Γεννήθηκα στα 1939, πριν τον πόλεμο. O πατέρας μου πέθανε όταν ήμουν μηνών ακόμη. Η μητέρα μου πέθανε το 1941, μετά την έναρξη του πολέμου. Είχα δύο μεγάλα αδέρφια, που πήγαν στο μέτωπο. Ένας άλλος αδερφός, που γεννήθηκε το 1928, σπούδαζε σε τεχνική σχολή εκεί που μέναμε. Δεν είχαμε κανέναν να μας φροντίσει: οι γονείς μας ήταν νεκροί, τα δύο ενήλικα αδέρφια στο στρατό. Έτσι, όλη μέρα ήμουν έξω, στον δρόμο μας, που είχε μήκος περίπου 2 χιλιόμετρα. Ήμουν σαν μέλος της οικογένειας σε κάθε σπίτι αυτού του δρόμου. Στον αδερφό μου έδιναν φαγητό στη σχολή. Κι αυτός, όντας 11 χρόνια μεγαλύτερος, ένιωθε υπεύθυνος για μένα. Έτρωγε λοιπόν τη μισή μερίδα, και μου έφερνε την άλλη μισή – ενώ δεν χρειαζόταν, διότι με τάιζαν οι γείτονες. Γι’ αυτό θεωρούσα δική μου κάθε οικογένεια στο δρόμο μας. Ακόμα και τώρα, που είμαι πια 84 χρονών, όταν πάω στο χωριό μου και με δει κάποιος ακόμη πιο ηλικιωμένος, λέει: «Κοίτα πώς μεγάλωσε!». Ντρέπομαι λίγο γι’ αυτό…

Όπως είπα, σχεδόν όλοι οι άντρες πολεμούσαν, οπότε όλες οι εργασίες γίνονταν από τις γυναίκες, οι οποίες έστελναν επίσης ζεστά ρούχα και κάλτσες στο μέτωπο, κι έκαναν εξαιρετική δουλειά στη φροντίδα του χωριού. Στο χωριό μας είχαμε κυρίως καπνό, κίτρο και αμπελώνες. Είχαμε και πολλούς ήρωες της σοσιαλιστικής εργασίας, καθώς και τότε ακόμη η κυβέρνηση προσπαθούσε να ενθαρρύνει τη δουλειά με βραβεία και μετάλλια. Όλη τη βδομάδα δούλευαν, και το Σαββατοκύριακο είτε στη μια είτε στην άλλη αυλή μαζεύονταν και διασκέδαζαν με μουσική και χορό. Ήμουν μικρός αλλά το θυμάμαι πολύ καλά, το έβρισκα συναρπαστικό. Όμως ο πόλεμος μαινόταν ακόμα, οπότε ξαφνικά μπορεί να ακουγόταν μια κραυγή: ο ταχυδρόμος είχε έρθει με τριγωνικό φάκελο, δηλαδή με γράμμα που ανακοίνωνε ότι κάποιος σκοτώθηκε στη μάχη. Τότε όλο το χωριό έτρεχε στην οικογένεια του νεκρού για να της παρασταθεί.

Μεταπολεμικές δυσκολίες

Η νίκη δεν ήταν πολύ γλυκιά. Ναι, ξέραμε ότι ο πόλεμος τελείωσε, αλλά οι φαντάροι μας δεν επέστρεψαν αμέσως. Έρχονταν ένας-ένας, καθένας με τις ιστορίες του. Ο μεγαλύτερος αδελφός μου έπαθε σοκ από οβίδα και επέστρεψε στην Τιφλίδα λίγο πριν τελειώσει ο πόλεμος. Ο δεύτερος γύρισε το 1946, καθώς μετά το τέλος του πολέμου μετατέθηκε στη στρατιωτική διοίκηση του Κισινάου, στη Μολδαβία. Όταν επέστρεψε, παντρεύτηκε, και ήθελε να με πάρει μαζί του πίσω στο Κισινάου. Αλλά ο μεγαλύτερος αδελφός μας δεν είχε παιδιά και του ζήτησε να με αφήσει μαζί του στην Τιφλίδα. Έτσι έζησα στην οδό Μπελίνσκι κι άρχισα να σπουδάζω σε σχολείο αρρένων. Το 1954-55 τα σχολεία θηλέων και αρρένων ενώθηκαν. Οι δάσκαλοι δεν ήταν ευχαριστημένοι με αυτό, έπρεπε όμως να το αντιμετωπίσουν…

