από τον Δημήτρη Ουλή

([email protected])

 

Μου αρέσει πολύ το τραγούδι του Φοίβου Δεληβοριά Ο μπάσταρδος γιος. Η μελωδία της εισαγωγής, παιγμένη σε αρμόνιο παλαιάς κοπής, απηχεί κάτι από το μελαγχολικό ιντερλούδιο του τραγουδιού Runaway του Del Shannon. Όσο για τους στίχους, είμαι πρόθυμος να τους υιοθετήσω ως ποιητικό έμβλημα της κατακαημένης γενιάς της μεταπολίτευσης –δηλαδή της γενιάς μου. Για να μην συνυπολογίσω το γεγονός ότι το τραγούδι με αγγίζει κατά τρόπο ιδιαίτερα προσωπικό: όχι βέβαια διότι υπήρξα πράγματι νόθος, αλλά γιατί αισθάνομαι νόθος από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Κι αυτό το κακό –να έχεις τη χάρη, αλλά να μην έχεις το όνομα– δεν καταπίνεται εύκολα.

Ερμηνευόμενος κυριολεκτικά, ο μπάσταρδος γιος μιλάει για μια πολιτισμική ασυνέχεια, μια γενεακή αποτυχία. Αποδειχτήκαμε τραγικά κατώτεροι των γονέων μας: το «άμμες δε γ’ εσόμεθα πολλώ κάρρονες» κατήντησε στα χείλη μας άνοστο ανέκδοτο, τα τάλαντά μας θάφτηκαν με συνοπτικές διαδικασίες, η σπορά του παρελθόντος απέδωσε πενιχρή σοδειά. Θα μείνουμε στην Ιστορία ως η γενιά που αποδόμησε και μηδένισε τα πάντα χωρίς να βάλει τίποτε στη θέση τους –η γενιά η οποία όχι μόνο ροκάνισε το οικονομικό και συμβολικό κεφάλαιο των προγόνων της, αλλά προτίθεται να καταφάει ακόμα και τους μισθούς των παιδιών της.

Κι ωστόσο, ερμηνευόμενος μεταφορικά, θα έλεγα ότι ο μπάσταρδος γιος μπορεί επίσης να διαβαστεί κατά τρόπο αντίστροφο: όχι ως τεκμήριο αποτυχίας και αυτομαστιγώματος, αλλά ως μια ρωμαλέα κραυγή διαμαρτυρίας απέναντι στις θεμελιώδεις φαντασιώσεις και τις μυθολογίες των γονέων μας, απέναντι σε όλες τις επινοημένες ταυτοποιήσεις και τα εξιδανικευμένα ψεύδη, μέσω των οποίων οι πατέρες (και οι μητέρες) μας φρόντισαν να κατοχυρώσουν φαντασιακά την κοινωνική τους αυτοπραγμάτωση. Κάτω από ένα τέτοιο ερμηνευτικό πρίσμα, μπαίνω στον πειρασμό να ισχυριστώ ότι ο μπάσταρδος γιος συνιστά ένα έξοχο δείγμα ειδωλοκλαστικής ειρωνείας, η αισθητική αποτύπωση της απεγνωσμένης προσπάθειας της γενιάς του Φοίβου –που συμβαίνει να είναι και η δική μου γενιά– να ζήσει με λιγότερο ψέμα και περισσότερη αυτοκριτική, και πάντως σίγουρα στους αντίποδες της κατεστημένης πολιτισμικής μυθολογίας. Αρκετά πια με τους εκδρομείς του εξήντα· αρκετά με τον αθάνατο ελληνικό κινηματογράφο· αρκετά με το Χατζιδάκι, το Θεοδωράκη και τον Κουν. Ω, βρικόλακες εσείς. Ω, κατασπαραχτές πτωμάτων. Αφήστε μας να υπάρξουμε. Αφήστε μας να ζήσουμε.

Όσο για σένα, μικρή μου Άννα, έχε το νου σου μην τυχόν και μου μοιάσεις. Μην πιστέψεις λεπτό τα μεγαλόσχημα και υπερφίαλα που σου ξεφουρνίζω –πόσους ανυποχώρητους αγώνες έκανα, πόσο καλός δάσκαλος είμαι, τι βαθυστόχαστα βιβλία γράφω– προκειμένου να αποστρέψω το βλέμμα σου από τις ανεπάρκειες, τις ελλείψεις και τις πτώσεις μου. Ζήσε μακριά από τις γητειές των μυθολογιών, με όση περισσότερη αλήθεια αντέχεις, κορίτσι μου. Και μην καταδεχθείς ποτέ να γίνεις η μπάσταρδη κόρη του μπαμπάκα σου.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!