Αρχική περίπτερο ιδεών Στη Γερμανική Δημοκρατία: Αποναζιστικοποίηση κατ’ επιλογήν | Μέρος Β΄  

Στη Γερμανική Δημοκρατία: Αποναζιστικοποίηση κατ’ επιλογήν | Μέρος Β΄  

Αμέτρητα παπούτσια των θυμάτων, στο Άουσβιτς, 2016 (φωτό Στ. Ελληνιάδης)

Διαβάστε το Μέρος Α’

Πριν από μερικά χρόνια, οι Γερμανοί άλλαξαν το νομικό πλαίσιο για να βάλουν σε κίνηση τον κατασταλτικό μηχανισμό, αστυνομία, δικαστήρια, μέσα ενημέρωσης κ.λπ., εναντίον μερικών ατόμων που είχαν απομείνει, από 90 μέχρι 100 ετών, με την κατηγορία ότι υπηρέτησαν τη θητεία τους ή διορίστηκαν από τους ναζί σε βοηθητικές θέσεις σε στρατόπεδα συγκέντρωσης κατά την περίοδο του Δευτέρου Παγκόσμιου Πολέμου. Αυτό τον καιρό δικάζονται ένας πρώην στρατιώτης και μια δακτυλογράφος, 100 και 96 ετών αντίστοιχα. Η ηλικία των διωκομένων αποκαλύπτει ότι το 1940 ο μεν πρώτος δεν μπορεί να ήταν πάνω από 19 ετών και η δεύτερη πάνω από 18 το 1943 που προσλήφθηκε για δουλειά γραφείου. Κατηγορούνται γενικόλογα για συμμετοχή σε όλα τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν στα στρατόπεδα που εργάζονταν ή υπηρετούσαν. Και στην κυριολεξία σύρονται στα δικαστήρια και μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες πάνω σε αναπηρικά καροτσάκια, με δυσκολία παρακολούθησης της ακροαματικής διαδικασίας λόγω προβλημάτων όρασης, ακοής και άλλων που συνοδεύουν τη γήρανση, άσημοι, άγνωστοι, συνταξιούχοι, χωρίς ισχυρούς φίλους. Τα μικρότερα γραναζάκια που χρησιμοποιούνται για να εξαπατηθεί το φιλοθεάμον κοινό ότι έτσι ολοκληρώνεται η κάθαρση, γνωστή ως αποναζιστικοποίηση. Μια κάθαρση που όχι μόνο σκοπίμως έγινε πολύ περιορισμένα και πολύ επιλεκτικά, αλλά συνδυάστηκε και με την αξιοποίηση μεγάλων, μεσαίων και μικρών ναζί εγκληματιών στην επάνδρωση του κρατικού μηχανισμού, από την αστυνομία και το δικαστικό σώμα μέχρι το γερμανικό κοινοβούλιο και την προεδρία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.

Δεν είναι άνευ αξίας η διαπίστωση πολλών μελετητών ότι ακόμα και μέσα στη Γερμανία, πάρα πολλοί νέοι άνθρωποι δεν γνωρίζουν την ποιότητα και την ποσότητα των ναζιστικών εγκλημάτων. Και γι’ αυτό δεν είναι υπόλογο μόνο το γερμανικό κατεστημένο. Υπόλογο είναι κι ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας το οποίο συνειδητά ή ασυνείδητα κάλυψε με ένα αδιαφανές πέπλο σιωπής ή υποβάθμισης το πρόσφατο ναζιστικό παρελθόν. Κι αυτό φαίνεται από τα άρθρα και τα βιβλία που συνεχίζουν ευτυχώς να γράφονται προβάλλοντας πτυχές και στοιχεία μιας ιστορίας που πολλοί θα ήθελαν να ξεχαστεί ή να μείνει κουτσουρεμένη στη συλλογική μνήμη.

