Η τέχνη, δεν έχει λόγο ύπαρξης παρά μόνο όταν συνδέεται με την πραγματικότητα… Έτσι, τουλάχιστον, διατείνεται η νεοσύστατη Ομάδα των αποφασισμένων καλλιτεχνών η οποία, την περασμένη εβδομάδα, «έστησε» το δικό της μνημείο του Μνημονίου στην Πλατεία Συντάγματος.

Η δράση της συγκεκριμένης ομάδας, μπορεί να πραγματοποιήθηκε στην «εκπνοή» της δυναμικής της πλατείας, ας μη βιαστούμε όμως να τη χαρακτηρίσουμε άκαιρη, όπως ας μη βιαστούμε να μιλήσουμε και για πεθαμένη… πλατεία. Τίποτε δεν είναι ευθύγραμμο – ούτε στην τέχνη ούτε στη ζωή. Ο καιρός θα δείξει. Περιμένοντας, ας αφουγκραστούμε τη συλλογική κραυγή των «γύψινων προσωπείων» που ακούσαμε στο Σύνταγμα και την αιτιολόγησή της από κάποιους «ανωνύμους» μασκοφόρους που πρωταγωνίστησαν στο δρώμενο…

«Οι άνθρωποι της τέχνης πρέπει να μιλούν ακόμα κι όταν οι άλλοι σιωπούν», γράφατε σ’ ένα φέιγ βολάν, προαναγγέλλοντας το δρώμενο «μνημείο του Μνημονίου» που πραγματοποιήσατε στο Σύνταγμα…
Η αλήθεια είναι ότι οι καλλιτέχνες μάλλον μουδιασμένα αντέδρασαν, αφού δεν κατάφεραν να συντονιστούν επαρκώς με τον κόσμο και την αγανάκτησή του… Ισχύει κάτι τέτοιο κι αν «ναι», πώς το εξηγείτε;
Μαργαρίτα Β.: Η αλήθεια είναι ότι με την κατάρρευση των ιδεολογιών η οποιαδήποτε σχέση της τέχνης με την κοινωνία μέσω πολιτικής θεωρήθηκε ντεμοντέ. Αυτό συνέβη, ενδεχομένως, γιατί μπερδέψαμε το πολιτικό με το στρατευμένο. Όμως, ας πάρουμε τα πράγματα απ’ την αρχή. Από τον 20ό αιώνα ο οποίος σφραγίστηκε με σημαντικότατα κινήματα τα οποία επιχειρούσαν την ανατροπή της αστικής τάξης, περάσαμε σε καταναλώσιμες μορφές τέχνης, πολιτικές μεν, αφού κάθε μορφή καλλιτεχνικής έκφρασης είναι πράξη πολιτική, ανάλατες δε αφού θεσμοθετήθηκαν από την εξουσία μέσα από μοντέλα αγοράς, μαζικές κουλτούρες, κυκλώματα κ.λπ., κ.λπ.
Με την ανοχή επομένως αλλά και με την απροσεξία καλλιτεχνών και κοινωνίας, αποδυναμώσαμε το χαρακτήρα κάθε συλλογικότητας, χάσαμε την ύπαρξη κοινωνικών οραμάτων χωρίς να μπορούμε να παρέμβουμε στα σύγχρονα προβλήματα.
Τώρα που φτάσαμε, επιτέλους, στο σημείο όπου το πλήθος αποτελεί κοινωνική δύναμη με σώμα και ψυχή, η τέχνη αλλά και γενικότερα ο πνευματικός κόσμος-ο αστικοποιημένος τελείως αφού εξαρτήθηκε από την εξουσία-, επιβάλλεται να αναστοχαστεί και να καλύψει αυτό το τεράστιο κενό που δημιούργησε.
Μπορεί ο καπιταλισμός να καταδίκασε την τέχνη σε είδος καταναλώσιμο κι εμείς να περιμένουμε από τους ανθρώπους του πνεύματος να μας περιγράψουν την κηδεία του Παλαμά ή να μας αναλύσουν τους στίχους του Σολωμού και του Σεφέρη, όμως ο καιρός της παύσης της σιωπής έχει έλθει!

