Το ερώτημα του τίτλου θέτει ο Π. Κόκμπερν σε άρθρο του στο ηλεκτρονικό περιοδικό Counterpunch (9/4), αναφερόμενος στον μεροληπτικό, μνησίκακο και ψευδή σχολιασμό από τα βρετανικά ΜΜΕ της εκλογής του ανεξάρτητου Τζορτζ Γκαλογουέι στη βουλευτική έδρα του Δ. Μπράντφορντ, κατά τις επαναληπτικές εκλογές αυτής της περιφέρειας, την περασμένη εβδομάδα. Ο Γκαλογουέι συνέτριψε κυριολεκτικά τον υποψήφιο των Εργατικών, οι οποίοι είναι, υποτίθεται, αντιπολιτευόμενη δύναμη στον κυβερνητικό συνασπισμό Συντηρητικών-Φιλελευθέρων.

Το μένος των επιθέσεων, αναφέρει ο Αμερικανός αρθρογράφος, των Βρετανών σχολιαστών κατά του Γκαλογουέι και η παρουσίασή του ως ιδιοτελούς δημαγωγού αποτελεί απόδειξη της «κωματώδους κατάστασης της βρετανικής πολιτικής». Πολύ εύστοχη έκφραση όντως! Κωματώδης κατάσταση…
Δημοσιογράφοι έγραψαν χιλιάδες ανατριχιαστικές λέξεις για να αποδείξουν στους αναγνώστες ότι η εκλογή του Γκαλογουέι δεν ήταν κάτι το χαρακτηριστικό για τη βρετανική πολιτική ζωή και δεν έχει ευρύτερη σημασία για τη χώρα. Και αν είχε κάποια σημασία, αυτή ήταν δυσοίωνη, διότι φανερώνει το βάθεμα της φυλετικής διαίρεσης στη χώρα. Σημειωτέον, ο Γκαλογουέι κέρδισε την πλειοψηφία τόσο των μη μουσουλμάνων όσο και των μουσουλμάνων ψηφοφόρων. Παίζοντας με τα πιο συντηρητικά αντανακλαστικά, έκαναν ακριβώς αυτό για το οποίο κατηγορούσαν υποτίθεται τον Γκαλογουέι: Να βαθαίνουν τη ρατσιστική διαίρεση.
Οι συνεντεύξεις, άκρως προσβλητικές για τον Γκαλογουέι, οι αναλύσεις και τα σχόλια έλεγαν κάτι ακόμη για την πνευματική κατάσταση των εσώτερων κύκλων της βρετανικής πολιτικής τάξης, που δεν αφορά κυρίως το βουλευτή, αλλά την πλήρη περιφρόνηση για τα γεγονότα και για τη νοημοσύνη των ανθρώπων. Ελάχιστοι δημοσιογράφοι παρακολούθησαν την εκστρατεία του, ακόμη λιγότεροι μίλησαν με τους πολίτες του Μπράντφορντ, κατά συνέπεια ήταν αδύνατον να έχουν αντικειμενική κρίση (όσο γίνεται βεβαίως). Και επειδή οσονούπω έχουμε εκλογές και στην Ελλάδα, καλό είναι να είναι κανείς προετοιμασμένος και να απορρίπτει απριόρι αυτά που ακούει, βλέπει ή διαβάζει από τον κατεστημένο Τύπο, ξέροντας ότι ελάχιστη σχέση έχουν με την πραγματικότητα.
Μια ρήση, γράφει ο Κόκμπερν, λέει «Ο σχολιασμός είναι ελεύθερος και τα γεγονότα ακριβά», υπογραμμίζοντας την αυθαιρεσία των ΜΜΕ. Λέγε ό,τι θες (ή ό,τι σου λένε να πεις), ανεξαρτήτως των γεγονότων, πολύ περισσότερο που για το επιτόπιο ρεπορτάζ οι μιντιακές επιχειρήσεις πρέπει να πληρώσουν και κανέναν εργαζόμενο.
Έτσι, οι περισσότεροι σχολιαστές απλώς αναπαρήγαγαν μια κατασκευασμένη εικόνα για τον Γκαλογουέι. Τον παρουσίασαν σαν έναν δημαγωγό που εξάπτει τα παράλογα πολιτικά πάθη. Η αιτία εύλογη και θα μπορούσε κανείς να την διατυπώσει πολύ απλά: Τις περασμένες δύο δεκαετίες στο επίκεντρο της πολιτικής δραστηριότητας του εν λόγω βουλευτή βρέθηκε η εναντίωση σε τέσσερις βασικές πολιτικές που υποστήριζαν η αμερικανική και η βρετανική κυβέρνηση: Οι κυρώσεις κατά του Ιράκ από το 1990 έως το 2003 (σημειωτέον αυτές κόστισαν τη ζωή σε 500.000 παιδιά, σύμφωνα με τη Unisef), την αμερικανοβρετανική κατοχή του Ιράκ, τη στρατιωτική επέμβαση στο Αφγανιστάν (που έχουν κοστίσει τις ζωές εκατοντάδων χιλιάδων κατοίκων των χωρών αυτών και επίσης εκατοντάδων Βρετανών νέων) και τον αποκλεισμό της Γάζας (με επίσης πολλά θύματα).
Τα πράγματα είναι τόσο απλά για τα Μέσα που «ελέγχουν την εξουσία».

(Πηγή: Counterpunch)

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!