Εξόντωση και στείρωση μη Εβραίων

Σε ένα εκτενές κείμενο στην ιστοσελίδα της Wiener Holocaust Library, η Ina R. Friedman, Εβραία συγγραφέας στις ΗΠΑ, γράφει μεταξύ άλλων:

«Λίγοι άνθρωποι γνωρίζουν ότι οι Εβραίοι δεν ήταν τα μόνα θύματα των Ναζί. Εκτός από έξι εκατομμύρια Εβραίους, περισσότερα από πέντε εκατομμύρια μη Εβραίοι δολοφονήθηκαν υπό το ναζιστικό καθεστώς. Ανάμεσά τους ήταν Τσιγγάνοι, Μάρτυρες του Ιεχωβά, ομοφυλόφιλοι, μαύροι, σωματικά και ψυχικά ανάπηροι, πολιτικοί αντίπαλοι των Ναζί, συμπεριλαμβανομένων Κομμουνιστών και Σοσιαλδημοκρατών, διαφωνούντες κληρικοί, αντιστασιακοί, αιχμάλωτοι πολέμου, σλαβικοί λαοί και πολλά άτομα από τις καλλιτεχνικές κοινότητες των οποίων τις απόψεις και τα έργα ο Χίτλερ είχε καταδικάσει».

Η δικαιολογία των Ναζί για τη γενοκτονία ήταν ο αρχαίος ισχυρισμός, που διαβιβάστηκε μέσω των σκανδιναβικών θρύλων, ότι οι Γερμανοί ήταν ανώτεροι από όλες τις άλλες ομάδες και αποτελούσαν την «κύρια φυλή».

Στην προσπάθειά τους να αναθρέψουν μία κύρια φυλή, περισσότεροι από 300.000 Γερμανοί Άριοι στειρώθηκαν και αμέτρητα πλήθη εξοντώθηκαν με αέρια, σύμφωνα με ένα νόμο που ψηφίστηκε στις 14 Ιουλίου 1933, ο «Νόμος για την Πρόληψη των Γενετικά Ασθενών Απογόνων». Στο βιβλίο του «Δολοφονική επιστήμη», ο Δρ Benno Müller-Hill σημειώνει ότι το προαναφερθέν νομοθέτημα προέβλεπε υποχρεωτική στείρωση σε περιπτώσεις «συγγενών διανοητικών ελαττωμάτων, σχιζοφρένειας, μανιοκαταθλιπτικής ψύχωσης, κληρονομικής επιληψίας… και σοβαρού αλκοολισμού.

Συμπεριλαμβάνονταν οι τυφλοί και οι κουφοί, ακόμη και εκείνοι που έχασαν την ακοή τους ή τυφλώθηκαν από ασθένειες όπως η οστρακιά ή από ατυχήματα». Εντόπιζαν οι δάσκαλοι τα τυφλά και κουφά παιδιά στα δημοτικά σχολεία και χωρίς να ενημερώσουν τους γονείς τους, τα οδηγούσαν σε νοσοκομεία και τα στείρωναν, συχνά χωρίς καν αναισθησία! Την ίδια «τύχη» είχαν και 400 περίπου παιδιά που είχαν γεννηθεί από Γερμανίδες μητέρες και Αφρικανούς στρατιώτες που είχαν μεταφερθεί στη Γερμανία στη διάρκεια του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου.«Στους ομοφυλόφιλους δινόταν “η ευχέρεια να επιλέξουν” ανάμεσα στη στείρωση, τον ευνουχισμό ή τον εγκλεισμό σε στρατόπεδο συγκέντρωσης φορώντας ένα ροζ τρίγωνο. Με νόμο που ίσχυε από το 1871, οι Ναζί καταδίωξαν και τιμώρησαν χιλιάδες άτομα με την κατηγορία της ομοφυλοφιλίας».Όσο για εκείνους που έπασχαν από νοητική στέρηση, ο Χίτλερ τους είχε χαρακτηρίσει από το 1939 «άχρηστα στόματα». Με το ξέσπασμα του πολέμου στέλνονταν κατ’ ευθείαν στους θαλάμους αερίων. Κάπου 50.000 άτομα χρησίμευσαν σαν πειραματόζωα για την αποτελεσματικότερη μαζική δηλητηρίαση των Εβραίων και των Τσιγγάνων που ακολούθησε.