Η ζωή ήταν πολύ δύσκολη μετά τον πόλεμο. Νωρίς το πρωί έπρεπε να σηκωθούμε και να κάνουμε ουρές για το γάλα. Υπήρχαν ιδιώτες κερδοσκόποι που πουλούσαν γάλα σε τιμές πολύ υψηλότερες από τις κρατικές. Αλλά το κράτος προσπαθούσε να βοηθήσει τους ανθρώπους, και τα παντοπωλεία είχαν καθορισμένες φτηνές τιμές. Η κρατική τιμή για το γάλα ήταν μόνο 40 καπίκια το λίτρο, οπότε κυρίως οι φτωχοί στήνονταν στις ουρές για να ψωνίσουν από τα παντοπωλεία. Οι σταθερά χαμηλές τιμές υπήρχαν από το 1949 έως και λίγο πριν την κατάρρευση της ΕΣΣΔ. Καθώς δεν υπήρχαν αρκετά διαμερίσματα για τους εργάτες στις πόλεις, στην αρχή το κράτος άφησε τους εργάτες να χτίσουν μόνοι τους σπίτια σε κρατική γη. Μετά άρχισαν τα εργοστάσια να χτίζουν κατοικίες για τους εργάτες τους. Αργότερα το κράτος κατασκεύαζε επίσης πολυκατοικίες, συνήθως τετραώροφες, και διέθετε δωρεάν τα διαμερίσματα. Μεταπολεμικά υπήρχε μόνο ένα κτίριο 11 ορόφων στην Τιφλίδα, κι εγώ ονειρευόμουν να ζήσω στον 11ο όροφο, διότι τότε, εάν έστελνα ένα γράμμα, θα αρκούσε να γράψω στον φάκελο για διεύθυνση: «Τιφλίδα, 11ος όροφος»!

«Όλα θα πάνε καλύτερα»

Ναι, η ζωή ήταν δύσκολη, αλλά κάθε χρόνο αισθανόμασταν ότι γινόταν καλύτερη, ιδίως αφότου οι μειώσεις των τιμών έγιναν κρατική πολιτική. Αλλά υπήρχε ακόμα ταραχή, που την υποδαύλιζε η προπαγάνδα της «Φωνής της Αμερικής» και άλλων, που διέδιδαν εφιαλτικές ιστορίες. Κάποιοι τις πίστευαν. Όμως ο πολύς κόσμος είχε ελπίδα, και καθησύχαζε ο ένας τον άλλον: «Μην ανησυχείτε, του χρόνου αυτό θα είναι φθηνότερο, όλα θα πάνε καλύτερα». Υπήρχαν βέβαια και οι σκεπτικιστές, όπως πάντα. Θυμάμαι όμως ότι κυριαρχούσε η πίστη πως κάθε μέρα που περνά όλα θα γίνονται καλύτερα. Όταν ήμουν στην Πέμπτη Δημοτικού, μου είπαν να διαβάσω μια συγχαρητήρια δήλωση για τα γενέθλια του Στάλιν. Είχα αγχωθεί, αλλά μου έγραψαν το κείμενο και το έμαθα απέξω. Το γυμναστήριο ήταν γεμάτο κι εγώ καθόμουν πίσω-πίσω, διότι δεν είχα σωστά ρούχα να βάλω. Εκείνη τη μέρα ένας από τους συντρόφους μου έδωσε το δικό του παλτό για να φοράω στην ομιλία.

Η αλήθεια είναι ότι τα σχολεία προσπαθούσαν να ενθαρρύνουν τα παιδιά να ασχοληθούν με την πολιτική. Το σοβιετικό σύστημα επικρίνεται για φορμαλισμό αλλά, κατά τη γνώμη μου, ήταν μια καλή εμπειρία. Θυμάμαι ότι ένας από τους δασκάλους μου ρώτησε έναν συμμαθητή μου, τι θα έκανε αν ήταν ο Στάλιν. Όλοι γελάσαμε, καθώς δεν μπορούσαμε να φανταστούμε κάποιον γνωστό μας να είναι υπεύθυνος για τη χώρα. Αλλά ο δάσκαλος μας εξήγησε ότι, αφού ζούσαμε στη Σοβιετική Ένωση, ο καθένας μας είχε πραγματική ευκαιρία να γίνει ηγέτης. Θυμάμαι γύρω στο 1951-52 υπήρχε μια πρωτοχρονιάτικη ραδιοφωνική αναμετάδοση μιας συνάντησης μεταξύ Στάλιν και Τρούμαν. Δεν καταλάβαινα πολλά, και θυμάμαι μόνο τους γέροντες να αναλύουν τον διάλογο: «Μπορείς να πιστέψεις αυτό που είπε;». Ο Τρούμαν ρώτησε τον Στάλιν πώς θα ένιωθε αν του έστελνε «μισό λίτρο» για το νέο έτος, και ο Στάλιν του αποκρίθηκε ότι θα το ανταπέδιδε με «ολόκληρα λίτρα». Ο κόσμος κατάλαβε ότι και οι δύο υπονοούσαν βόμβες… Μισούσα τον Τρούμαν, ενώ στενοχωρήθηκα όταν πέθανε ο Ρούσβελτ, αφού μας έλεγαν ότι ήταν καλός άνθρωπος και φίλος του λαού μας.

