Ο σκηνοθέτης Γιάννης Φάγκρας μιλά στον Δρόμο με αφορμή την ταινία του Forget me not

Συνέντευξη στην Ιφιγένεια Καλαντζή

 

Ο Γιάννης Φάγκρας, δημιουργός του εμβληματικού Πες στη Μορφίνη ακόμη την ψάχνω (2001), μας ταξιδεύει στα χιονισμένα τοπία της Αλάσκας, στη νέα αγγλόφωνη ταινία του Forget me not, που κυκλοφόρησε με καθυστέρηση μιας δεκαετίας, λόγω γραφειοκρατικών και οικονομικών προβλημάτων.

Αμφιταλαντευόμενος για την επιστροφή του στην πατρίδα, ένας σαρανταπεντάρης Έλληνας, ο Άλεξ (Γιάννης Στάνκογλου), που βρίσκεται βαλτωμένος στη Νέα Ορλεάνη, αποφασίζει προηγουμένως μια παράκαμψη, για μια μυστήρια δουλειά στην Αλάσκα, τη στιγμή που και η αγαπημένη του Δάφνη (Αλίκη Δανέζη-Κνούτσεν) ταξιδεύει ώς εκεί, για να τον συναντήσει. Οι προσπάθειες συντονισμού των πρωταγωνιστών παρουσιάζονται σε παράλληλη αφήγηση, αυξάνοντας την αμφισημία ενός ταξιδιού που συσχετίζει χρόνο με χώρο, σε ένα παιχνίδι έρωτα και νόστου για την πατρίδα.

Χειμωνιάτικο φως σε πλάνα γεμάτα ανταριασμένη θάλασσα, λιμάνια και καραβίσια αίσθηση, όπως στα ποιήματα του Καββαδία, στοιχειώνονται από θλιμμένες μπαλάντες για ανέφικτους έρωτες του Τομ Γουέιτς και δεισιδαιμονίες στους βάλτους της Νέας Ορλεάνης, ακολουθώντας τη γοητεία της περιπλάνησης ενός παρακμιακού ναυτικού, ενώ τον αναζητεί μια γυναικεία οπτασία με μπλε μπότες και άλικο παλτό, στον τόπο όπου συνυπάρχουν δυο διαφορετικοί χρόνοι. Στη φευγαλέα αίσθηση που μεταφέρουν τα κουνημένα πλάνα των θαλασσοδαρμένων καραβιών, το ανετάριστο στιγμιότυπο παραμορφωμένων μορφών, μέσα από ένα τζάμι γεμάτο σταγόνες, τονίζει την απαραίτητη πειραματική αισθητική ενός σκηνοθέτη που επιδιώκει πρωτίστως να κινηματογραφήσει την εμπειρία του ταξιδιού. Παραθέτουμε τη ζεστή κουβέντα που είχαμε με τον δημιουργό, σε ένα καφέ στα Εξάρχεια.

 

Πώς προέκυψε η Αλάσκα;

Μετά τις σπουδές μου στον κινηματογράφο, παρέμεινα στην Αμερική περίπου δεκαπέντε χρόνια. Η Αλάσκα, ανάμεσα σε Δύση και Ανατολή, πάντα με γοήτευε. Τα δύο νησιά που βλέπουμε στα τελευταία πλάνα της ταινίας ανήκουν το ένα στην Αμερική και το άλλο στη Ρωσία. Ανάμεσά τους περνάει η Διεθνής Αλλαγή Μέρας. Στο ένα είναι Δευτέρα απόγευμα, ενώ στο άλλο ίδια ώρα της Τρίτης, σαν να έχουμε στο ίδιο σημείο δύο παράλληλους χρόνους, κάτι που θεώρησα ιδανικό για την ταινία.

 

Γιατί επιλέχθηκε αυτός ο τίτλος στα αγγλικά;

Από τα πρώτα πράγματα που έμαθα για την Αλάσκα ήταν το λουλούδι-σύμβολο Forget me not. Εντυπωσιάστηκα που υπήρχε και στον Αρκτικό Κύκλο το γνωστό μας Μη με λησμόνει και κράτησα την αγγλόφωνη ονομασία, γιατί η ταινία γυρίζεται στην Αμερική και ο ήρωας είναι γοητευμένος από την αμερικάνικη κουλτούρα. Το άκουσμα των ελληνικών είναι ηθελημένα περιορισμένο, σαν μια νοσταλγία της πατρίδας, σαν ένα όνειρο από την Ελλάδα.