«Οι Τσιγγάνοι, όπως και οι Εβραίοι, καταδικάστηκαν από τους Ναζί σε πλήρη αφανισμό επειδή ήταν φυλετικά ακάθαρτοι, κοινωνικά ανεπιθύμητοι και “διανοητικά ελαττωματικοί”. Ο διωγμός των Τσιγγάνων δεν ήταν κάτι καινούργιο στη Γερμανία. Ένα “Κεντρικό Γραφείο για την καταπολέμηση της τσιγγάνικης απειλής” είχε δημιουργηθεί το 1899. Το 1933, εγκαταλείφθηκε ένα σχέδιο για την τοποθέτηση τριάντα χιλιάδων Τσιγγάνων σε πλοία που θα βυθίζονταν στη μέση του Ατλαντικού Ωκεανού, αλλά πολλοί Τσιγγάνοι αποστειρώθηκαν με βάση το νόμο που επέτρεπε τη στείρωση των “ψυχικά ελαττωματικών”. Στο Νταχάου, οι Τσιγγάνοι χρησιμοποιήθηκαν σε πειράματα για την εξακρίβωση της ποσότητας αλμυρού νερού που θα μπορούσε να πιει ένα άτομο πριν επέλθει ο θάνατος. Τουλάχιστον μισό εκατομμύριο Τσιγγάνοι δολοφονήθηκαν από τους Γερμανούς σε θαλάμους αερίων, πειράματα ή μαζικές συλλήψεις».

Ρώσοι και Κομμουνιστές

«Λόγω της ιδεολογικής και φυλετικής αντιπάθειας απέναντι στον ρωσικό κομμουνισμό, δύο έως τρία εκατομμύρια Ρώσοι αιχμάλωτοι πολέμου σκοτώθηκαν σκόπιμα με υποχρεωτική ασιτία από τους Ναζί. Άλλοι μεταφέρθηκαν με αυτοκίνητα που μετέφεραν γελάδες σε στρατόπεδα συγκέντρωσης ή εξόντωσης. Οι περισσότεροι πέθαναν από ασθένειες, εξάντληση ή πείνα».

Σωστά επισημαίνει η Φρίντμαν ότι «κανένα άρθρο για τα μη εβραϊκά θύματα δεν είναι πλήρες εάν δεν αναφέρονται οι πρώτοι αντίπαλοι των Ναζί: οι Γερμανοί που έτυχε να είναι Κομμουνιστές ή Σοσιαλδημοκράτες, οι δικαστές και δικηγόροι ή συντάκτες και δημοσιογράφοι που αντιτάχθηκαν στους Ναζί. Ήταν οι πρώτοι που συνελήφθησαν».

Η Φρίντμαν είναι σαφής και κατηγορηματική: «Η αποναζιστικοποίηση ήταν δύσκολη και περίπλοκη και ποτέ δεν ολοκληρώθηκε πλήρως. Ο αναπτυσσόμενος Ψυχρός Πόλεμος σήμαινε ότι η Βρετανία και η Αμερική θεωρούσαν ότι η Δυτική Γερμανία ήταν ένας χρήσιμος σύμμαχος ενάντια στον κομμουνισμό και τη Σοβιετική Ένωση και ως εκ τούτου οι Ναζί που παρέμειναν στις θέσεις τους στην κοινωνία θεωρούνταν λιγότερο απειλητικοί από τον κομμουνισμό. Επιπλέον, ακόμη και η διαδικασία προσδιορισμού του ποιος ήταν και ποιος δεν ήταν Ναζί ήταν προκλητική και συχνά στηριζόταν στους πολίτες που παρείχαν πληροφορίες για τον ίδιο τους τον εαυτό.

