Του Ρόμπερτ Φισκ *.

Βρέθηκα το Νοέμβριο στο ετήσιο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ του Μανχάιμ και με συνάρπασε το Armadillo, ένα ντοκιμαντέρ για μια δανέζικη νατοϊκή μονάδα στο Αφγανιστάν, όπου πραγματικές σφαίρες περνούν σφυρίζοντας δίπλα σ’ έναν από τους πιο γενναίους διευθυντές φωτογραφίας στον κόσμο, πραγματικοί στρατιώτες πέφτουν τραυματισμένοι – ένας απ’ αυτούς με τη χλομάδα του θανάτου στο πρόσωπό του.

Αυτός επιζεί, άλλοι όχι. Αφού έχουν κάνει έφοδο σε μια θέση των Ταλιμπάν, οι Δανοί βρίσκουν τελικά τρεις Αφγανούς μαχητές, ζωντανούς ακόμη. Πυρά κροταλίζουν. Οι Αφγανοί πεθαίνουν. «Τους εξοντώσαμε με όσο το δυνατόν πιο ανθρώπινο τρόπο», λέει ένας Δανός και η φράση του  καταγράφεται στο soundtrack. Έχω μείνει άναυδος. Οι λέξεις «εγκλήματα πολέμου» μου έρχονται στο μυαλό. Μετά, βγαίνω παραπαίοντας μέσα στο παγωμένο απόγευμα για να επιστρέψω στο ξενοδοχείο μου. Περνώ πίσω από το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης. Σχισμές από τα βλήματα σράπνελ στους τοίχους με την κόκκινη πέτρα, βαθιά τραύματα στην τούβλινη τοιχοδομή του διπλανού σχολείου, μια χαρακιά στην κάσα του παράθυρου του υπογείου. Ήταν, άραγε, από την πρώτη βρετανική επιδρομή του 1940 ή από την προσπάθεια ισοπέδωσης της πόλης στις 16 Απριλίου 1943  ή από τις αμερικανικές επιδρομές του 1944;  Εδώ σκοτώθηκαν  1.700 Γερμανοί, το 0, 6% των κατοίκων, οι άλλοι σώθηκαν στα υπόγεια καταφύγια. Εγκλήματα πολέμου;
Βρίσκω ένα μικρό βιβλιοπωλείο σε έναν έρημο και παγωμένο δρόμο  και ζητώ μια ιστορία του Μανχάιμ, της περιόδου του πολέμου. Το αίτημά μου αντιμετωπίζεται ασυγκίνητα από έναν καμπουριασμένο μεσήλικα που μου φέρνει δύο καλαίσθητους τόμους  -«τους τελευταίους», λέει- τους οποίους αγοράζω αμέσως: Και οι δύο έχουν φωτογραφίες και ντοκουμέντα από τα αρχεία της πόλης και του κράτους. Ανοίγω τυχαία το δεύτερο βιβλίο και βλέπω μια νοσοκόμα να σκύβει πάνω από ένα καρβουνιασμένο πτώμα. Τρεις γυναίκες φορώντας τα παλτά τους σε ανακλιμένη στάση, οι δύο μεγαλύτερης ηλικίας, η μια νεότερη με ψηλά ζυγωματικά και μάτια κλειστά. Στη διπλανή σελίδα υπάρχουν αγγελτήρια θανάτου στη Neue Mannheimer Zeitung -όπως όλες οι εφημερίδες στη Γερμανία ελεγχόταν από το Ναζιστικό Κόμμα- δημοσιευμένα λίγες ημέρες μετά την επιδρομή. Ο Χάιντς Λάουμπενσταϊν ήταν 5 ετών όταν σκοτώθηκε, η