 

Ο Άλεξ είναι ένας σύγχρονος Οδυσσέας και η Δάφνη η Πηνελόπη του;

Σε μια ιστορία περιπλάνησης, η Οδύσσεια παραμένει βασική αναφορά, ιδίως για μας τους Έλληνες, που περνάμε από την Ιθάκη. Σύγχρονος Οδυσσέας μπορεί να είναι κάθε ταξιδιώτης, αλλά και ένας άνθρωπος χαμένος σε μια πόλη, όπως στον Οδυσσέα του Τζόις. Η Δάφνη ωστόσο τονίζει πως «δεν υπάρχουν Πηνελόπες πια».

 

Είναι απαραίτητες οι Πηνελόπες στον έρωτα;

Ο έρωτας είναι ένα επίπεδο της ταινίας, υπάρχει όμως και η πατρίδα. Η Ελληνίδα που έρχεται από την πατρίδα και μιλάει ελληνικά είναι η εικόνα της Ελλάδας. Περισσότερο όμως έχουμε τη νοσταλγία του ήρωα. Ο νόστος είναι το θέμα, όχι ο έρωτας. Ο νόστος είναι μια μορφή έρωτα, δεν νοσταλγείς κάτι που δεν σε ενδιαφέρει. Εκτός από τη φαντασίωση του έρωτα, είναι και η πατρίδα μια ιδέα του νόστου που λειτουργεί αντίστοιχα.

 

Οι συγκεκριμένοι πρωταγωνιστές επιλέχτηκαν επειδή είναι ζευγάρι και στην πραγματική ζωή;

Δεν αναζητούσα απαραίτητα ζευγάρι ηθοποιών. Είχα σκεφτεί από πριν τον Γιάννη για τον ρόλο. Με την Αλίκη ήμασταν συμφοιτητές στην Αμερική, στο ίδιο πανεπιστήμιο. Η εικόνα της μου ταίριαζε για το ρόλο της Δάφνης.

 

Το ότι χρησιμοποίησες και ερασιτέχνες, όπως ο Μπρεσόν, αντανακλά την άποψή σου για το ρεαλισμό στο σινεμά;

Στους δεύτερους ρόλους, οι περισσότεροι είναι Αμερικάνοι. Ο καπετάνιος, ψαράς στην Αλάσκα παλιότερα, είναι φίλος από την Ικαρία. Οι ερασιτέχνες έχουν την ικανότητα να βγάλουν μια αλήθεια που οι ηθοποιοί δυσκολεύονται. Αν ένας ερασιτέχνης είναι αυτό που παίζει, ερμηνεύει αβίαστα, πετυχαίνοντας μεγαλύτερη αμεσότητα, όπως στον Κλέφτη Ποδηλάτων του Ντε Σίκα.

 

Η μοναξιά και η αποξένωση του ανέφικτου στον έρωτα θυμίζουν Αντονιόνι.

Αγαπώ τον Αντονιόνι. Η Περιπέτεια θα μπορούσε να είναι μια επιρροή, όχι αποκλειστική. Υπάρχει όμως στο βάθος μια αίσθηση Αντονιόνι.

 

Τι αίσθηση ήθελες να πετύχεις επιλέγοντας κουνημένη κάμερα;

Την αίσθηση του να είσαι μέσα σε καράβι, αλλά και την ένταση της ναυτικής ζωής. Η ταινία πολλές φορές απλώς κοιτάει, είναι μέρος ενός ταξιδιού στη θάλασσα, στην άκρη του κόσμου.

 

Πράγματι, υπάρχει θαλασσινή αύρα. Ποια είναι η σχέση σου με τη θάλασσα;

Έχω μεγαλώσει δίπλα στη θάλασσα, στο Ξυλόκαστρο Κορινθίας και κάνω ιστιοπλοΐα. Μ’ αρέσει πολύ η λογοτεχνία της θάλασσας, από κλασικά αναγνώσματα μέχρι ημερολόγια ναυτικών και παλιών θαλασσοπόρων.

 

Περιλαμβάνεις και τον Καββαδία στις αναγνώσεις σου; Αναφέρεις λεπτομέρειες της ζωής των ναυτικών, δείχνεις λιμάνια, ενώ χρησιμοποιείς ατάκες όπως η μεγάλη μας μητέρα η θάλασσα…

Αυτό είναι του Τζόυς. Σίγουρα μ’ έχει εμπνεύσει ο Καββαδίας, που έγραφε για τους Τροπικούς. Η ταινία είναι σαν θαλασσινό ταξίδι. Όποιος βρεθεί στη θάλασσα, ιδιαίτερα σε ακραίους παράλληλους, προς τον Αρκτικό Κύκλο, αναπτύσσει φιλοσοφική διάθεση. Δεν είναι μόνο η μοναξιά, αλλά η επαφή με τη φύση.

