχους της επανάστασης.

Τελικά, οι άρχουσες ελίτ όπου γης στερούνται πρωτοτυπίας. Ίσως αυτό να προέρχεται από το ενιαίο των συμφερόντων που βρίσκει τη έκφρασή του στην ενιαία γλώσσα. Στην Αίγυπτο, μετά την πτώση του Μουμπάρακ, παρατηρείται μια έξαρση των εργατικών αγώνων και όλο το κατεστημένο έχει στραφεί εναντίον τους. Ειδικό ρόλο στην ιδεολογική επίθεση που δέχονται οι εργαζόμενοι παίζει ο χαρακτηρισμός των εργατικών απεργιών, διαμαρτυριών ως «fi’awi», μια έκφραση που αντιστοιχεί στον ελληνικό όρο «συντεχνιακές» και χρησιμοποιείται με ακριβώς τον ίδιο τρόπο. Με αυτό τον όρο χαρακτηρίζονται από το κράτος, τα ΜΜΕ και διάφορες πολιτικές και θρησκευτικές προσωπικότητες όλα τα αιτήματα που σχετίζονται με τη δικαιότερη κατανομή του πλούτου, ανεξαρτήτως αν οι φορείς τους είναι χειρώνακτες εργάτες, υπάλληλοι ή αν ζητούν αύξηση μισθών, επιδόματα, ασφαλιστική κάλυψη ή καλύτερες συνθήκες εργασίας. Το κυβερνών Ανώτατο Στρατιωτικό Συμβούλιο, κρατικοί αξιωματούχοι και άλλοι ισχυροί παράγοντες επιχειρούν να οικοδομήσουν, σύμφωνα με τον Χεσάμ Σαλάμ (Middle East Research and Information Project) τη συναίνεση γύρω από μια αφήγηση που καταδικάζει αυτή τη μορφή συνδικαλιστικής και πολιτικής δράσης ως απειλή για την εθνική ασφάλεια της Αιγύπτου.
Λίγες ημέρες μετά την πτώση του Μουμπάρακ, το Ανακοινωθέν υπ’ αριθμόν 5 του Ανώτατου Στρατιωτικού Συμβουλίου υπογράμμιζε τον αρνητικό αντίκτυπο των απεργιών στην οικονομία. Στις 23/3, η κυβέρνηση του Ισάμ Σαράφ απαγόρευσε διά νόμου τις απεργίες και τις εργατικές διαμαρτυρίες που παρεμποδίζουν τις ιδιωτικές και δημόσιες επιχειρήσεις, με ποινή 1 έτους φυλάκισης και πρόστιμα μέχρι μισό εκατ. αιγυπτιακές λίρες. Πρόσωπα εκτός κυβέρνησης παίζουν σημαντικό ρόλο στην καταδίκη των απεργιών. Ο Εσάμ Ελ-Εριάν, εκπρόσωπος της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, κατηγόρησε ότι οι εργατικές κινητοποιήσεις υπονομεύουν την εθνική συναίνεση. Ο αρχισυντάκτης της καθημερινής εφημερίδας του κόμματος Wadf (το οποίο έχει συμμαχήσει με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα) προειδοποίησε ότι οι απεργίες θα «καταστρέψουν την επανάσταση» (το εν λόγω κόμμα ούτε καν συμμετείχε). Και ο μέγας μουφτής της Αιγύπτου, Αλί Γκούμα, δήλωσε ότι «όσοι προκαλούν αυτές τις διαμαρτυρίες παραβιάζουν τις διδασκαλίες του Θεού».
Σύμφωνα με το άρθρο του Χ. Σαλάμ, τρεις βασικές κατηγορίες απευθύνονται στους εργάτες. Πρώτον, ότι χρησιμοποιούν τις κατακτήσεις της επανάστασης για ιδιοτελείς οικονομικούς σκοπούς. Αυτό προπαγανδίζει ο Ουαχίντ Αμπντ Αλ-Μαγκίντ του Κέντρου Πολιτικών και Στρατηγικών Μελετών σε σειρά τηλεοπτικών εκπομπών, κατηγορώντας τους εργαζόμενους ότι σιωπούσαν επί τριάντα χρόνια και τώρα, σε μια στιγμή αδιεξόδου, άδραξαν την ευκαιρία. Στο πλαίσιο αυτό, αντιπαρατίθενται τα ανιδιοτελή κίνητρα των διαδηλωτών της Πλατείας Ταχρίρ με τις εργατικές κινητοποιήσεις που προωθούν «ειδικά αιτήματα» αντί  του «κοινού καλού». Δεύτερον, τα αιτήματα επιβίωσης, σε μια χώρα που το 40% του πληθυσμού ζει με 2 δολάρια την ημέρα, παρουσιάζονται ως απειλή για την οικονομία και συνεπώς για την εθνική ασφάλεια. Σ’ αυτό ευθυγραμμίστηκαν ο υπουργός Οικονομικών Σαμίρ Ραντουάν, ο στρατηγός Ταντάουι -έμπιστος του Μουμπάρακ- και ο εξέχων σαλαφιστής κήρυκας Μ. Χασάν που κάλεσε σε τερματισμό των απεργιών. Ακόμη και «συμπαθούντες» τους εργάτες τους κάλεσαν να μην απεργούν, θεωρώντας τη δράση τους εκτός τόπου και χρόνου. Τρίτον, συνδέουν τις απεργίες με υπονομευτικές ενέργειες του Εθνικού Δημοκρατικού Κόμματος (του Μουμπάρακ) το οποίο, λένε, προκαλεί αναταραχή για να αντιστρέψει τις κατακτήσεις της επανάστασης. Τον Μάρτιο, ο υπουργός Δικαιοσύνης, παραμονές του συνταγματικού δημοψηφίσματος, δήλωσε ότι οι απεργίες οργανώνονται από τα υπολείμματα του παλιού καθεστώτος. Ενώ, όταν ξέσπασαν πρόσφατα οι θρησκευτικές διαμάχες, τις συνέδεσαν με τις απεργίες υπό το πρόσχημα ότι μέσω αυτών των δύο καναλιών δρουν οι «δυνάμεις του σκότους».