Ένας επεισοδιακός Μάρτιος: Στις 5/3/1956 πολλοί Γεωργιανοί, με επικεφαλής τους φοιτητές, αρχικά κατευθύνονται στο μνημείο του Στάλιν στην Τιφλίδα αντιδρώντας στις «προσβολές εναντίον του» (φωτ.1). Το επόμενο διήμερο πραγματοποιούνται οργανωμένες συγκεντρώσεις με ομιλητές (φωτ.2). Την τέταρτη μέρα εμφανίζονται τεθωρακισμένα (φωτ.3) και αργότερα ξεσπούν αιματηρές συγκρούσεις. Στις 9/3/1956 εκδίδεται από τον υποστράτηγο Γκλάντκοφ, φρούραρχο της Τιφλίδας, η διαταγή υπ. αριθ. 14: «Διατάσσω τον αντισυνταγματάρχη Μακούσεφ να αναπτύξει στρατιωτικές περιπολίες προκειμένου να συλλάβει και να παραδώσει στην πολιτοφυλακή για ποινική δίωξη όλα τα άτομα που δημιουργούν αναταραχή και διαταράσσουν την κανονική ζωή στην πόλη»…

Ένας θάνατος κι όσα τον ακολούθησαν

Όταν πέθανε ο Στάλιν δεν το έμαθα αμέσως, επειδή ήμουν σπίτι, που βρισκόταν κάπως απόμερα. Βγήκα βιαστικός διότι άκουγα φωνές και θρήνους, κι άρχισα να τρέχω προς το σχολείο. Σταμάτησα σαστισμένος, δεν καταλάβαινα τι γινόταν. Όλοι οι άνθρωποι είχαν βγει από τα σπίτια τους και έκλαιγαν. Η πρώτη μέρα ήταν η πιο δύσκολη, αλλά το πένθος κράτησε αρκετές μέρες. Η καρδιά των ανθρώπων ήταν ραγισμένη, διότι όλοι είχαν ελπίδα ότι χάρη στον Στάλιν θα έρθει καλύτερη ζωή. Όμως ο θεός μας είχε μόλις πεθάνει, και κανείς δεν ήξερε τι θα συνέβαινε την επόμενη μέρα. Σταδιακά άρχισαν να οργανώνονται παντού συνελεύσεις και συγκεντρώσεις, περνώντας το μήνυμα ότι «όλα θα πάνε καλά».

Θυμάμαι καλά ότι πρώτοι αναπληρωτές γραμματείς του κόμματος εκλέχτηκαν τότε ο Μαλένκοφ και ο Μπέρια. Ο Μαλένκοφ ήταν αρχηγός του κόμματος και ανέλαβε επίσης το υπουργικό συμβούλιο. Ο Μπέρια ήταν ο αναπληρωτής του. Ξαφνικά ο Μαλένκοφ άφησε τον Χρουστσόφ να πάρει το κόμμα. Δεν ήμουν πολιτικός, αλλά καταλάβαινα ότι το κόμμα κυβερνούσε. Οι άνθρωποι απορούσαν: Γιατί παραδίδεις την εξουσία σε κάποιον άλλο ενώ έχεις εκλεγεί; Ο Μαλένκοφ παρέμεινε μόνο ως πρόεδρος της επιτροπής υπουργών για λίγο. Σύντομα στάλθηκε σε κάποια μακρινή ασιατική επαρχία ως διευθυντής μιας επιχείρησης. Φαντάζεστε πώς μας φάνηκε; Ο ηγέτης ολόκληρης της χώρας στάλθηκε στο πουθενά! Ο Μπουλγκάνιν, που κι αυτός ήταν ηγέτης του κόμματος και υπουργός Ασφαλείας, στάλθηκε επίσης κάπου στην Ασία για να διευθύνει ένα ηλεκτρικό εργοστάσιο. Και για τον Μπέρια, όλοι ξέρουμε…