Ο πρώτος Γερμανός καγκελάριος της νέας δημοκρατίας, ο Κόνραντ Αντενάουερ, ο οποίος ήρθε στην εξουσία το 1949, ήταν αντίθετος με τη διαδικασία της αποναζιστικοποίησης. Επέλεξε μια στρατηγική ενσωμάτωσης – ενσωμάτωση των παλιών Ναζί στη νέα δημοκρατία για να μπορέσει να προχωρήσει.Τελικά, πολλοί από τους εμπλεκόμενους σε ναζιστικές δραστηριότητες δεν τιμωρήθηκαν και διατήρησαν τις προσωπικές και επαγγελματικές τους θέσεις και μεγάλο μέρος του πλούτου που λεηλατήθηκε από τους Ναζί δεν επιστράφηκε αμέσως στους νόμιμους ιδιοκτήτες του».

Κλεμμένα παιδιά

Σύμφωνα με ρεπορτάζ της Deutsche Welle (12 Μαρτ. 2020), oι ναζί απ’ τη μια εξόντωναν τους ανεπιθύμητους κι απ’ την άλλη διάλεγαν παιδιά που ήταν μικρά, υγιή και είχαν τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του «Άριου», δηλαδή ξανθά με γαλανά μάτια, με «καλό αίμα»! Τα άρπαζαν βίαια από τις οικογένειες, σκοτώνοντας σε πολλές περιπτώσεις τους γονείς, για να αποκλειστεί κάθε περίπτωση αναζήτησης και επανασύνδεσης. Αυτά τα παιδιά απομονώνονταν σε ειδικά ιδρύματα «γερμανοποίησης» ή παραδίδονταν σε οικογένειες των SS, όπου τους άλλαζαν τα ονόματα και τους απαγόρευαν να μιλούν τη μητρική τους γλώσσα. Όποιο παιδί δυστροπούσε σ’ αυτή τη ριζική μετάλλαξη σε ξένα χέρια, υφίστατο τιμωρίες, όπως εγκλεισμό σε μπουντρούμια, στέρηση τροφής και ψυχική και σωματική κακοποίηση. Παρ’ όλο που οι Πολωνοί θεωρούνταν untermenschen, δηλαδή υπάνθρωποι, τα περισσότερα παιδιά αρπάχτηκαν από την Πολωνία, αλλά πολλά και από τη Ρωσία, τη Λευκορωσία και τη Νορβηγία. Σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας Handelsblatt το 2018, «ο αριθμός των απαχθέντων και εκγερμανισθέντων παιδιών ανέρχεται τουλάχιστον στις 400.000»!

Αμέτρητα παπούτσια των θυμάτων, στο Άουσβιτς, 2016 (φωτό Στ. Ελληνιάδης)

 Αμνηστία και Αμνησία

Από τον πόλεμο που με τόση θέρμη είχε υποστηρίξει ένα πολύ μεγάλο ποσοστό τους, οι Γερμανοί βγήκαν πιο διαλυμένοι και πιο καταματωμένοι από τον Πρώτο Παγκόσμιο. Αυτή τη φορά, όμως, οι νικητές αντί να τους ταπεινώσουν και να τους επιβάλλουν όρους ειρήνης δυσβάστακτους, ανέλαβαν εξ ολοκλήρου την αναγέννηση, ανοικοδόμηση και ανασυγκρότησή τους. Έτσι, οι χαμένοι κατάπιαν την ήττα και την συντριβή διεκδικώντας ταυτόχρονα, επίσημα και ανεπίσημα, εκμεταλλευόμενοι τη γεωπολιτική συγκυρία, την απαλλαγή τους από τις ποινικές και αστικές ευθύνες που συνεπαγόταν η πρωτοφανούς μεγέθους και αγριότητας καταστροφή που είχαν προκαλέσει στην ανθρωπότητα.