Συστηματική απόκρυψη
Το πιο ενδιαφέρον σ’ αυτήν την ιστορία δεν είναι τι λένε, αλλά τι κρύβουν. Η «αποστείρωση» της Πλατείας Ταχρίρ και της αιγυπτιακής επανάστασης από τους εργατικούς αγώνες και της πάλης κατά του Μουμπάρακ και του καθεστώτος του από τα αιτήματα για κοινωνική δικαιοσύνη και ανατροπή της νεοφιλελεύθερης οικονομικής και κοινωνική τάξης πραγμάτων υπηρετούνται με την απόκρυψη τόσο των πολυετών εργατικών αγώνων όσο και της συμμετοχής των εργαζόμενων στην επανάσταση. Τα χρόνια μετά το 2004, οπότε εφαρμόστηκε η πλήρης φιλελευθεροποίηση της οικονομίας υπό τον υιό Μουμπάρακ και τους διαπλεκόμενους επιχειρηματίες, οι αυθόρμητες απεργίες αυξήθηκαν από 222 το 2006, σε 756 το 2007, σε 700 το 2009, ενώ ένα μήνα πριν από το ξέσπασμα της αιγυπτιακής επανάστασης, τον Δεκέμβριο του 2010, η 15νθήμερη απεργία των φορτηγατζήδων μπλοκάρισε μεγάλο μέρος της οικονομίας.
«Από την αρχή της επανάστασης», γράφει ο Τζόελ Μπέιλιν (Egypt’s Workers Rise Up), «οι εργάτες συμμετείχαν ως άτομα και μόνο προς το τέλος έκαναν αισθητή την οργανωμένη παρουσία τους. Αυτό οφείλεται εν μέρει στο ότι η Αιγυπτιακή Ομοσπονδία Συνδικάτων (ΑΟΣ), η μόνη νόμιμη συνδικαλιστική οργάνωση επί Μουμπάρακ, λειτουργούσε ως βραχίονας του κράτους. Σε αντίθεση με τη Γενική Ένωση Εργατών Τυνησίας ούτε η ΑΟΣ ούτε τα μέλη της εντάχθηκαν στις δυνάμεις της εξέγερσης. Όπως έκαναν επί μία δεκαετία, οι Αιγύπτιοι εργάτες έπρεπε να συμμετέχουν στη συλλογική δράση παρά τη συντονισμένη εναντίωση του μηχανισμού των επίσημων συνδικάτων».
Η διασπορά του όρου «συντεχνιακά συμφέροντα», γράφει ο Σαλάμ, για την περιγραφή των εργατικών διεκδικήσεων και τον υποβιβασμό τους σε επιμέρους, ακόμη και αντεπαναστατικά, συμφέροντα αντιπροσωπεύει κάτι παραπάνω από μια άρνηση του δικαιώματος στην ανθρώπινη διαβίωση. Η ομοφωνία σχετικά με αυτό τον όρο σηματοδοτεί τη συναίνεση της ελίτ για το ξαναγράψιμο της ιστορίας της εξελισσόμενης αιγυπτιακής επανάστασης, του νοήματος και των στόχων της, με σκοπό να περιθωριοποιήσει τα πιεστικά κοινωνικο-οικονομικά προβλήματα από τα οποία υποφέρουν εκατομμύρια Αιγύπτιοι. Παρ’ όλο που πολλοί πιστεύουν ότι οι Αιγύπτιοι ξεσηκώθηκαν, κυρίως λόγω της κοινωνικο-οικονομικής δυσαρέσκειας, η σπουδή με την οποία ισχυρές προσωπικότητες χρησιμοποίησαν τον όρο «συντεχνιακά συμφέροντα» δείχνει ότι η ικανοποίηση αυτών των αιτημάτων στη μετά Μουμπάρακ εποχή δεν θα είναι και τόσο εύκολη. Η εμφάνιση νέων κομμάτων και ανεξάρτητων συνδικάτων πιθανώς θα παράσχουν στους εργαζόμενους και στους υπερασπιστές της κοινωνικής δικαιοσύνης τη δύναμη για να αντιμετωπίσουν αυτό το συνασπισμό των εγχώριων ελίτ που ενισχύεται από την εξωτερική παρέμβαση, όπως εκφράστηκε από τους G8 και τα νέα δάνεια με το αζημίωτο που έδωσαν στη στρατιωτική κυβέρνηση. Ωστόσο, όπως φαίνεται πλέον, η πτώση του Μουμπάρακ ήταν μεν αναγκαίος αλλά όχι επαρκής όρος για να λυθούν τα ουσιαστικά προβλήματα της ζωής για την εργαζόμενη πλειονότητα και οι απλοί άνθρωποι έχουν μπροστά τους νέες δυσκολίες και αβεβαιότητες.

Μ.Ν.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!