Θεωρείτε ότι ο παλμός της τέχνης, είναι ενεργός, ότι συγκινεί, συνεγείρει και εμπνέει την κοινή γνώμη ή μιλάμε για μια συμβατική σχέση πλέον;
Άννα Μαρία Γ.: Το αν υπάρχει ο παλμός της τέχνης, εξαρτάται άμεσα από τους αποδέκτες του. Ως συγκεκριμένη έννοια ο παλμός της μουσικής τέχνης υπάρχει ως αίσθηση (ακοή, αφή, όραση) για όλους, αφού αν δεν υπάρχει παλμός, δεν υπάρχει ήχος. Αντίθετα, ως αφηρημένη έννοια, υπάρχει μόνο για όσους τον διαισθάνονται. Η τέχνη σε κάθε της μορφή και έκφραση «εκπέμπει» παλμό και μήκος κύματος. Δημιουργείται και διέπεται από ενέργεια, ενώ έχει μια δυναμική (χρώμα, σχήμα, αίσθηση) ανάλογα με το μήνυμα που εκφράζει. Καθοριστικά επιδρά σε αυτήν ο κόσμος του καλλιτέχνη, ως αισθητική. Δεν μπορεί να υπάρξει τέχνη χωρίς καλλιτέχνες, οι οποίοι όμως δεν προέκυψαν ξαφνικά. Παρακινήθηκαν από τη μόνιμη ανάγκη του ανθρώπου να εκφράζεται μέσω της τέχνης ήδη από την εποχή των σπηλαίων, αν όχι νωρίτερα. Κάθε καλλιτέχνης/καλλιτέχνημα βρίσκει θεατές/ακροατές/αποδέκτες, ακριβώς επειδή ο άνθρωπος έχει ανέκαθεν την ανάγκη του καλαίσθητου, του ωραίου, του ιδανικού δημιουργήματος, ίσως σε μικρότερο βαθμό σήμερα -συγκρίνοντας πλουμιστά καλλιτεχνήματα μιας περασμένης (παραδοσιακής)
κοινωνίας με τις σημερινές αφαιρετικές (αστικές) κοινωνικές τάσεις γενικότερα. Τελικά, για να το εκφράσω με τα λόγια του Βίκτωρα Ουγκό:
«Η ανθρώπινη ψυχή έχει μεγαλύτερη
ανάγκη από το ιδανικό, παρά από το πραγματικό.
Με το πραγματικό ζεις, με το ιδανικό υπάρχεις.
Λοιπόν, θέλετε να λογαριάσουμε τη διαφορά;
Τα ζώα ζουν, οι άνθρωποι υπάρχουν».
Θα συμφωνήσω, διότι ο παλμός της τέχνης υπάρχει, αγγίζει και συγκινεί, ανθρώπους που επίσης υπάρχουν. Θα σβήσει μόνο αν οι άνθρωποι αρχίσουν απλά να ζουν…

Μαργαρίτα Β. – Γιάννης Σ.:
Εάν θέλουμε να είμαστε απολύτως ειλικρινείς, τότε θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι ως ένα βαθμό η τέχνη λειτουργεί και συμβατικά. Θα ήταν λάθος να το αρνηθούμε δεδομένου του άκρατου ατομικισμού που εύστοχα καλλιέργησε το καπιταλιστικό σύστημα προκειμένου να εδραιωθεί. Ένας ατομικισμός -που πήρε φιλοσοφικές διαστάσεις στο πλαίσιο του νεοφιλελευθερισμού- ο οποίος μελετημένα μεταφέρθηκε και στην τέχνη. Ατομισμός που σε σχέση με τους νόμους της αγοράς (προσφορά-ζήτηση), αλλά και τον έλεγχο των κομματικών μηχανισμών (οι οποίοι την απαξίωσαν φυσικά τελείως) δεν συμβιβάστηκε απλώς, αλλά κατά ένα μεγάλο βαθμό την κατάντησε παθητική, αστική και ευνουχισμένη (ίσως το εμπορικό κομμάτι της).
Λέμε όμως «ως ένα βαθμό», γιατί είναι άδικο να θεωρούμε ότι ένα έστω και μικρό -αν θέλετε- κομμάτι της τέχνης, σταμάτησε να πάλλεται, σταμάτησε να συγκινεί και να εμπνέει τους ανθρώπους. Μην ξεχνάτε ότι η φύση της τέχνης δεν μπορεί παρά να είναι ανθρωπιστική.
Η ίδια είναι μία ανάγκη. Μήπως νομίζετε ότι η αγωνία των συνειδητοποιημένων καλλιτεχνών, που ζουν φυσικά και αυτοί σε έναν κόσμο όπου ταύτισε τη συνείδηση των ανθρώπων με την οικονομία, έπαψε να λειτουργεί επαναστατικά; με την έννοια ακόμα και της αντίστασης απέναντι σε μοτίβα καταναλωτικά. Και όταν λέμε επαναστατικά το εννοούμε! Και το εννοούμε ακόμα και με την ερμηνεία που της έδωσε ο Heiner Huller αυτήν της προσμονής για έναν άλλο κόσμο. Αυτό δεν είναι καθόλου συμβατικό. Αντίθετα, είναι αυτό που ο Πλάτωνας φοβόταν στους καλλιτέχνες. Τις συνέπειες, δηλαδή ,της δημιουργικής φαντασίας.
Όλα αυτά τα χρόνια η τέχνη ασκεί κριτική, αμφισβητεί, αντιλέγει, καταγγέλλει, διεγείρει συνειδήσεις, θέτει άπειρα ερωτήματα καθημερινά. Αυτό είναι συμβατικό;
Και όλη αυτή η δουλειά που με αυτή τη λογική στωικά έχει γίνει, δεν έσπρωξε τον κόσμο όχι απλά να βγει αγανακτισμένος στους δρόμους αλλά να θέλει να μιλήσει γι’ αυτά που αισθάνεται; Αν αυτό δεν το αναγνωρίσουμε τότε σαφώς και θα ζητάμε ο παλμός της τέχνης να έχει μια συγκεκριμένη φόρμα και μορφή.

