Η νέα κυβέρνηση ορκίστηκε. Στο χαρμόσυνο για αυτήν κλίμα των πρώτων ημερών οι φειδωλές υποσχέσεις και οι μεγαλόστομες διακηρύξεις συνεχίζονται. Όμως η επόμενη μέρα δεν εξαρτάται από τις προθέσεις της νέας κυβέρνησης αλλά από τις διαθέσεις και τις απόψεις των δανειστών, ακόμα και με την παρούσα κυβέρνηση που ανήκει στο ευρωπαϊκό κόμμα της κας Μέρκελ (Χριστιανοδημοκράτες).

Τα προβλήματα που έχει να αντιμετωπίσει η κυβέρνηση στον οικονομικό τομέα πολλά. Υλοποίηση δεσμεύσεων (πλεονάσματα, μεταρρυθμίσεις, αποκρατικοποιήσεις, κόκκινα δάνεια), αντιμετώπιση στασιμότητας και ανισορροπιών οικονομίας, δημογραφικό πρόβλημα, φυγή νέων επιστημόνων στο εξωτερικό, αδιέξοδο μέλλον για τη νεολαία, συνεχιζόμενη φτώχεια για μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, όξυνση απειλής να περάσουν μεγάλα τμήματα ιδιωτικής περιουσίας σε ξένα χέρια μέσω των τραπεζών λόγω δανείων κ.α. δίνουν το στίγμα της δεινής κατάστασης του λαού και της χώρας. Όλα αυτά δεν αντιμετωπίζονται με ευχές π.χ. η αξιοπιστία μας ως κυβέρνηση Ν.Δ. θα οδηγήσει σε επενδύσεις, ούτε με αυτόματες νεοφιλελεύθερες λύσεις, π.χ. μείωση φορολογίας κερδών και μερισμάτων, που δοκιμάστηκαν στο παρελθόν στην Ελλάδα και δοκιμάζονται και αλλού αλλά δεν δίνουν αποτελέσματα.

Το σκηνικό έχει στηθεί με την «3η έκθεση ενισχυμένης εποπτείας» της Κομισιόν για την Ελλάδα, της 5ης Ιουνίου 2019 που εγκρίθηκε από το Eurogroup της 9ης Ιουλίου. Σύμφωνα με την έκθεση και τα συμπεράσματα του συμβουλίου εκφράζονται ανησυχίες για την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων και για το λόγο αυτό προχωρούν σε συγκεκριμένες συστάσεις με τις οποίες πρέπει να συμμορφωθεί η χώρα

ΟΜΩΣ ΕΚΤΟΣ από τα οξυμένα προβλήματα και την ανυπαρξία προγράμματος υπάρχει ένας καθοριστικός παράγοντας που ξεχάστηκε στην προεκλογική περίοδο ή παρουσιάστηκε ως δεδομένη λύση. Αφορά τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει η Ελλάδα με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ για συγκεκριμένους δημοσιονομικούς στόχους και μεταρρυθμίσεις, αρχικά μέχρι το 2022 και μετά μέχρι το 2060. Η δέσμευση μέχρι το 2022 αφορά πλεονάσματα στο 3,5% του ΑΕΠ και μετά πάνω από 2%. Και οι δύο μονομάχοι, με τη βοήθεια του κ. Στουρνάρα της Τράπεζας της Ελλάδος, υποσχέθηκαν την επαναδιαπραγμάτευσή τους με στόχο τη μείωση. Όμως για μία ακόμα φορά οι δανειστές ζητούν «γη και ύδωρ» από τους υποτελείς εκπροσώπους του πολιτικού μας συστήματος.