Ο ιστορικός Mikkel Dack αναφέρει ότι μέχρι τον Μάιο του 1945 «περίπου 5,3 εκατομμύρια Γερμανοί στρατιώτες είχαν σκοτωθεί, άλλα 4,4 εκατομμύρια είχαν τραυματιστεί και ένα εκατομμύριο είχαν πεθάνει σε στρατόπεδα αιχμαλώτων πολέμου». Μέσω των βομβαρδισμών των Συμμάχων, περίπου 600.000 άμαχοι έχασαν τη ζωή τους, 900.000 τραυματίστηκαν και 7,5 εκατομμύρια έμειναν άστεγοι.

Οι αριθμοί είναι τρομακτικοί και ας μην έκλαψε κανένας γι’ αυτούς στον υπόλοιπο κόσμο. Το γεγονός, όμως, είναι ότι οι επιζήσαντες Γερμανοί δέχτηκαν μια απρόσμενη πελώρια βοήθεια χάρη στην οποία βρέθηκαν μέσα σε λίγα χρόνια σε ένα κράτος στο οποίο η ζωή εξελισσόταν πολύ καλύτερα απ’ την προπολεμική. Αυτό, ίσως, ενίσχυσε την απαίτηση πολλών να συνοδευτούν η ειρήνη και η ευημερία με την αμνηστία και την αμνησία. Εξάλλου, δεν ήταν και λίγοι εκείνοι που είχαν άμεσο προσωπικό συμφέρον να γίνει κάτι τέτοιο επειδή είχαν συμμετάσχει εκούσια, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, στο διαπραχθέν ιδιαζόντως ειδεχθές κακούργημα, με δεδομένο ότι μόνο στη Γερμανία τα μέλη του Ναζιστικού Κόμματος στη διάρκεια του πολέμου ανέρχονταν σε 8,5 εκατομμύρια που αντιστοιχούσε περίπου στο 10% του πληθυσμού της Γερμανίας, ο οποίος με την απογραφή του 1939 ήταν 80 εκατομμύρια.

Ο Καγκελάριος και οι Ναζί

Ο πρώτος μεταπολεμικός καγκελάριος, ο Κόνραντ Αντενάουερ δεν ήταν φασίστας, αλλά απαιτούσε να «σταματήσει το ξετρύπωμα των ναζί». Ανήκε στο κλασικό γερμανικό κέντρο που και με τους φασίστες έκανε συνδιαλλαγή, αλλά ποτέ με τους κομμουνιστές.

Έχει ήδη αποκαλυφθεί ότι, στην πολυετή θητεία του στην καγκελαρία, οι μισοί από όλους τους κρατικούς γραμματείς, επικεφαλής τμημάτων και υποτμημάτων στη δεκαετία του 1950 ήταν πρώην μέλη του Ναζιστικού Κόμματος.Σύμφωνα με έρευνα του ιστορικού Norbert Frei, περίπου το ένα τρίτο των ανθρώπων που εργάζονταν στη υπουργική γραφειοκρατία της ομοσπονδιακής κυβέρνησης το 1953, είχαν αμέσως μετά τον πόλεμο απολυθεί από τους Συμμάχους λόγω της ναζιστικής τους ταυτότητας. Εκείνη την εποχή δεν θεωρούνταν χρήσιμοι. Το γεγονός ότι οι περισσότεροι επέστρεψαν, και μάλιστα κάποιοι πήγαν στα δικαστήρια για να πάρουν πίσω τις παλιές τους δουλειές, ισοδυναμεί με πραξικόπημα. (περ. Der Spiegel, 6 Μαρτ. 2012)

Στο βιβλίο του «Η Γερμανία του Αντενάουερ και το Ναζιστικό Παρελθόν», ο Frei επισημαίνει ότι ήταν σκανδαλώδης η συγκάλυψη και αποενοχοποίηση των ναζιστών εγκληματιών από τον καγκελάριο της Γερμανίας Κόνραντ Αντενάουερ στη δεκαετία του 1950, αλλά και η τάση μεγάλου μέρους της γερμανικής κοινωνίας να αρνείται κάθε ευθύνη για το χιτλερισμό και να απαιτεί την απελευθέρωση των καταδικασμένων εγκληματιών πολέμου από τις φυλακές και την επαναπρόσληψη των απολυμένων δημοσίων υπαλλήλων που ήταν δηλωμένοι ναζιστές.

