Ήταν πολύ διαφορετικά τα πράγματα το 1982. Μια άλλη ατμόσφαιρα. Βλέποντάς το στενά πολιτικά, εύκολα το αποδίδει κανείς αποκλειστικά ή κυρίως στην άνοδο και επέλαση του ΠΑΣΟΚ. Είναι προφανές ότι η επικράτηση του Αντρέα Παπαντρέου συμβόλιζε και οριοθετούσε μια μεγάλη αλλαγή στον τόπο. Υπήρχε μια λαϊκή πλημμυρίδα που κατακτούσε δικαιωματικά μια θέση στον ήλιο, ας ήταν και πράσινος. Φύσαγε ένα αίσθημα πρωτόγνωρης ελευθερίας για ένα πλειοψηφικό κομμάτι της κοινωνίας που ποτέ άλλοτε δεν είχε αυτή την πολυτέλεια. Μετά από πολέμους, κατοχές, ήττες, διώξεις, προσφυγιές, μεταναστεύσεις και δικτατορίες, αυτή ήταν μια ιστορική στροφή. Χωρίς να ξέρει κανείς πόσο θα κρατήσει, πώς θα εξελιχθεί και με τι κόστος.

Όμως, πριν ακόμα το ΠΑΣΟΚ καταλάβει την εξουσία και εκδηλωθεί ένα κύμα ενθουσιασμού και αισιοδοξίας, είχε γεννηθεί αυθόρμητα μέσα στη δεκαετία του 1970 ένα πηγαίο και ακαθοδήγητο πολιτισμικό ρεύμα το οποίο δεν συνδεόταν με τα πολιτικά κόμματα. Είχε ξεκινήσει αθόρυβα και εξελίχθηκε με σημαία το λαϊκό τραγούδι μέσα από μικρές παρέες και ταλαντούχους δημιουργούς, συνθέτες, στιχουργούς, μουσικούς και γραφιάδες, κινηματογραφιστές και άλλους ανήσυχους διανοούμενους που αγαπούσαν την παράδοση και το λαϊκό πολιτισμό, αλλά είχαν και τις κεραίες τους στραμμένες στα διεθνή ρεύματα και τις σύγχρονες μορφές έκφρασης.

Στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης ήταν λογικό το λεγόμενο πολιτικό τραγούδι να μονοπωλήσει σε μεγάλο βαθμό το ενδιαφέρον και την προσοχή του ανακουφισμένου από την πτώση της χούντας κομματιού της κοινωνίας. Τα εργοστάσια τύπωναν νυχθημερόν τους δίσκους με τα τραγούδια του Θεοδωράκη, σε πρώτη, δεύτερη, τρίτη ή δέκατη εκτέλεση, ακόμα κι εκείνα που δεν έχουν κανένα πολιτικό νοούμενο ή υπονοούμενο. Κι από κοντά τα αντάρτικα και κάθε τραγούδι που είχε πολιτικές αναφορές, από τον ώριμο Μαρκόπουλο μέχρι τον νιόφερτο Μικρούτσικο. Αλλά η υπερκατανάλωση αυτού του είδους δεν μπορούσε να βαστήξει επ’ άπειρον, αφενός γιατί συνδεόταν με τη δικτατορία που η κοινωνία την άφηνε γρήγορα πίσω της σαν μια κακή ανάμνηση και αφετέρου γιατί δεν ανταποκρινόταν στην ανάγκη για ένα τραγούδι μεταδικτατορικό, διασκεδαστικό και λαϊκόμορφο που θα έβγαζε τη χαρά της ζωής και την αισιοδοξία που όλοι είχαν ανάγκη και που υπόβοσκε κάτω από τον συντηρητισμό και τον αυταρχισμό της Δεξιάς. Ένα τραγούδι που θα προκαλούσε την αναμόχλευση της επίσης στρεβλωμένης παράδοσης και ταυτόχρονα θα άνοιγε δρόμους χρησιμοποιώντας νέες γλώσσες, φρέσκες ιδέες και σύγχρονα εκφραστικά εργαλεία.