Πείτε μας κάτι παραπάνω για τη δράση «Μνημείο και Μνημόνιο» για τη νεοσύστατη «Ομάδα αποφασισμένων καλλιτεχνών» και τις στοχεύσεις της (αν και όποιες υπάρχουν).
Kορίνα Π.: Η τέχνη, έτσι όπως εγώ τη θεωρώ, δεν έχει λόγο ύπαρξης παρά μόνο αν συνδέεται με την πραγματικότητα. Γι’ αυτό το λόγο η Δράση που συλλογικά οργανώσαμε στην πλατεία εκφράζει το δικαίωμά μας να καταγγέλλουμε ό,τι μας αποξενώνει από τον ίδιο μας τον εαυτό όπως και από το δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση και την αξιοπρεπή ζωή. Μέσω των γύψινων προσωπείων εκφράζεται ο φόβος για τον πολιτικό αμοραλισμό από όπου και αν προέρχεται και ο φόβος για αυτό που καταλαβαίνουμε πως «εσώθη» από την καταστροφή… και δεν εννοώ, φυσικά, την πατρίδα. Ένας φόβος, όμως, που δεν σκοπεύει να μείνει στο επίπεδο του φόβου αλλά να γίνει απόφαση και πράξη. Επίσης, «Μνημονεύοντας» με «155 Προσωπεία… από γύψο» δεν σημαίνει ότι παραβλέπουμε την ευθύνη και των υπολοίπων 145 -εξίσου «συντεταγμένων προσωπείων»- προς κατευθυνόμενες αποφάσεις. Απλά, σε αυτή τη Δράση δεν τα συμπεριλάβαμε.

Γιάννης Σ.:
Το Δρώμενο της πλατείας μπορεί να επιδέχεται πολλές ερμηνείες, σε καμία όμως περίπτωση δεν θέλαμε να κρύψουμε τα πρόσωπά μας, όπως έκαναν κάποτε οι δοσίλογοι, ή οι σημερινοί κουκουλοφόροι που συχνά βλέπουμε παρέα με τα ΜΑΤ. Τα 155 ανέκφραστα προσωπεία στρέφονταν εναντίον στις πράξεις των βουλευτών παρωδώντας την ίδια τους την ενέργεια. Δείτε το «Μνημείο για το Μνημόνιο» σαν μια παρωδία. Η ομάδα είναι στα σπάργανά της. Ξέρουμε όλοι πόσο δύσκολη είναι η ομαδική συνεργασία, αφού στην εποχή του ατομικισμού η συλλογικότητα πάει να εκλείψει.
Έχουμε όμως σκοπό να συνεχίσουμε, αφού αυτά που μας ενώνουν είναι περισσότερα. Άλλωστε, ως καλλιτέχνες πιστεύουμε πως δεν είμαστε ξέχωρο κομμάτι της κοινωνίας και των προβλημάτων της. Κι ας γνωρίζουμε πως κανένας «στίχος δεν γκρέμισε καθεστώτα», που λέει ο ποιητής.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!