Επικεφαλής του προσωπικού της καγκελαρίας επί Αντενάουερ, από το 1953 ως το 1963, ήταν ο Χανς Γκλόμπκε, ο οποίος υπήρξε υψηλόβαθμο στέλεχος του ναζιστικού κρατικού μηχανισμού. Μεταξύ άλλων, συμμετείχε στη σύνταξη των φυλετικών νόμων της Νυρεμβέργης με βάση τους οποίους αφαιρέθηκε από τους Γερμανο-Εβραίους η γερμανική υπηκοότητα το 1935. Ένας παράγοντας που είχε δηλώσει ότι γνώριζε ότι οι Εβραίοι εξοντώνονταν συστηματικά. (εφημ. The Independent, 27 Νοεμ. 2016)

Επίσης, ο Globke ήταν υπεύθυνος για την υποχρεωτική τοποθέτηση πριν από κάθε εβραϊκό όνομα του προσδιοριστικού Σάρα για τις γυναίκες και Ισραήλ για τους άντρες, ώστε να εντοπίζονται εύκολα οι Εβραίοι σε κάθε έλεγχο. Ο Globke το 1957 τιμήθηκε με το ανώτατο μετάλλιο του Λουξεμβούργου.

«Στις υπηρεσίες ασφαλείας παρέμειναν ή επαναπροσλήφθηκαν ως ειδικοί στην παρακολούθηση τηλεφώνων και αλληλογραφίας πρώην μέλη των SS και της Gestapo που είχαν δράσει υπό τις οδηγίες του Χίμλερ. Ο Globke με τους ανθρώπους του έλεγχε όλο το μηχανισμό ασφάλειας της νέας Γερμανίας με διευθυντή τον Reinhard Gehlen, τον οποίο οι Βρετανοί αποκαλούσαν the Gestapo boy!

Στο Ομοσπονδιακό Γραφείο Εγκληματικών Ερευνών (ΒΚΑ), οι ναζί κατείχαν τα δύο τρίτα των ανώτερων βαθμίδων. Καραμπινάτοι ναζιστές όπως ο Wilhelm Krichbaum, ο οποίος ως διευθυντής της Μυστικής Στρατιωτικής Αστυνομίας (Geheime Feldpolizei) του Χίτλερ, είχε πρωτοστατήσει στη δολοφονία και το βασανισμό χιλιάδων «ύποπτων παρτιζάνων» στο Ανατολικό Μέτωπο» (περ. Der Spiegel, 6 Μαρτ. 2012).

 Επαναφορά ναζιστών

Στη μεγάλη έρευνα έξι συντακτών του περιοδικού Der Spiegel με τίτλο «Από τη δικτατορία στη δημοκρατία, ο ρόλος των πρώην ναζί στην πρώιμη Δυτική Γερμανία» παρουσιάστηκε με ονόματα κι αριθμούς πώς έγινε η αποκατάσταση των εγκληματιών πολέμου και η ένταξή τους στο νέο μεταπολεμικό καθεστώς, αλλά και ποιες είναι οι τραγικές τους συνέπειες.

«Η προθυμία να αφήσουμε τα περασμένα να είναι περασμένα, είτε λόγω ένοχης συνείδησης είτε για χάρη μιας νέας αρχής, ήταν καταστροφική. Αυτή η στάση είναι που ώθησε τους ιστορικούς να κατηγορήσουν την ιδρυτική γενιά ότι έθεσε σε κίνδυνο τη νέα, ελπιδοφόρα Γερμανία, όπου η ανθρώπινη αξιοπρέπεια θεωρήθηκε ως η σημαντικότερη συνταγματική αξία».