αδελφή του Ρουθ 17, ο πατέρας και η μητέρα τους, Χανς και Μπίνχεν, ήταν 36 και 35 ετών. Η Κατερίνα Βίτβε ήταν 68, η Μπέρτα Βέρλε 29. Η Άννα Σίντλερ ήταν 56, ο άντρας της Άντον οχτώ χρόνια μεγαλύτερος. Ένα θύμα του βομβαρδισμού του 1944, μια κάτισχνη γυναίκα -το πρόσωπό της σαν κρανίο-  που κοιτά  με άγριο βλέμμα, δέχεται βοήθεια από έναν εργαζόμενο της πολιτικής άμυνας και ένας άντρας, κρατώντας σφικτά ένα ρακένδυτο παιδί στέκεται μέσα στα ερείπια. Στους Ναζί άρεσε να δίνουν έμφαση στα βάσανα των πολιτών τους και να καμαρώνουν για τα βάσανα των εχθρών τους. Μια ερασιτεχνική φωτογραφία δείχνει δύο αιχμάλωτους πιλότους των Συμμάχων -κρύβουν τα πρόσωπά τους από την φωτογραφική μηχανή- να σέρνονται από δυο σχολιαρόπαιδα πάνω σε ποδήλατα που χαμογελούν αυτάρεσκα. Ξεφυλλίζω το βιβλίο, αναζητώντας τα πρόσωπα του Μανχάιμ στην περίοδο του πολέμου. Προσπαθώ να μαντέψω  αν είναι μέλη του Ναζιστικού Κόμματος ή όχι, πριν διαβάσω τις λεζάντες  και –ω, του θαύματος- πέφτω μέσα. Τα ικανοποιημένα, παχιά, σκοτεινά  -ναι, απειλητικά- πρόσωπα αποδεικνύεται ότι είναι Ναζί. Τα πιο ευγενικά, πιο έξυπνα πρόσωπα είναι πάντα εκείνα των παλιών σοσιαλδημοκρατών, των Εβραίων και των κομμουνιστών. Όμως,  κάνω ένα λάθος. Υπάρχει μια φωτογραφία ενός μικρού μαθητή της δεκαετίας του 1920, του Γκούσταφ Άντολφ Σιλ, πάνω σε ποδήλατο επίσης, ένα ευχάριστο αλλά αγέλαστο πρόσωπο, αρκετά αθώο, ο μικρός είναι ντυμένος με σταυρωτό σακάκι. Γυρίζω σελίδα. Είκοσι  χρόνια αργότερα, αυτό που βλέπω μπροστά μου είναι μια τραμπούκικη φυσιογνωμία ενός άντρα με στολή, αετό και νεκροκεφαλή στο καπέλο, ψηλές δερμάτινες μπότες. Ο ευχάριστος νεαρός Γκούσταφ έχει γίνει αξιωματικός των SS στο Άλπενλαντ.
Διαβάζοντας τα βιβλία, ώρα με την ώρα, δημιουργείται μια παράξενη κατάσταση. Να, ο Χίτλερ που φτάνει στο μικρό αεροδρόμιο του Μανχάιμ από το οποίο πέρασα με το τραμ εχθές. Να, ο Γκέμπελς στην όπερα, δίπλα στη δεξαμενή όπου πίνω κάθε πρωί καφέ. Να, η ίδια δεξαμενή τυλιγμένη με μια τεράστια σβάστικα. Και  η φωτογραφία ενός Εβραίου επιχειρηματία απέναντι σ’ έναν διοπτροφόρο Ναζί αξιωματικό, οικογενειακές φωτογραφίες καταδικασμένων Εβραίων να κάθονται γύρω από το τραπέζι, πολλές σκισμένες και κομματιασμένες. Τα ιστορικά βιβλία του Μανχάιμ δεν αφήνουν τίποτε απέξω. Υπάρχει ένα ολόκληρο κεφάλαιο για το Ολοκαύτωμα.