Το σκηνικό έχει στηθεί με την «3η έκθεση ενισχυμένης εποπτείας» της Κομισιόν για την Ελλάδα, της 5ης Ιουνίου 2019 που εγκρίθηκε από το Eurogroup της 9ης Ιουλίου. Σύμφωνα με την έκθεση και τα συμπεράσματα του συμβουλίου εκφράζονται ανησυχίες για την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων και για το λόγο αυτό προχωρούν σε συγκεκριμένες συστάσεις με τις οποίες πρέπει να συμμορφωθεί η χώρα. Ειδικότερα εκτιμάται ότι η «προεκλογική παροχολογία Τσίπρα» θα έχει επίπτωση της τάξης του 1% το 2019 και τα επόμενα έτη και συνεπώς θέτει σε κίνδυνο τους συμφωνημένους δημοσιονομικούς στόχους για την επίτευξη των οποίων θα πρέπει «να επανεξεταστεί το δημοσιονομικό πακέτο το φθινόπωρο». Οι διατυπώσεις αυτές διαμορφώνουν ένα πρώτο πλαίσιο σχετικά με τις επιδιώξεις της νέας πλέον κυβέρνησης, της Ν.Δ., για επαναδιαπραγμάτευση των πλεονασμάτων. Όμως εκτός από τις αρνητικές συλλογικές απόψεις των θεσμών υπάρχουν και οι αντίστοιχες αν όχι σκληρότερες διατυπώσεις από «φίλια» προς την κυβέρνηση πρόσωπα. Η κα Μέρκελ σε σχετικό ερώτημα εξέφρασε την άποψη ότι δεν βλέπει κάποιο λόγο να αλλάξουν οι στόχοι των δημοσιονομικών πλεονασμάτων για την Ελλάδα. Σε αντίστοιχο πνεύμα κινούνται συνεχώς, πριν και μετά τις εκλογές, οι δηλώσεις του κ. Ρέγκλιγκ του ESM (ευρωπαϊκό ΔΝΤ) που είναι αρμόδιος για τα δάνεια προς την Ελλάδα.

Μαζί δε με όλα αυτά υπάρχει και το θέμα με τη μείωση του αφορολόγητου, στο οποίο επένδυσαν προεκλογικά και οι δύο μονομάχοι, ο καθένας με τους δικούς του όρους. Όμως και εδώ οι θεσμοί έχουν τα δικά τους μέτρα και σταθμά. Έτσι στο προχθεσινό Eurogroup προέκυψε η περίπτωση-απειλή για ισοδύναμα μέτρα το 2020 ώστε να μην μειωθεί το αφορολόγητο.

 

ΜΕ ΑΥΤΑ τα δεδομένα από πλευράς θεσμών μπαίνουμε σε μια νέα δύσκολη περίοδο με άδηλο το μέλλον όσον αφορά την αναγκαιότητα λήψης πρόσθετων δημοσιονομικών μέτρων. Οι θεσμοί επιμένουν στην τήρηση των σκληρών-εξοντωτικών δημοσιονομικών στόχων. Η παρούσα κυβέρνηση θέλει να τους μειώσει χωρίς όμως να έχει κάποιο ουσιαστικό πρόγραμμα, όπως δεν είχε και ο ΣΥΡΙΖΑ κατά τη διαπραγμάτευση του Α΄ εξαμήνου 2015. Το να επικαλείται ο κ. Μητσοτάκης την «αξιοπιστία» του ως βασικό επιχείρημα, όπως έκανε προχθές κατά τη συνέντευξή του στο BBC, αποτελεί ένα ακόμα επικοινωνιακό παιγνίδι χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Από τέτοια «χορτάσαμε» από το 2009 και τα αποτελέσματά τους είναι η σημερινή φτώχεια και απαξίωση σε όλα τα επίπεδα.

Συνεπώς ξαναπάμε σε «διαπραγματεύσεις» χωρίς πρόγραμμα απέναντι σε καλά προετοιμασμένους αντιπάλους. Η πρώτη μάχη στο νέο μέτωπο αναμένεται στις αρχές Σεπτεμβρίου με τις συνεδριάσεις του Eurogroup αλλά και την έλευση στην Ελλάδα των θεσμών για τη νέα αξιολόγηση…

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!