Πολλοί υψηλόβαθμοι, πολιτικοί, διπλωμάτες και δικαστές, ακόμα και στρατιωτικοί, είχαν το θράσος να ισχυριστούν, και ορισμένοι να δικαιωθούν, ότι όλα αυτά τα χρόνια που ήταν χιτλερικοί ανήκαν σε μυστικές οργανώσεις αντίστασης!

«Στο δικαστήριο, ο Ernst von Weizsäcker, πρώην υπουργός Εξωτερικών του Χίτλερ, υπερασπίστηκε τον εαυτό του ενάντια στην κατηγορία ότι ήταν πρόθυμος υποστηρικτής της δικτατορίας. Ένας από τους υπερασπιστές του ήταν ο γιος του Ριχάρδος, ο οποίος αργότερα έγινε πρόεδρος της Γερμανίας».Αυτή η θεωρία ήταν ακόμα ημι-επίσημη το 1979, όταν ο Hans-Dietrich Genscher, από το κόμμα FDP (που πιθανότατα θα συμμετέχει στο νέο κυβερνητικό συνασπισμό στη μετά-Μέρκελ εποχή), υπουργός Εξωτερικών επί Χίτλερ, αλλά και επί δημοκρατίας, υποστήριξε ότι αντιστεκόταν στο ναζιστικό καθεστώς, αλλά δεν μπόρεσε να αποτρέψει το χειρότερο!Αδιανόητα φαίνονται τέτοια κραυγαλέα ψεύδη, αλλά οι σκοπιμότητες έχουν τους μηχανισμούς και τη γνώση για να τα μεταλλάσσουν.

«Μετά τον πόλεμο, η επαναφορά πρώην αξιωματούχων σε θέσεις στο Υπουργείο Εξωτερικών έγινε με εκπληκτικό ρυθμό. Μόνο στο πολιτικό τμήμα καταμετρήθηκαν 13 πρώην κορυφαίοι αξιωματούχοι του Ναζιστικού Κόμματος, ενώ 11 από τα 17 ανώτερα μέλη του νομικού τμήματος ήταν πρώην Ναζί.

Οι παλιοί Ναζί συνήθως στέλνονταν σε θέσεις στη Νότια Αμερική και τις αραβικές χώρες, όπου διαμόρφωναν την εικόνα της νέας δημοκρατίας, ενώ προστάτευαν τους Ναζί που κρύβονταν στο εξωτερικό.

Στη δεκαετία του 1950, η γερμανική πρεσβεία στο Μπουένος Άιρες, στην Αργεντινή, εξέδωσε χωρίς αμφιβολία τα αναγκαία ταξιδιωτικά έγγραφα για την οικογένεια του Αδόλφου Άιχμαν, ενός από τους βασικούς οργανωτές του Ολοκαυτώματος. Κανείς δεν είχε μπει στον κόπο να αναρωτηθεί πού βρισκόταν ο Άιχμαν. Όπως αποκάλυψε το Spiegel το 1968, το κύριο γραφείο νομικής προστασίας στο Υπουργείο Εξωτερικών εξελίχθηκε σε “υπηρεσία προειδοποίησης” για τους παλιούς Ναζί. Με τη βοήθεια του Ερυθρού Σταυρού, οι διπλωμάτες ενημέρωσαν περίπου 800 Γερμανούς και Αυστριακούς ότι πρέπει να αποφύγουν να ταξιδέψουν στη Γαλλία, επειδή εκεί είχαν καταδικαστεί για εγκλήματα πολέμου και θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν “δυσκολίες”» (περ. Der Spiegel, 6 Μαρτ. 2012).

Συνεχίζεται

 

 

Σχόλια

Exit mobile version