Η Τουρκία, εισβολέας η ίδια σε τρεις χώρες της περιοχής (Κύπρος, Συρία, Ιράκ), άμεσα εμπλεκόμενη σε περιφερειακούς πολέμους (Γεωργία-Αζερμπαϊτζάνν) και υποκινητής σημαντικών κρίσεων, σε αντίθεση με τους σχεδιασμούς του δυτικού στρατοπέδου (Λιβύη), όχι μόνο αποφεύγει την απομόνωση και τις κυρώσεις αλλά αντίθετα αναβαθμίζει διαρκώς τη θέση της κερδίζοντας σημαντικά οφέλη, ιδιαίτερα τώρα, στα νέα δεδομένα που δημιουργεί ο πόλεμος στην Ουκρανία.

Η στάση της στην ουκρανική κρίση αποτελεί από μόνη της «παράδοξο». Είναι η μοναδική χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ που αν και καταδικάζει τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία απέχει από τις κυρώσεις «με τις ευχές» της δυτικής συμμαχίας. Καταφέρνει να διατηρεί σημαντικά οφέλη από τις σχέσεις της με τη Ρωσία και μετατρέπεται σε οικονομικό καταφύγιο κεφαλαίων και επενδύσεων Ρώσων ολιγαρχών που βρίσκονται υπό δυτικό διωγμό, προσφέροντας σημαντική ανακούφιση στον οικονομικό αποκλεισμό της Ρωσίας.

Παριστάνοντας τον «επιτήδειο ουδέτερο» συνεχίζει να προσφέρει όπλα στην Ουκρανία και ταυτόχρονα παρουσιάζεται ως ειρηνοποιός πιέζοντας προσχηματικά τον Πούτιν για «άμεση κατάπαυση του πυρός» και φιλοξενώντας τις διαπραγματεύσεις μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας.

Για τα κατορθώματα της αυτά επαινείται και αναγνωρίζεται ως σημαντικός παράγοντας διεξόδου τόσο από την Ουκρανία όσο και από ΗΠΑ και Ρωσία.

Σε τροχιά βελτίωσης των σχέσεων με τις ΗΠΑ

Οι εξελίξεις αυτές, ίσως η πιο μεγάλη απόδειξη της υποκρισίας και του κυνισμού της εποχής, δεν είναι ανεξήγητες. Η Τουρκία εκμεταλλεύεται στο έπακρο τη γεωπολιτική της θέση και τη γεωοικονομική της δύναμη προσφέροντας ταυτόχρονα εξυπηρετήσεις και εκβιασμούς σε ΗΠΑ και Ρωσία. Οι δύο αυτοί όροι συνδυάζονται με μια ενεργητική και αποφασιστική εξωτερική πολιτική του καθεστώτος Ερντογάν, που μέσω ακραίων ισορροπιών αποσπά κέρδη εκμεταλλευόμενος τις αντιθέσεις των Μεγάλων Δυνάμεων.

Οι εξοπλισμοί, οι σημαντικές ενεργειακές και οικονομικές σχέσεις με τη Ρωσία είναι πολύτιμες για τη Μόσχα καθώς συντηρούν μια αναστάτωση στην Ν.Α. πτέρυγα του ΝΑΤΟ και χαλαρώνουν σχετικά την ασφυκτική, στρατιωτική και οικονομική της περικύκλωση.