Στην περίοδο της δικτατορίας είχαν αναπτυχθεί δύο μουσικά ρεύματα τα οποία λειτουργούσαν παράλληλα. Το ελαφρολαϊκό, με τα ωραία τραγούδια του Ζαμπέτα, του Κουγιουμτζή, του Λοΐζου, του Μπιθικώτση, του Χατζηνάσιου κ.ά., αλλά και τα μεταγλωττισμένα μελό ισπανικά και γαλλικά σουξέ που τραγουδούσε ο Πάριος, ο Πουλόπουλος κ.ά. Και το έντεχνο λαϊκό του Μαρκόπουλου, του Ξαρχάκου, του Μαμαγκάκη, του Γλέζου, του Αργύρη Κουνάδη, αλλά και του Καλδάρα με τη «Μικρά Ασία» (στίχοι Πυθαγόρα) και τον «Βυζαντινό Εσπερινό» (στίχοι Λευτέρη Παπαδόπουλου).

Στη μεταπολίτευση, το τραγούδι με πολιτικό χρωματισμό συγκέντρωσε όλα τα φώτα της δημοσιότητας, αλλά αυτό δεν εμπόδιζε την αφανή ζύμωση που γινόταν μέσα στο κοινωνικό υπέδαφος και την επακόλουθη ανάδυση νέων ποικιλιών που εκφράζανε άμεσα και παραστατικά αυτό που βίωναν τα πιο ενεργά κομμάτια της κοινωνίας.

 

Όλα ήταν απρόβλεπτα

Το «ντέφι» γεννήθηκε από την ανάγκη να εκφράσουμε αυτή τη δυναμική που αναπτυσσόταν στο κοινωνικό υπέδαφος και να εκφραστούμε κι εμείς μέσα απ’ αυτά που ξεχωρίζαμε, αγαπούσαμε, υπερασπιζόμασταν και συμμετείχαμε στη δημιουργία τους. Γιατί ήμασταν όλοι εμπλεκόμενοι.

Εάν προσπαθούσαμε να περιγράψουμε την πορεία του λαϊκού τραγουδιού, όπως έβγαινε από τη δικτατορία, μέσα από τα τραγούδια δύο αντιπροσωπευτικών παραδειγμάτων, θα μπορούσαμε να επιλέξουμε τον Τάκη Μουσαφίρη και τον Άκη Πάνου.

Με το πλεονέκτημα να γράφουν οι ίδιοι τη μουσική και τους στίχους των τραγουδιών τους, χάραζαν με το πιο έντονο ύφος τις διαφορετικές πορείες τους. Αλλά ο Μουσαφίρης δεν ήταν μόνος του. Μαζί με σημαντικούς μουσικοσυνθέτες, σαν τον Τάκη Σούκα και τον Χρήστο Νικολόπουλο, αποτέλεσαν τον κύριο πόλο του λαϊκού της νυχτερινής διασκέδασης με τραγούδια τα οποία –στις καλύτερες στιγμές τους- έδωσαν το στίγμα της εποχής με ερμηνευτές τον Δημήτρη Μητροπάνο, τον Στράτο Διονυσίου, τον Γιώργο Μαργαρίτη, την Ελένη Βιτάλη κ.ά.

Ο Άκης Πάνου δεν είχε ταίρι. Ήταν μια κατηγορία από μόνος του. Είχε γράψει μια σειρά θαυμάσιων ερωτικών τραγουδιών και την ώρα που οι άλλοι απομακρύνονταν από το πολιτικοκοινωνικό τραγούδι, σαν να ήταν εποχιακή μόδα που πέρασε, έκανε ένα μπαράζ με τραγούδια που έθιγαν κοινωνικά και υπαρξιακά ζητήματα, τα οποία θα τον αναδείκνυαν –με τη συνδρομή μας- σαν τον πιο συγκρουσιακό, βαθυστόχαστο και αιχμηρό, δημιουργό της μεταπολίτευσης. «Η ζωή μου όλη», «Το θολωμένο μου μυαλό», «Ας τον τρελό στην τρέλα του», «Η κοινωνία», «Πόσα πρέπει»… Τα τραγούδια του με αυτοπροσωπογραφική σφραγίδα αποκάλυπταν τον πιο συγκλονιστικό και παραγνωρισμένο τραγουδοποιό της εποχής που ζούσαμε.