Στο Μανχάιμ υπήρξε και κάποιο είδος νηπιακής αντίστασης. Μια φωτογραφία της Γκεστάπο δείχνει τον πλακόστρωτο τοίχο  τουαλέτας πάνω στον οποίο κάποιος είχε γράψει στα βιαστικά με τσιρότο τις λέξεις : «Hitler Shuft» – «Ο Χίτλερ είναι γκάγκστερ». Και υπάρχει ένα πολύ συγκινητικό γράμμα από κάποιον κομμουνιστή του Μανχάιμ που οι απλοϊκές αντιναζιστικές, πολυγραφημένες προκηρύξεις του τον οδήγησαν στη θανατική καταδίκη. Στον 36χρονο Γιάκομπ Φάουλχαμπερ επιτράπηκε να γράψει ένα τελευταίο γράμμα  προς τη γυναίκα του Έμα, αμετάφραστο στα αγγλικά. Το είχε στείλει στο σπίτι τους, οδός Χούμπεν 34 στις 14 Σεπτεμβρίου  1942: Γράφει: «Αγαπημένοι μου, η απόφαση έχει ληφθεί πια και ό,τι προσπαθήσαμε να κάνουμε έχει αποτύχει. Η έφεσή απορρίφθηκε, οι ελπίδες μας  τελείωσαν.  
Όταν σκέφτομαι την περασμένη ζωή μου, λέω πως ήταν πολύ σύντομη, άξιζε όμως  που είχα μια τέτοια ζωή. Εσείς ξέρετε ότι πάντα ζούσα για τα ιδανικά μου και νιώθω αρκετά δυνατός ώστε να πεθάνω γι’ αυτά…» Ο Γιάκομπ Φάουλχαμπερ απαγχονίστηκε την επόμενη ημέρα στην Στουτγάρδη.
Υπήρχαν άλλοι κάτοικοι του Μανχάιμ «σαν εμάς», αξιοπρεπείς άντρες και γυναίκες  που ρίσκαραν τη ζωή τους για την ελευθερία  και οι οποίοι αντιδρούσαν στους καθημερινούς βομβαρδισμούς όπως οι Λονδρέζοι στα 1940-41 που έγραφαν στα μαγαζιά τους «οι εργασίες συνεχίζονται κανονικά»; Βλέπω  μια φωτογραφία: μάζες  ερειπίων και μια πινακίδα που γράφει: «…και παρ’ όλα αυτά το Μανχάιμ είναι ακόμη μια ζωντανή πόλη».  
Ήταν, όμως, μια πινακίδα που την είχαν τοποθετήσει εκεί οι Ναζί. Ο λαός -μπορεί κανείς να δει τους ανθρώπους να περπατούν πηγαίνοντας στη δουλειά ανάμεσα σε τσακισμένα σπίτια- δεν αναρτούσε πινακίδες. Πολλοί έγραφαν τα ονόματα και τις διευθύνσεις τους στα ερειπωμένα σπίτια τους, έτσι ώστε όταν γύριζαν -αν γύριζαν- οι σύζυγοι, οι αδελφοί, οι εραστές τους να έβρισκαν τις οικογένειές τους.  Μερικοί απ’ αυτούς  ήταν εγκληματίες πολέμου, αποδεκάτισαν  σκόπιμα ολόκληρους λαούς. Θανάτωσαν επίσης τραυματισμένους στρατιώτες, όπως κάναμε εμείς στη Νορμανδία.
Και στο Αφγανιστάν. Και γνωρίζαμε, βεβαίως, ότι θα δολοφονούσαμε έναν Χάιντς, μια Ρουθ, μια Μπέρτα και μια Άννα όταν καταστρέφαμε τα εργοστάσια της πόλης. Εγκλήματα πολέμου; Βεβαίως, όλοι μπορούμε να προβαίνουμε σε ηθικές κρίσεις. Εξόντωση με τον πιο ανθρώπινο τρόπο… Οι Ταλιμπάν δεν είναι τόσο κακοί όσο οι Ναζί. Αλλά είναι πολύ χειρότεροι από τους Δανούς. Δεν είναι αυτό σωστό; Τι αξίζει, λοιπόν,  αυτή η ζωή;

*Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Independent την 1/1/2011

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!