 

Επιδιώκεις να κινηματογραφήσεις την εμπειρία του ταξιδιού, αποτυπώνοντας και τοπικά χαρακτηριστικά, όπως φώκιες και φάλαινες στην Αλάσκα;

Οι εικόνες αποτελούν μέρος της ιστορίας. Ανάμεσα στο ταξίδι και στην επιστροφή, ο Άλεξ μοιάζει με άγριο ζώο, που φοβάται την εξημέρωση, αν επιστρέψει σε ένα σπίτι, μια οικογένεια, μια κοινωνία. Στην Αλάσκα είναι μέσα στην άγρια ζωή, δεν συναντάει τυχαία μια μαύρη αλεπού. Αλλά είναι και ένας τόπος που απειλείται από οικολογική καταστροφή. Γίνονται γεωτρήσεις και οι πάγοι λιώνουν. Αν καθιερωθεί ως εμπορικό πέρασμα, η απειλή είναι τεράστια.

 

Δεν έχεις κοντινά, δείχνεις από μακριά τα πρόσωπα, με φόντο το φυσικό τοπίο, πόλεις και χωριουδάκια με ρώσικες εκκλησίες.

Η Αλάσκα πρώτα κατακτήθηκε απ’ τους Ρώσους και είναι διάσπαρτη από ρώσικες εκκλησίες. Όντως, δεν έχω κοντινά. Μ’ ενδιαφέρει περισσότερο το τοπίο τριγύρω, που σχετίζεται άμεσα με τον άνθρωπο. Ένας τρόπος να παρουσιάσεις τα συναισθήματα κάποιου είναι να δείξεις το τοπίο πίσω του, αντί να εστιάσεις στις εκφράσεις του.

 

Αυτή η σχέση παραπέμπει στον ρομαντισμό, που απέδωσε εικονογραφικά την ψυχική διάσταση του ανθρώπου μέσα από το τοπίο. Αποτελεί και δική σου επιρροή;

Μου αρέσει ο Τέρνερ. Πηγαίνοντας στην Αλάσκα με τον διευθυντή φωτογραφίας, για να προετοιμάσουμε το γύρισμα, κάναμε στάση στη Νέα Υόρκη, γιατί ήξερα ότι στο Μουσείο Μετροπόλιταν υπήρχε έκθεση του Εγγλέζου τοπιογράφου Τέρνερ. Έτσι, η περιπέτεια στην Αλάσκα ξεκίνησε από τον Τέρνερ, έχοντας στο μυαλό βόρεια τοπία, καταιγίδες και συννεφιές.

 

Μίλησέ μας για τα συγκεκριμένα τραγούδια στην ταινία.

Το τραγούδι Knocking on heaven’s door, συνηθισμένο άκουσμα στους δρόμους της Νέας Ορλεάνης, από πλανόδιους μουσικούς, μεταφέρει την παρακμιακή κατάσταση του ήρωα. Η πρωταγωνίστρια είναι τραγουδίστρια και αναφέρεται στην κοινή αγάπη που μοιράζεται με τον αγαπημένο της για τον Τομ Γουέιτς. Σ’ ένα μπαρ στην Αλάσκα, τραγουδάει το Fish and Bird του Γουέιτς, για μια φάλαινα που ερωτεύεται έναν γλάρο, χωρίς ποτέ να μπορούν να συναντηθούν, αφού ζουν σε διαφορετικούς κόσμους, το ένα στον ουρανό, το άλλο στη θάλασσα.

 

Η πρωτότυπη μουσική του Άκη Καπράνου θυμίζει Νιλ Γιάνγκ, στο Νεκρό του Τζάρμους. Ήταν συνειδητή επιλογή; Πώς συνεργάστηκες με τον συνθέτη;

Με τον Καπράνο ήμασταν φίλοι, ήξερα ότι έχει σχέση με το σινεμά και ασχολείται με τη μουσική, γιατί ήταν ντράμερ σε συγκροτήματα χέβι μέταλ, αλλά έχει γράψει για διαφορετικά μουσικά είδη. Συζητήσαμε με τον Άκη πριν καταλήξουμε στο είδος και την αίσθηση που θέλαμε να έχει η μουσική. Μετά του έδειχνα συγκεκριμένες σκηνές όπου ήθελα να υπάρχει μουσική και άρχισε να συνθέτει τέτοιου είδους μουσικές, για να επιλέξω.

 

Πώς σχολιάζεις ότι οι νέοι κινηματογραφιστές αποφεύγουν να ασχοληθούν με την πραγματικότητα που βιώνουν;

Αυτό δεν ισχύει μόνο στο σινεμά. Γενικότερα, δεν ακούμε λόγια από ανθρώπους της τέχνης για ό,τι συμβαίνει. Μάλλον είμαστε ακόμη σοκαρισμένοι και πολύ απογοητευμένοι, κανείς δεν ξέρει πια τι να πει…

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!