Γιατί ακούω τόσο συχνά το ερώτημα «πού είναι ο ΣΥΡΙΖΑ»;

Γιατί προφανώς η παρουσία του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι αισθητή σε έναν κόσμο που βαρυγκομάει. Γιατί, λοιπόν, δεν είναι αισθητή; Τι φταίει; Η πολιτική του γραμμή; Η ιδεολογική του ασάφεια; Η πολυδιάσπαση της Αριστεράς; Η πολυφωνία και η πολυτασικότητα του Σύριζα; Η οργανωτική του συγκρότηση; Η κοινωνική του διαστρωμάτωση; Η καθεστωτική φραγή επικοινωνίας; Ο ελιτισμός των αριστερών; Η γραφειοκρατία του κόμματος; Ή κάτι άλλο;

Δεν έχω βγάλει τυχαία τα ερωτήματα. Τα ανθολόγισα από τις ερωτήσεις που θέτει και τις απαντήσεις που δίνει ο κόσμος με τον οποίο έρχομαι σε επαφή. Άλλος δίνει έμφαση σε μια αιτία κι άλλος θεωρεί ότι οι αιτίες είναι συνδυαστικά πολλές. Το σίγουρο είναι ότι όπου βλέπεις καπνό υπάρχει φωτιά.

 

Η πλάνη της ενημέρωσης

Στον ΣΥΡΙΖΑ, κεντρικά, φαίνεται να επικρατεί η αντίληψη ότι η προβολή μέσα από τα τηλεοπτικά κανάλια είναι το άλφα και το ωμέγα όχι μόνο της επικοινωνίας με την κοινωνία, αλλά και της πολιτικής δουλειάς. Ότι μέσα από τις αντιπαραθέσεις στα τηλεπαράθυρα όχι μόνο ενημερώνεται η κοινωνία για τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ότι συσπειρώνεται κιόλας. Και επιπλέον, ότι η τηλεοπτική παρουσία αναπληρώνει την ανάγκη της φυσικής παρουσίας του ΣΥΡΙΖΑ στους τόπους κατοικίας και τους χώρους εργασίας και κοινωνικής δράσης των πολιτών.

Χωρίς να υποτιμώ τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας με τα οποία ασχολούμαι ποικιλοτρόπως παιδιόθεν, νομίζω ότι αυτή η αντίληψη οδηγεί την Αριστερά σε μια ιδιότυπη απομόνωση από την κοινωνία. Ιδιότυπη γιατί προκύπτει από την προβολή που πολλοί τη θεωρούν πανάκεια. Η εμπειρία, όμως, παγκοσμίως, διδάσκει ότι η προβολή σε υπερβολικές δόσεις μπορεί να επιφέρει τα αντίθετα από τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Ειδικά όταν οι συχνά προβαλλόμενοι ενσωματώνονται στο σύστημα προβολής και παύουν να διαφοροποιούνται ευδιάκριτα απ’ αυτό που καταγγέλουν ή αποδοκιμάζουν. Αλλά ακόμη κι αν επιμένουν στον τονισμό των διακριτικών τους γνωρισμάτων, η υπερπροβολή από μόνη της εξομοιώνει τους πάντες, δηλαδή, τους καλούς με τους κακούς.

Τα αποτελέσματα της «υπερέκθεσης» στα ΜΜΕ έχουν επαρκώς μελετηθεί στις ΗΠΑ (overexposure), αλλά μάλλον όχι στην Ελλάδα. Και στην προκειμένη περίπτωση, αυτό δεν αφορά μόνο το κάθε άτομο αφ’ εαυτού, αλλά και τον φορέα σαν συλλογικότητα.

Οι εμφανίσεις των εκπροσώπων του φορέα αθροίζονται και έχουν επίπτωση στη συνολική εικόνα του φορέα. Που σημαίνει ότι οι εκπρόσωποι του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί αθροιστικά να υπερεκπροσωπούν τον φορέα και να τον ενσωματώνουν στο σύστημα, δημιουργώντας σύγχιση ως προς τα χαρακτηριστικά του. Δεν θέλει πολύ, ακόμα κι αν υποστηρίζεις άλλα πράγματα κι άλλες θέσεις, να αποκτήσει ο πολίτης την αίσθηση ότι όλοι ίδιοι είσαστε.

Ειδικά στην τηλεόραση, η οποία πρωτίστως ισοπεδώνει. Και μόνη η συνύπαρξη στο ίδιο τραπέζι με τους αντιπάλους σε υπέρμετρες και καταιγιστικές δόσεις αρκεί για να σε εξομοιώσει μ’ αυτούς.

Αν σ’ αυτό το πρόβλημα, που δεν είναι εύκολα παραδεκτό από τους εμπλεκόμενους, προσθέσεις και το πρόβλημα της ανεπαρκούς στήριξης του ΣΥΡΙΖΑ από αρκετούς εκπροσώπους του στα ΜΜΕ, τότε οι συνέπειες είναι πολύ πιο δυσμενείς.