Αλλά δεν ήταν μόνο ο Άκης Πάνου απρόβλεπτος. Απρόβλεπτο ήταν ό,τι συνέβη. Όπως η «αναβίωση» του ρεμπέτικου που μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970 περιοριζόταν στη σημαντική, αλλά περιθωριακή δουλειά ερευνητών και συλλεκτών δίσκων 78 στροφών (Νέαρχος Γεωργιάδης, Ηλίας Πετρόπουλος, Σπύρος Παπαϊωάννου, Παναγιώτης Κουνάδης, Κώστας Χατζηδουλής, Τάσος Σχορέλης κ.ά.), μερικοί εκ των οποίων έγραφαν κατατοπιστικά κείμενα ή οργάνωναν εκδηλώσεις για ένα ορισμένο κοινό με καλλιτέχνες πρώτης γενιάς του ρεμπέτικου.

Από το 1975, όμως, με την Ρεμπέτικη Κομπανία, σιγά σιγά διογκώθηκε ένα κύμα που έμελε να γίνει τρικυμία με τη δημιουργία εκατοντάδων κομπανιών σε όλη την Ελλάδα και το εξωτερικό. Το ρεμπέτικο τραγούδι, παιγμένο είτε με αυστηρή προσήλωση στο πρότυπο είτε με ανάσες ελευθερίας και ανανέωσης, κατέκτησε για πρώτη φορά ένα τόσο ευρύ, νεανικό και ενθουσιώδες ακροατήριο, αν και οι συνθήκες που το γέννησαν είχαν προ πολλού πάψει να υφίστανται. Και το κύμα του ρεμπέτικου παρέσυρε στο προσκήνιο το σμυρνέικο και όλο το μεταπολεμικό λαϊκό τραγούδι σε ένα αμάλγαμα άνευ προηγουμένου.

Χωρίς κανείς να το έχει φανταστεί, το σμυρνέικο, το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι αποτίναξαν όλα τα εμπόδια, ξεπρόβαλαν δυναμικά και κυριάρχησαν στα πάλκα, τις συναυλίες, τις παρέες, τα γλέντια και τις ταβέρνες και άλλαξαν το ρεπερτόριο σε όλους τους χώρους αναψυχής.

 

Χιώτης και Σπρίνγκστιν

Κι αυτό δεν ήταν το τελευταίο ωραίο που μας συνέβη στη μεταπολίτευση. Το 1978, ενώ ακόμα στα γήπεδα και τις μπουάτ τραγουδούσαν «Πότε θα κάνει ξαστεριά», «Στ’ άρματα στ’ άρματα» και «Της Δικαιοσύνης ήλιε νοητέ», σκάει η «Εκδίκηση της γυφτιάς» κι με μια αρμαθιά τραγούδια αλλάζει τον ρου του λαϊκού, πόπιουλαρ, τραγουδιού. Η «Τρελή κι αδέσποτη», το «Μπαγλαμαδάκι» και οι «Μάγκες δεν υπάρχουν πια» φέρνουν την ποθούμενη ανανέωση με καινούργια νοήματα, πρωτότυπη θεματολογία, άφθαρτη γλώσσα και νέο στυλ. Ο Παπάζογλου δεν θυμίζει αντίγραφο του Χιώτη ή του Στράτου Παγιουμτζή, περισσότερο παραπέμπει εμφανισιακά στον Μπρους Σπρίνγκστιν, ενώ βαδίζει πάνω στ’ αχνάρια τους με σεβασμό και πλαστικότητα. Ο Ρασούλης δεν είναι Βίρβος, αλλά εμπεριέχει στον απολύτως εύληπτο στίχο του μαζί με την παράδοση ό,τι έχει εντωμεταξύ μεσολαβήσει ρίχνοντας ταυτόχρονα λοξές ματιές στον έξω κόσμο, σε Δύση και Ανατολή, χωρίς κάτι να ξεχωρίζει στην ποίησή του σαν ξένο σώμα. Οι μουσικές του Ξυδάκη είναι λαϊκές, αλλά όχι καρμπόν κάποιας καθιερωμένης φόρμας. Κι όλα αυτά μαζί, παλιά και νέα, υπηρετούνται από μια πολύχρωμη γενιά μουσικών και τραγουδιστών, από τον Μπάμπη Γκολέ, τον Γιώργη Ξηντάρη, τον Αγάθωνα Ιακωβίδη και τον Δημήτρη Κοντογιάννη μέχρι την Ελευθερία Αρβανιτάκη, τα Παιδιά απ’ την Πάτρα και τον Πέτρο Βαγιόπουλο, συμπαρασύροντας καθαρόαιμα λαϊκούς συνθέτες σαν τον Τάκη Σούκα και τον Χρήστο Νικολόπουλο, αλλά και επαγγελματίες ερμηνευτές σαν την Αλεξίου, τη Γλυκερία, τη Βιτάλη και τον Νταλάρα.