Ο Ζούκοφ βοήθησε επίσης τον Χρουστσόφ. Μετά τον πόλεμο, ο Στάλιν και ο Ζούκοφ δεν τα πήγαιναν πολύ καλά. Ο Στάλιν διέκρινε «βοναπαρτισμό» στον Ζούκοφ, ο οποίος είχε φυσικά τη φωνή του και το πολιτικό του βάρος, αλλά ήθελε περισσότερα. Μάλωσε ακόμη και για πολιτικές αποφάσεις με τον Στάλιν. Ο Ζούκοφ ήταν δεύτερης σειράς άνθρωπος κατά τη διάρκεια του πολέμου. Νομίζω ότι παραμέρισαν τον Ροκοσόφσκι επειδή ήταν Πολωνός, ενώ ο Ζούκοφ είχε το προσόν ότι ήταν Ρώσος. Έγιναν διάφορα τότε…

«Μεταπολεμικά υπήρχε μόνο ένα κτίριο 11 ορόφων στην Τιφλίδα, κι εγώ ονειρευόμουν να ζήσω στον 11ο όροφο, διότι τότε, εάν έστελνα ένα γράμμα, θα αρκούσε να γράψω στον φάκελο για διεύθυνση: “Τιφλίδα, 11ος όροφος”!»

Επεισοδιακές κινητοποιήσεις στην Τιφλίδα

Η ομιλία του Χρουστσόφ στο 20ό συνέδριο αντιμετωπίστηκε ως επί το πλείστον αρνητικά από τον κόσμο. Υπήρχαν φυσικά άνθρωποι που θεώρησαν ότι καιρός ήταν να απαλλαγούμε από τους Γεωργιανούς. Αλλά ο περισσότερος κόσμος στενοχωρήθηκε για τις προσβολές στον Στάλιν. Τα ίδια συναισθήματα ένιωσα κι εγώ. Ως τότε ακόμη και στον στρατό μας τιμούσαν ως Γεωργιανούς, αν και υπήρχαν πολλές ακόμη εθνικότητες. Από την άλλη, πολλοί Γεωργιανοί θεωρούσαν δεδομένη αυτήν την τιμή, λες και τους τη χρωστούσε η χώρα προσωπικά και όχι εξαιτίας του Στάλιν.

Το 1956 οι φοιτητές της Τιφλίδας οργάνωσαν κινητοποίηση για να υπερασπίσουν το όνομα του Στάλιν. Σε αυτήν πήραν μέρος άνθρωποι από ολόκληρη τη Γεωργία. Ο τότε γραμματέας του κόμματος της Γεωργίας, ο Μζαβανάτζε[1], μίλησε τη δεύτερη μέρα της κινητοποίησης, και ξεκίνησε στα ρώσικα. Οι άνθρωποι από κάτω του φώναζαν να μιλήσει γεωργιανά, αλλά δεν τα κατάφερνε. Μας είπε ότι η κυβέρνηση έκανε τα πάντα για να σταθεροποιήσει την κατάσταση. Τα αιτήματα των διαδηλωτών ήταν ο Χρουστσόφ και οι υπουργοί του να αποσυρθούν, και επικεφαλής της κυβέρνησης να εκλεγεί ο Μολότοφ, διότι όλοι γνωρίζαμε ότι ο Μολότοφ ήταν φίλος του Στάλιν.

Εκείνες τις μέρες βρισκόταν τυχαία στην Τιφλίδα ο Κινέζος υπουργός Άμυνας, και οι φοιτητές τον προσκάλεσαν να έρθει στην κινητοποίηση. Πράγματι ήρθε, και ζήτησε από τον κόσμο να ηρεμήσει. Αλλά είχα την εντύπωση ότι με διακριτικό τρόπο μας ενθάρρυνε. Ζούσα στο Ρουστάβι τότε, και τη δεύτερη ή την τρίτη μέρα οι άνθρωποι πήγαν στο Σπίτι της Ένωσης. Η κυβέρνηση τους απεύθυνε την πρώτη προειδοποίηση, να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Τότε έφυγα. Μετά άκουσα ότι έπεσαν πυροβολισμοί, μιλούσαν ακόμη και για τανκς που συνέθλιψαν ανθρώπους. Προσωπικά δεν είδα τίποτα, αλλά άκουσα για πολλούς νεκρούς διαδηλωτές, αν και δεν εμπιστεύομαι πλήρως αυτές τις ιστορίες.