Και αν δει κανείς το ζήτημα της επικοινωνίας από μία άλλη γωνία, προκύπτουν και άλλα προβλήματα. Ενώ θεωρείται δεδομένη η ισχύς των ΜΜΕ, υποτιμάται το γεγονός ότι υπάρχει ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας που δεν χρησιμοποιεί τα ΜΜΕ για την ενημέρωσή του, είτε γιατί δεν ενδιαφέρεται γι’ αυτού του είδους την ενημέρωση είτε γιατί ενημερώνεται μέσα από άλλους διαύλους επικοινωνίας, πιο γήινους, ίσως και πιο πρωτόγονους.

Αυτό το ξέρουν όλοι οι επικοινωνιολόγοι. Στατιστικά, το ποσοστό των πολιτών που δεν βλέπουν δελτία ειδήσεων ούτε ενημερωτικές εκπομπές, πρωινές ή βραδυνές, είναι πάρα πολύ μεγάλο. Ούτε το ένα τρίτο των τηλεθεατών που παρακολουθούν τον Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή δεν βλέπει εκπομπές πολιτικού περιεχομένου, μου έλεγε ένας φίλος που κάνει μετρήσεις.

Υπάρχει επίσης μία κατηγορία καθόλου ευκαταφρόνητη που δεν βλέπει ειδήσεις και «παράθυρα» εκ πεποιθήσεως, σε ένδειξη αποστροφής και αποδοκιμασίας, και μία άλλη λόγω έλλειψης χρόνου. Για παράδειγμα, ένας πολιτικοποιημένος εργαζόμενος δεν μπορεί να δει τις πρωινές ενημερωτικές εκπομπές, όπως και ένας πολιτικοποιημένος έφηβος δεν μπορεί να δει ούτε τις πρωινές λόγω σχολείου ούτε τις βραδυνές λόγω φροντιστηρίου. Συνεπώς, το πραγματικό ποσοστό των πολιτών που δεν παρακολουθούν ειδήσεις και λοιπές εκπομπές πολιτικού περιεχομένου είναι πολύ μεγάλο. Με δεδομένο ότι το διαδίκτυο έχει άλλες παραμέτρους και η κυκλοφορία των εφημερίδων είναι πολύ μικρή, πώς φτάνει, άραγε, σ’ αυτούς ο λόγος της Αριστεράς; Φτάνει με άλλο τρόπο ακέραιος, φτάνει τεθλασμένος ή δεν φτάνει καθόλου; Το πιθανότερο είναι ότι δεν φτάνει καθόλου ή φτάνει παρομορφωμένος.

Υπάρχει, λοιπόν, ένας επικοινωνιακός φράχτης ανάμεσα στην Αριστερά και ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας. Για λόγους αντικειμενικούς, αφού τα ισχυρά Μέσα Ενημέρωσης ελέγχονται από την κυρίαρχη τάξη, αλλά και για λόγους υποκειμενικούς, αφού η Αριστερά δεν έχει μεγάλες προσβάσεις στα πιο δυσπρόσιτα τμήματα της κοινωνίας ούτε έχει πιάσει το σφυγμό όλων των δεινοπαθούντων και κατατρεγμένων.

Η δουλειά στις γειτονιές που ήταν σποραδική και ασυνεχής για πάρα πολλά χρόνια, αυξήθηκε, αλλά είναι ακόμα στα σπάργανα. Η δουλειά στους μαζικούς χώρους ήταν επιλεκτική και παραμένει επιλεκτική. Με εξαίρεση την παρουσία σε μερικούς επαγγελματικούς κλάδους, σε ένα πανελλαδικό καθεστώς πολύ χαμηλής συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων, η Αριστερά έχει πάρα πολύ μικρή παρουσία σε μεγάλους μαζικούς κοινωνικούς χώρους, όπως είναι, για παράδειγμα, τα αθλητικά σωματεία, οι εθνοτοπικοί σύλλογοι, οι αγροτικοί συνεταιρισμοί, οι εστίες λαϊκού πολιτισμού και, γιατί όχι, η εκκλησία. Γι’ αυτό και οι ομιλίες των στελεχών ανά την Ελλάδα, κατά κανόνα, απευθύνονται στη μικρή μειοψηφία των ήδη μυημένων, ούτε καν του συνόλου των μελών των τοπικών οργανώσεων.

Χρειάζεται τάχιστα και αποφασιστικά ριζική αλλαγή των αντιλήψεων. Η Αριστερά είναι ξεκομμένη από τα πιο απομονωμένα τμήματα της κοινωνίας, τα εντελώς μη προνομιούχα, που μετριούνται σε εκατομμύρια ανθρώπους. Και, το χειρότερο, συχνά δίνει βάσιμα την εντύπωση ότι επιλέγει αφ’ υψηλού τις κοινωνικές της σχέσεις. Είναι απογοητευτικό ότι τόσο σοβαρά ζητήματα, ίσως τα πιο σοβαρά, όπως η γραμμή δράσης που θα κινητοποιήσει τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ και θα αγγίξει την κοινωνία, η οργανωτική ανασυγκρότηση, η δημοκρατική λειτουργία του φορέα από τη βάση ως την κορυφή και οι μορφές και ο τρόπος επικοινωνίας με τα πιο απροσπέλαστα κοινωνικά στρώματα δεν απασχόλησαν ούτε την Κεντρική Επιτροπή. Γι’ αυτό, οι απορίες του κόσμου αυξάνονται και η παραπληροφόρηση ζει και βασιλεύει.

 

Στέλιος Ελληνιάδης

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!