Όλο αυτό που συμβαίνει, όλες τις τάσεις, όλη αυτή την κοσμογονία συνοψίζει και εκφράζει το «ντέφι». Με διαρκείς παρεμβάσεις, αναλύσεις, επισημάνσεις, όχι μόνο με το γραπτό λόγο, αλλά και συναυλίες, διαλέξεις, τηλεοπτικά προγράμματα, καταγραφές, εκδόσεις βιβλίων, δίσκων κ.λπ.

Το δικό μας πλεονέκτημα είναι ότι δεν είμαστε κολλημένοι. Αφουγκραζόμαστε οτιδήποτε έχει αξία, καινοτομία, περιεχόμενο, ταλέντο. Με τον Τάσο Φαληρέα βγάζουμε το πρώτο μικρό δισκάκι του Νικόλα Άσιμου, με τον «Ρωμιό» και το «Μηχανισμό», στηρίζουμε μέσα από τη ΛΥΡΑ τα «Πολιτικά Τραγούδια» του Θάνου Μικρούτσικου και γοητευόμαστε από την ευρηματικότητα και πρωτοτυπία των Χειμερινών Κολυμβητών.

Ο Σαββόπουλος συνεργάζεται με τον Ξυδάκη, τον Ρασούλη και όλη την καλή παρέα της «Γυφτιάς» στο στούντιο του Παπάζογλου στη Θεσσαλονίκη. Μικρότερης ή μεγαλύτερης εμβέλειας «εργαστήρια» ξεφυτρώνουν από την Πάτρα και τα Εξάρχεια μέχρι τη Στοκχόλμη, τη Φρανκφούρτη και τη Νέα Υόρκη.

 

Ζυμώσεις επί ζυμώσεων

Μια καλή εφευρετική παρέα ήμασταν. Που μεγάλωνε. Όχι μόνο η αρχική 7μελής «Συντακτική Επιτροπή» (Α. Πάνου, Γ. Κοντογιάννης, Γ. Παπαδάκης, Δ. Αρβανίτης, Ν. Ξυδάκης, Σ. Ελληνιάδης, Τ. Φαληρέας) και οι συνεργάτες που φιγουράρουν στο πρώτο τεύχος του περιοδικού. Στην παρέα ανήκαν όλοι όσοι συμβάλανε άμεσα και έμμεσα στην έκδοση, αλλά και όλοι εκείνοι που μας περιβάλανε και συμμετείχαν στις ποικίλες δραστηριότητες, από τις διοργανώσεις μέχρι τις εξορμήσεις μας στα πανηγύρια και τα νυχτοπερπατήματά μας στα στέκια που παιζόταν η μουσική που αγαπούσαμε ή στα «καταγώγια» που αναζητούσαμε διάσπαρτα και αχαρτογράφητα ψηφία του μεγάλου ψηφιδωτού της ελληνικής λαϊκής μουσικής, σε όλες της τις εκφάνσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι κυριαρχούσε η ομοφωνία πάντα. Αντιθέτως, εκδηλώνονταν διαφωνίες που επιλύονταν και αμβλύνονταν ή – σε μερικές περιπτώσεις- μας χώριζαν μέχρι να συγκλίνουμε ξανά με άλλες ευκαιρίες. Είναι πλούσια η εσωτερική μας ιστορία, οι ζυμώσεις ανάμεσά μας που ήταν παραγωγικές. Ο τρόπος που σκεφτόμασταν, οι προτάσεις που γίνονταν, οι προβληματισμοί που αναπτύσσονταν, τα σχέδια που καταστρώνονταν, οι σχέσεις που εξελίσσονταν, οι ιδέες που προέκυπταν, οι γνωριμίες που κάναμε, οι επιθέσεις που δεχόμασταν και οι αντεπιθέσεις που εξαπολύαμε, τροφοδοτούσαν και ανατροφοδοτούνταν από έναν αυτοσχέδιο ανθρωπογενή πυρηνικό αντιδραστήρα.