Λάθος είδος σοσιαλισμού

Το πρώτο πράγμα που έκανε ο Χρουστσόφ ήταν να αλλάξει τα χρήματα. Είπε: «Γιατί κουβαλάμε τόσα λεφτά, όταν δεν υπάρχει τίποτα να αγοράσουμε;». Διαίρεσε λοιπόν δια του δέκα την αξία κάθε χαρτονομίσματος. Αντίστοιχα θα έπρεπε βέβαια να μειωθούν και οι τιμές. Για παράδειγμα, ένα πακέτο καραμέλες που κόστιζε 4,30 ρούβλια πλέον θα έπρεπε να κοστίζει 0,43. Αλλά ξαφνικά η τιμή έγινε 0,70! Όμως ο περισσότερος κόσμος δεν το αντιμετώπισε επικριτικά, καθώς ήταν «μόνο μία αλλαγή». Ακόμη και σε μένα προσωπικά όλα αυτά φαίνονταν κάπως λογικά. Μόνο όταν, μετά τον Χρουστσόφ, δημοσιεύθηκαν τα στατιστικά στοιχεία, μπορέσαμε να δούμε τη μεγάλη εικόνα. Για παράδειγμα, πήραν τα βοοειδή από τους αγρότες λέγοντας ότι η προσωπική περιουσία αποσπούσε την προσοχή των ανθρώπων από το να εργάζονται αποτελεσματικά για το κράτος. Έτσι όμως ο χωρικός κατέληξε να χάσει την πίστη του στο κράτος. Επίσης, οι κεντρικοί σταθμοί τρακτέρ και μηχανοκίνητων που εξυπηρετούσαν ολόκληρες περιοχές, και το έκαναν αποτελεσματικά, διαμοιράστηκαν σε μικρά συλλογικά αγροκτήματα, τα οποία δεν μπορούσαν να διαχειριστούν τις μηχανές τόσο αποτελεσματικά όσο οι εξειδικευμένοι κεντρικοί σταθμοί.

Μετά το 20ό συνέδριο επισήμως παραμείναμε σοσιαλιστές. Αλλά το πρόβλημα είναι, πώς ορίζετε τον σοσιαλισμό; Δεν μπορούμε να πούμε ότι το σύστημα είχε γίνει καπιταλιστικό. Οπότε, αν αυτό που πλέον βιώναμε ήταν σοσιαλισμός, ήταν ένα λάθος είδος σοσιαλισμού. Οι άνθρωποι μπορούν να δουν πώς ήταν τότε, και πώς είναι τώρα. Γι’ αυτό, όταν προσβάλλετε τον τρόπο και τον ηγέτη που αγάπησαν οι άνθρωποι, είστε ήδη σε λάθος δρόμο. Από την αρχή της ανεξάρτητης Γεωργίας, κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του Γκαμσαχουρντία[2] και μετά από αυτήν, έλεγα ότι οι νέοι ηγέτες θα αυτοκτονήσουν και ταυτόχρονα θα σκοτώσουν τη χώρα μας. Τους έλεγα, γιατί θέλετε να φύγετε από την ΕΣΣΔ; Κοιτάξτε τι γίνεται τώρα στους δρόμους: άνθρωποι χωρίς καμία γνώση τρέχουν και φωνασκούν από τα μεγάφωνα. Σε όποιον από αυτούς και να δοθεί η εξουσία, θα βιώσουμε τον ίδιο κύκλο…

* Σε συνέχεια του οδοιπορικού στη Γεωργία, που δημοσιεύθηκε την προηγούμενη εβδομάδα («Στο κατώφλι της Ε.Ε.;», φύλλο 669). Οι μεσότιτλοι, οι σημειώσεις και η λεζάντα είναι της Σύνταξης.

[1] Βασίλ Μζαβανάτζε: γεννηθείς το 1902, το 1953 διορίστηκε επικεφαλής του γεωργιανού Κ.Κ. Το 1972, μετά από κατηγορίες για διαφθορά, αντικαταστάθηκε από τον Έντβαρντ Σεβαρντνάτζε. Πέθανε στη Μόσχα το 1988.

[2] Ζβιάντ Γκαμσαχουρντία: γεννηθείς το 1939, αντικαθεστωτικός στα χρόνια της ΕΣΣΔ. Εκλέχθηκε πρόεδρος της Γεωργίας το 1991, αλλά ανατράπηκε από τον Σεβαρντνάτζε και κατέφυγε στην Τσετσενία. Σκοτώθηκε το 1993, όταν επιχείρησε να ανακαταλάβει την εξουσία.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!