Ανθολόγος ο Λουκάς Αξελός

 

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ (1911-1996)

Ψηλά μ’ έναν πυρσό από στάχυα

Ψηλά μ’ έναν πυρσό από στάχυα ή λεβεντιά
Προχωρεί μέσ’ στα κύματα και τραγουδάει:

Ω παιδιά που με νιώθετε — πατριωτάκια του ήλιου
Με βέργες και παράξενα πουλιά στα χέρια
Με χλοερές καρδιές και μάτια καθαρά
Που ακούτε από τις παραλίες την ανατολή να βουίζει
Ζεσταίνοντας στην αγκαλιά σας ένα φως απέραντο
Από την άκρη τ’ ουρανού ως το βάθος της καρδιάς
Με πείσμα πορφυρό — πατριωτάκια του ήλιου
Πού λέτε: ο μόνος δρόμος είναι η ανατολή!

Της εληάς και της συκιάς και του κυπαρισσιού
Των αμπελιών των ξεροπόταμων και των μεγάλων τρούλλων
Η γη ακουμπάει από τη μια μεριά στην όχθη των ονείρων σας
Ακούστε με, είμαι από τους δικούς σας, δώστε μου ένα χέρι
Που ν’ αγαπάει με μιας να κόβει τα ολόκληρα όνειρα
Να κολυμπάει ελεύθερα στα νιάτα των νεφών.

Η γη μιλάει κι ακούγεται απ’ το ρίγος των ματιών.

Με τι πέτρες, τι αίμα και τι σίδερο

Με τι πέτρες τι αίμα τι σίδερο
Και τι φωτιά είμαστε καμωμένοι
Ενώ φαινόμαστε από σκέτο σύννεφο
Και μας λιθοβολούν και μας φωνάζουν
Αεροβάτες
Το πώς περνούμε τις μέρες και τις νύχτες μας
Ένας Θεός το ξέρει.

Φίλε μου όταν ανάβ’ η νύχτα την ηλεχτρική σου οδύνη
Βλέπω το δέντρο της καρδίας που απλώνεται
Τα χέρια σου ανοιχτά κάτω από μιαν Ιδέα ολόλευκη
Που όλο παρακαλείς
Κι όλο δεν κατεβαίνει
Χρόνια και χρόνια
Εκείνη εκεί ψηλά, εσύ εδώ πέρα

Κι όμως του πόθου τ’ όραμα ξυπνάει μια μέρα σάρκα
Κι εκεί όπου πριν δεν άστραφτε παρά γυμνή ερημιά
Τώρα γελάει μια πολιτεία ωραία καθώς τη θέλησες
Κοντεύεις να τη δεις, σε περιμένει
Δώσε το χέρι σου να πάμε πριν η Αυγή
Την περιλούσει με ιαχές θριάμβου

Δώσε το χέρι σου — πριν συναχτούν πουλιά
Στους ώμους των ανθρώπων και το κελαϊδήσουνε
Πώς επί τέλους φάνηκε νάρχεται από μακρυά
Η ποντοθώρητη παρθένα Ελπίδα!

Πάμε μαζί κι ας μας λιθοβολούν
Κι ας μας φωνάζουν αεροβάτες
Φίλε μου, όσοι δεν ένοιωσαν ποτέ με τι
Σίδερο με τι πέτρες τι αίμα τι φωτιά
Χτίζουμε ονειρευόμαστε και τραγουδούμε!

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!