Η αλήθεια είναι ότι ήμασταν τυχεροί που ζήσαμε σ’ αυτή την εποχή και συμμετείχαμε ενεργά σ’ αυτό το κίνημα δημιουργίας, το οποίο ήταν ανεξάρτητο από τους πολιτικούς φορείς, και από τις εταιρίες δίσκων που το ακολούθησαν και, εν τέλει, το αξιοποίησαν χωρίς να το ελέγξουν και καθοδηγήσουν. Ευτυχώς, οι μεγάλες δισκογραφικές ήταν προσδεμένες στις φίρμες και τα στελέχη τους δεν ένιωσαν ποτέ σαν «δικό» τους αυτό το κίνημα. Σε κάθε περίπτωση, η όποια επιρροή τους ήταν ανύπαρκτη στην κρίσιμη φάση της διαμόρφωσής του.

Κατά κανόνα, οι φίλοι και συνεργάτες πρότειναν τα θέματα που ήθελαν να γράψουν στο περιοδικό. Συλλογικά, με ατελείωτες συζητήσεις, καθορίζονταν τα αφιερώματα, οι κεντρικές συνεντεύξεις και τα εξώφυλλα. Δεν είχαμε καν γραφεία στην αρχή. Το υλικό μαζευόταν στο σπίτι μου, στην οδό Φυλής και η σελιδοποίηση, το κόψε-ράψε-κόλλα, σε ένα μεγάλο δρύινο τραπέζι από την Κωνσταντινούπολη. Οι συναντήσεις μας γίνονταν παντού. Είχαμε ένα κοινό βίο ενδιαφερόντων, με μια πυρηνική ομάδα και αμέτρητα παρακλάδια. Η τελευταία συνεδρίαση που πάρθηκε η οριστική απόφαση για την έκδοση του περιοδικού πραγματοποιήθηκε στο σπίτι του Σαββόπουλου. Η πρώτη και τελευταία φορά που έγινε συνάντηση Άκη-Διονύση. Ο Διονύσης είχε προτείνει να ονομάσουμε το περιοδικό «Κανονάκι», αλλά επικράτησε η άποψη για το «ντέφι». Σημειωτέον ότι η εξεύρεση του τίτλου μάς είχε βασανίσει για πολύ καιρό. Είχαμε εξετάσει δεκάδες προτάσεις μέχρι να ακούσουμε ένα βράδυ σε μια ταβέρνα, να πέφτει σαν πρόταση το «ντέφι». Κι αυτό μας κάθισε. Ο Αρβανίτης σχεδίασε το λογότυπο και το lay out, επέλεξε σαν σήμα την κοπέλα με το ντέφι και διάλεξε τη γραμματοσειρά που θα χρησιμοποιούσαμε εφεξής.

Σε καθημερινή βάση λειτουργούσε το άτυπο και ευέλικτο «πολιτικό γραφείο» (Ελληνιάδης, Κοντογιάννης, Φαληρέας). Η πρώτη έκδοση υποστηρίχθηκε οικονομικά από τον εξαίρετο συνοδοιπόρο μας Γιάννη Διαμαντόπουλο και από τις λίγες οικονομίες μου, ενώ, στη συνέχεια, από τις εντυπωσιακές πωλήσεις, τις λίγες διαφημιστικές καταχωρήσεις και τα έσοδα από τις συναυλίες στο Λυκαβηττό. Και βγάζαμε τεύχος –χούι κι αυτό!- όποτε μαζεύαμε την ύλη, ατάκτως.