Η γεωπολιτική της θέση και ο κίνδυνος οριστικής απώλειας της Τουρκίας από το δυτικό στρατόπεδο αναγκάζουν τις ΗΠΑ να ανέχονται την προκλητική συμπεριφορά της Άγκυρας και να επιχειρούν έναν κατευνασμό της με αντάλλαγμα «δώρα» που προσφέρουν απλόχερα Ελλάδα και Κύπρος.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, η πρόσφατη επίσκεψη της αμερικανίδας υφυπουργού Εξωτερικών Νούλαντ, επιβεβαίωσε ότι οι σχέσεις των δύο χωρών εξομαλύνονται και αποκτούν «μια νέα ενέργεια στους δεσμούς τους». Οι κυρώσεις σε βάρος της Τουρκίας για την προμήθεια των ρωσικών S400 ξεχάστηκαν. Ο πρόεδρος Μπάϊντεν και το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ εισηγούνται «προς όφελος του εθνικού συμφέροντος» και της κατασκευάστριας πολεμικής βιομηχανίας, την αποδοχή της πρότασης της Τουρκίας για αγορά 40 μαχητικών αεροπλάνων F16 και αναβάθμιση άλλων 80. Ταυτόχρονα υποστηρίζεται η αναγκαιότητα συμμετοχής της Τουρκίας στην εκμετάλλευση και μεταφορά των ενεργειακών πόρων της Ν.Α. Μεσογείου. Αθήνα και Λευκωσία πιέζονται ασφυκτικά για καθορισμό ΑΟΖ σύμφωνα με τις τουρκικές προτάσεις και για συνεκμετάλλευση φυσικού αερίου με ταυτόχρονη αποδοχή των τετελεσμένων που έχει επιβάλλει η Τουρκία στην Κύπρο.

Η Τουρκία εκμεταλλεύεται στο έπακρο τη γεωπολιτική της θέση και τη γεωοικονομική της δύναμη προσφέροντας ταυτόχρονα εξυπηρετήσεις και εκβιασμούς σε ΗΠΑ και Ρωσία

Αναδιατάξεις με επίκεντρο τα ενεργειακά σχέδια

Οι τάσεις και οι πρωτοβουλίες που διαμορφώνονται στην περιοχή σχετίζονται άμεσα με τα ενεργειακά σχέδια των ΗΠΑ και την πολιτική ενεργειακής απεξάρτησης της Ε.Ε. από την Ρωσία. Κομβικό ρόλο στη μετάβαση στη νέα εποχή αποδίδουν οι ΗΠΑ στην Τουρκία, ως ένα ακόμα «δώρο» συγκράτησής της στη δυτική συμμαχία.

Το αμερικάνικο σχέδιο έχει από καιρό καταργήσει κάθε ιδέα για τον αγωγό East Med και προβλέπει εκμετάλλευση των υπαρχουσών πηγών ενέργειας με τη συνεργασία όλων των χωρών της περιοχής (Αίγυπτος, Ισραήλ, Τουρκία, Ελλάδα, Κύπρος) και με όδευση προς την Ε.Ε. μέσω κατεχόμενης Κύπρου και Τουρκίας. Από εδώ απορρέουν και οι πιέσεις για άμεση «επίλυση» του Κυπριακού.

Τα νέα δεδομένα επιχειρεί να αξιοποιήσει κατά τον καλύτερο τρόπο η Άγκυρα, νομιμοποιώντας τις θεωρίες περί «Γαλάζιας πατρίδας», θωρακίζοντας το τουρκολιβυκό σύμφωνο και ανεβάζοντας τον πήχη των διεκδικήσεων από Ελλάδα και Κύπρο .

Αυτές τις φιλοδοξίες του Ερντογάν υποδαυλίζει έμμεσα ή άμεσα η Ουάσιγκτον φιλοδοξώντας ότι θα πετύχει ταυτόχρονα τη μεγαλύτερη απομόνωση της Ρωσίας και την επιστροφή της Τουρκίας στη Δύση.