 

Νέα ελληνικότητα

Βασικά στοιχεία του εγχειρήματος ήταν η αναζήτηση, στήριξη και εξέλιξη μιας ελληνικότητας σύγχρονης και λαϊκής, χωρίς παρωπίδες, διακρίσεις και εθνικιστικές μουντζούρες. Γενικά στον πολιτισμό και ειδικά στην ελληνική μουσική που αντλεί από την ανεξάντλητη πηγή της παράδοσης, δοκιμάζοντας συνεχώς νέους δρόμους, μονοπάτια και λεωφόρους. Μια μουσική που είναι ανοιχτή στις επιρροές πανταχόθεν, χωρίς, όμως, να θυσιάζει τα συστατικά της γνωρίσματα για χάρη της μόδας και του νεωτερισμού. Μια μουσική που είναι αυτόνομη, αλλά και μέρος ενός πιο σύνθετου πολιτισμού. Παραδοσιακή και κοσμοπολίτικη. Τοπική και διεθνής. Χωρίς ψευτοδιλήμματα. Και χορευτική!

Δεν τα ξέραμε όλα. Ήμασταν, όμως, δεκτικοί και αλληλοσυμπληρωνόμασταν με την πεποίθηση ότι οι κουλτούρες δεν είναι ανταγωνιστικές, αλλά ψηφίδες ενός πελώριου μωσαϊκού που εκτείνεται πολύ πέρα από τα σύνορά μας.

Ο Γιώργος Παπαδάκης έγραφε για την αρχαία ελληνική μουσική και τον κλαρινίστα Γιώργο Μάγκα και τον τραγουδιστή Χρόνη Αηδονίδη, ο Γιώργος Κοντογιάννης για τον ρεμπέτη Γιάννη Κυριαζή και το τραγούδι της Ομόνοιας, ο Μανώλης Ρασούλης για τον Μάνο Λοΐζο, ο Γιώργης Έξαρχος για τους Κουτσόβλαχους και τους Αρβανίτες, ο Νίκος Σαββάτης για τον Νικ Γκραβενίτη και τους μαύρους μουσικούς, ο Θοδωρής Μανίκας, ο Άκης Λαδικός, ο Δημήτρης Δημητράκας και ο Μάκης Μηλάτος για το ελληνικό ροκ, ο Πάνος Γεραμάνης και ο Μανώλης Ρασούλης για τον Στέλιο Καζαντζίδη, ο Χρήστος Βακαλόπουλος για το ελληνικό σινεμά, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος για τον ποιητή Δημήτρη Χριστοδούλου, ο Πάνος Ηλιόπουλος για τον Παύλο Σιδηρόπουλο, ο Παναγιώτης Κουνάδης για τον Απόστολο Καλδάρα, ο Νίκος Παπαδάκης για τον Δημήτρη Λάγιο, η Στέμη Σκουρλέτου για τον συνθέτη Τάκη Σούκα, ο Γιώργος Κουτσονάσιος για τους Φατμέ, ο Κώστας Λιβιεράτος και ο Γιάννης Χατζηγώγας για τον Σαββόπουλο, ο Σπύρος Παπαϊωάννου για τον Μπάτη, ο Στέλιος Κούλογλου για τους πολιτικούς πρόσφυγες στο Λαύριο, ο Γιάννης Μπασίπαγλης για το κίνημα εκδιδομένων γυναικών, ο Γιάννης Πετρίδης, η Σοφία Μιχαλίτση και ο Νότης Μαυρουδής για το ραδιόφωνο, ο Θοδωρής Γκόνης και ο Σωτήρης Κακίσης για το ποδόσφαιρο… Γράφαμε για τον αμανέ, για τους δημοτικούς μουσικούς Βασίλη Σούκα, Θόδωρο Αγαπητό και Κώστα Πίτσο, αλλά και για τις ταινίες «Απέναντι» του Γιώργου Πανουσόπουλου, «Ρεβάνς» του Νίκου Βεργίτση, «Μπαλαμός» του Σταύρου Τορνέ, «Ξαφνικός έρωτας» του Γιώργου Τσεμπερόπουλου και το βιβλίο «Διόδια» του Βαγγέλη Ραπτόπουλου, που ξεχώριζαν στο νέο ελληνικό σινεμά και τη λογοτεχνία. Γράφαμε ό,τι μας συγκινούσε.