Για το λόγο αυτό στηρίζει, αν δεν κρατά την μπαγκέτα, την προσπάθεια της Τουρκίας να εξομαλύνει τις ταραγμένες σχέσεις με τις χώρες του Κόλπου αλλά και το Ισραήλ και την Αίγυπτο. Πράγματι, πρόσφατα ανταλλάχθηκαν επισκέψεις σε κορυφαίο επίπεδο μεταξύ Τουρκίας, Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και Αιγύπτου. Θυμίζουμε ότι οι σχέσεις των τριών χωρών ήταν τεταμένες για μεγάλο διάστημα, με βαριές κουβέντες, με αιτία την στήριξη της Τουρκίας στους «Αδελφούς Μουσουλμάνους» και την απόπειρα προσεταιρισμού των εκατομμυρίων σουνιτών της περιοχής. Οι συνομιλίες μεταξύ των τριών χωρών αφορούσαν την οικονομική συνεργασία. Οι χώρες του Κόλπου εκμεταλλεύονται τη δεινή οικονομική κατάσταση της Τουρκίας, αλλά οι συνομιλίες επεκτάθηκαν και στην εξομάλυνση των διμερών σχέσεων με την αναγνώριση της Τουρκίας ως ισχυρού περιφερειακού παράγοντα.

Με ανάλογες πρωτοβουλίες της Άγκυρας επιχειρείται ο διεμβολισμός των ανοιγμάτων και των σχέσεων της ελληνικής πλευράς με τις χώρες της περιοχής. Αν και ο Ερντογάν αποφεύγει προς το παρόν να αναγνωρίσει τον πρόεδρο της Αιγύπτου Σίσι, προσφέρει στην Αίγυπτο πλούσια ανταλλάγματα προτείνοντας διαμερισμό των θαλάσσιων υδάτων της Αν. Μεσογείου σε βάρος της Ελλάδας ενώ πρόσφατα ανακοίνωσε την -μετά από 9 χρόνια- τοποθέτηση τούρκου πρέσβη στο Κάϊρο.

Αντίστοιχα, γη και ύδωρ προσφέρει ο Ερντογάν στο Ισραήλ και ξεχνώντας την «καταδίκη» της γενοκτονίας των Παλαιστινίων προτείνει την κατεχόμενη Κύπρο και την Τουρκία ως οικονομική και ρεαλιστική οδό διοχέτευσης των ενεργειακών πόρων των χωρών της περιοχής στην Ευρώπη. Παράλληλα η Άγκυρα επιχειρεί να αποκαταστήσει διπλωματικές σχέσεις με τη Γεωργία ενώ σταθεροποιεί τις θέσεις της στη Λιβύη με ανοίγματα σε όλες τις αντιμαχόμενες φατρίες της εξουσίας. Η απόσπαση δήλωσης από όλες τις πλευρές για τη νομιμότητα του τουρκολιβυκού συμφώνου και η αποδοχή της παρουσίας τουρκικού στρατού και μισθοφόρων στη Λιβύη αποτελούν σημαντικές επιτυχίες.

Αν και η επιτυχία των ανοιγμάτων της Τουρκίας στις χώρες αυτές έχει ακόμα πολύ δρόμο, η ανοικτή στήριξη των ΗΠΑ-Ε.Ε. αλλά και το τεράστιο διακύβευμα της αξιοποίησης των ενεργειακών πόρων στο φόντο της επόμενης μέρας του ουκρανικού πολέμου δημιουργούν ευνοϊκές προϋποθέσεις.

Η Ελλάδα παρακολουθεί από μακριά και χωρίς σχέδιο τις εξελίξεις. Καθώς θεωρείται δεδομένη η στάση της, όλοι αισθάνονται την άνεση να αθετούν συμφωνίες και δεσμεύσεις χωρίς να διακινδυνεύουν τίποτα. Έτσι, η πολιτική ελίτ της Αθήνας διαγκωνίζεται για το ποιος θα υποστηρίξει πιο πειστικά την ανάγκη συνεκμετάλλευσης και μένει να μετρά τις υπερπτήσεις τουρκικών μαχητικών πάνω από κατοικημένα ελληνικά νησιά. Όπως άλλωστε δήλωσε και ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Ν. Παναγιωτόπουλος, «δεν είναι η καλύτερη εποχή να λες πράγματα εναντίον της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ»…  

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!