Δημοσιεύσαμε πρωτότυπα κείμενα του ζωγράφου Ράλλη Κοψίδη λογοτεχνικά, του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου για το ρεμπέτικο της Θεσσαλονίκης, του συγγραφέα Τάκη Σιμώτα για το τραγούδι, του ιστορικού Μιχάλη Χαραλαμπίδη για τους Έλληνες του Πόντου, του συνθέτη Κώστα Καπλάνη για τη Μαρίκα Νίνου, του συγγραφέα θεολόγου Ι.Μ. Χατζηφώτη για τη βυζαντινή μουσική, του Γιώργου Κοντογιάννη για τον ταγματάρχη του ΕΛΑΣ και δημοτικό τραγουδιστή Νίκο Στρογγυλάκο, αλλά και αναδημοσιεύσεις της Έλλης Παπαδημητρίου και του Φώτη Κόντογλου.

Είναι αδύνατο να αναφέρω εκατοντάδες φίλους που συνεισφέρανε στην έκδοση του περιοδικού, μεταξύ των οποίων οι Κώστας Βίρβος, Νίκος Παπάζογλου, Αντώνης Καφετζόπουλος, Αχιλλέας Θεοφίλου, Δήμητρα Γαλάνη, Νίκος Πορτοκάλογλου, Γιάννης Πάριος, Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας, Δημήτρης Λέκκας, Γιώργος Σιδερής, Στέλιος Βαμβακάρης, Παύλος Καλατζόπουλος, Ζορζ Πιλαλί…

Σύνδεσμός μας με τη Θεσσαλονίκη ήταν ο Νίκος Θεοδωράκης, γενικών καθηκόντων ο Πάνος Δημάκης, παντός καιρού ο Σωτήρης Νικολακόπουλος, εφεδρικές δυνάμεις οι Βάσω Διαμαντοπούλου, Μίτση Βρασιβανοπούλου και Γιάννης Ρήγας και πανταχού παρούσα η μελλοντική βιογράφος του Ζαμπέτα Ιωάννα Κλειάσιου που σήκωσε μεγάλο βάρος πέρα από την επιμέλεια της Δισκογραφίας. Επίσης οι γραφίστες Στέργιος Δελιαλής, Ντόρα Ρίζου, Σταύρος Κούλας, Αντρέας Κιλιμάντζος και ο καρτουνίστας Ηλίας Ταμπακέας.

Για το εξώφυλλο του πρώτου τεύχους επιλέξαμε μια φωτογραφία από τη «Ζίτσα», ένα μικρό καφενείο στην Ομόνοια, που τα βράδια έπαιζαν σπουδαίοι Ηπειρώτες μουσικοί. Για το δεύτερο τεύχος, μια πειραγμένη φωτογραφία του Τσιτσάνη και για το τρίτο μια φωτογραφία του Γιώργου Κόρου, μεγάλου δεξιοτέχνη του βιολιού και συνθέτη πολλών λαϊκοδημοτικών επιτυχιών. Στο τέταρτο, είχαμε φωτογραφίες των Μουσικών ταξιαρχιών και της Γλυκερίας. Στο πέμπτο, τον Στέλιο Καζαντζίδη με ένα αφιέρωμα πολλών σελίδων. Στο έκτο, ένα εικαστικό κολάζ του Αλέξη Κυριτσόπουλου με αναφορά στον Σαββόπουλο. Στο έβδομο, το δημοτικό συγκρότημα του κλαρινίστα Γιάννη Βασιλόπουλου από πανηγύρι στην Αιτωλοακαρνανία. Στο όγδοο, τον σπουδαίο συνθέτη Γιώργο Μητσάκη με μια μεγάλη συνέντευξή του. Στο ένατο, τον μουσικοσυνθέτη Νίκο Ξυδάκη κ.ο.κ.

Τελικά, από ένα μικρό εργαστήρι εξελισσόμασταν σε έναν πολυχώρο ιδεών και προσώπων!

Δείτε εδώ το Μέρος Β΄

Στέλιος Ελληνιάδης

 

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!