Με αφορμή τον αναπάντεχο θάνατο του Νότη Μαυρουδή αναζωπυρώθηκαν πολλές σκέψεις για την εποχή που μεγαλώναμε και ταλαντούχοι άνθρωποι διαμορφώνονταν και αναδεικνύονταν διευρύνοντας το νόημα και το περιεχόμενο της ζωής μας. Ο Νότης γεννημένος το 1945, ήταν 17 ετών το 1962. Γνωριστήκαμε το 1972. Παιδί από φτωχική οικογένεια, μεροκαματιάρηδων, αλλά προοδευτικών λαϊκών ανθρώπων. Με διαφορά πέντε χρόνων μεγαλώσαμε στην ίδια πόλη, αλλά πώς ήταν η ζωή στην Αθήνα; Πώς τη βιώναμε και από πού αντλούσαμε το υλικό που έμελλε να μας επηρεάσει εφ’ όρου ζωής;

Στη δεκαετία του 1960 είχαμε σπουδαία πράγματα που έκαναν τη ζωή μας ενδιαφέρουσα και συναρπαστική, που μας επέτρεπαν να είμαστε αισιόδοξοι και να πιστεύουμε σε ένα καλύτερο μέλλον, και μάλιστα άμεσα, ενώ μας έλειπαν όλα αυτά που σήμερα θεωρούνται απαραίτητα, αλλά μάλλον δεν δίνουν κανένα ιδιαίτερο νόημα στη ζωή των ανθρώπων ούτε δημιουργούν κάποια αισιοδοξία για το αύριο που τους περιμένει.

Ξεκινώντας από τα μέσα επικοινωνίας δεν είχαμε καμία από τις ευκολίες που έκτοτε αποκτήσαμε. Θυμάμαι την ταραχή μας όταν χτύπησε για πρώτη φορά το ολοκαίνουργιο μεγάλο μαύρο τηλέφωνο μέσα στο σπίτι. Ούτε εγώ ούτε η αδελφή μου το σηκώσαμε. Καθόμασταν από πάνω του και το κοιτούσαμε. Το ακούγαμε να κουδουνίζει δυνατά μέσα στο μικρό μας διαμέρισμα, αλλά δεν τολμούσαμε να σηκώσουμε το ακουστικό σαν να επρόκειτο κάποιος από μέσα να μας αρπάξει το χέρι. Κάτι τέτοιο πάντως. Ήταν πολύ σημαντικό γεγονός ότι θα έχουμε τηλέφωνο στο σπίτι. Και ζούσαμε στην πλατεία Αμερικής, πολύ μακριά από την ελληνική επαρχία που στις πόλεις τηλεφωνικές συσκευές υπήρχαν στα γραφεία του ΟΤΕ και σε μερικά σπίτια και επιχειρήσεις και στα πιο πολλά χωριά μόνο στο καφενείο ή το κοινοτικό γραφείο.

Αλλά και δίπλα μας, στην πλατεία Καλλιγά, πολλοί συμπολίτες μας που έμεναν στις γύρω πολυκατοικίες πήγαιναν στο περίπτερο, συχνά με τις παντόφλες και τις πιτζάμες, για να τηλεφωνήσουν έχοντας δώσει τον αριθμό τηλεφώνου του περιπτέρου σε όποιον ήθελε να επικοινωνήσει μαζί τους αφήνοντας κάποιο μήνυμα στον περιπτερά. Όχι προπολεμικά, το 1960. Εμείς δεν ήμασταν πλούσιοι, κατεστραμμένοι ήμασταν, αλλά οι γονείς μας ήταν μοντέρνοι άνθρωποι, έβλεπαν μπροστά και θεωρούσαν το τηλέφωνο αναγκαίο μέσο.

Όλα τα περίπτερα πρόσφεραν σπουδαίες υπηρεσίες. Και ήταν πάρα πολλά σε όλη την Αθήνα, δύο ήταν πάνω στη δική μας πλατεία και στην Πατησίων είχε ένα κάθε 30-40 μέτρα. Με τηλέφωνο για το κοινό, εφημερίδες, περιοδικά, σοκολάτες, ξυραφάκια και τσιγάρα, αλλά και πληροφορίες για δρόμους, φαρμακεία και κατοίκους, τα περίπτερα ήταν απαραίτητα παντού, ήταν μέρος του κοινωνικού ιστού.

11 χρόνια σ’ αυτό το χάλι: Αττικόν – Απόλλων στη Σταδίου, 2023

Δίσκοι, πικάπ

Ούτε είχαν όλα τα σπίτια γραμμόφωνα. Κι εμείς αποκτήσαμε το πρώτο πικάπ στο σπίτι το 1962. Ένα μικρό σε διαστάσεις, αλλά πολύ καλόγουστο έπιπλο με μαύρη λάκα που είχε μέσα ένα ηλεκτρόφωνο Telefunken το οποίο έπαιρνε δέκα μικρούς δίσκους που τους έπαιζε διαδοχικά, από τη μία όψη, αυτόματα. Αυτό το πικάπ μαζί με το ραδιόφωνο που είχε αγοράσει ο πατέρας μας στο Μοναστηράκι, ήταν οι δύο δέκτες, τα δύο ραντάρ, μέσω των οποίων λαμβάναμε σήματα απ’ όλη την ανθρωπότητα.

Εκείνα τα χρόνια, οι ξένοι δίσκοι δεν κυκλοφορούσαν στην Ελλάδα ταυτόχρονα με το εξωτερικό. Όσοι κυκλοφορούσαν έβγαιναν με αρκετούς μήνες καθυστέρηση. Ούτε οι άνθρωποι που γνωρίζαμε ταξίδευαν στο εξωτερικό. Όσοι έφευγαν μετανάστες θα γύριζαν να δουν τους δικούς τους μια φορά στα δέκα χρόνια, ιδίως αυτοί που είχαν πάει στις ΗΠΑ και την Αυστραλία. Το κρατικό ραδιόφωνο ήταν ένα πολύ καλό μέσο για τη διάδοση της μουσικής που μας ενδιέφερε, με τους περιορισμούς που έθετε το ανθρώπινο δυναμικό που έκανε τις επιλογές και η αισθητική της εποχής. Το καλό ήταν ότι υπήρχαν από πολλά χρόνια οι εταιρίες δίσκων που έβγαζαν δίσκους συστηματικά και τα δισκάδικα που ξεφύτρωναν παντού σε όλη τη χώρα.

Επίσης, υπήρχαν οι εκατοντάδες κινηματογράφοι που έπαιζαν τις ελληνικές και ξένες ταινίες μέσα από τις οποίες διαδίδονταν –μαζί με τον τρόπο ζωής- πολλές μουσικές, τραγούδια και χοροί. Για τους μεγαλύτερους σε ηλικία, υπήρχαν τα κέντρα διασκέδασης με ορχήστρες που είχαν πλούσιο ελληνικό και ξένο ρεπερτόριο∙ πάρα πολλές απ’ αυτές ήταν «οικογενειακές» που σημαίνει ότι οι μεγάλοι μπορούσαν να πάρουν και τα παιδιά τους μαζί. Έτσι κι εμείς, στο δημοτικό ακόμα, είδαμε από κοντά και ακούσαμε ζωντανά τον Καζαντζίδη με τη Μαρινέλλα! Και, βέβαια, μια σπουδαία πηγή διάδοσης των τραγουδιών ήταν τα τζουκ-μποξ που μέσα σε λίγα χρόνια από την κυκλοφορία των μικρών δίσκων είχαν φτάσει στο τελευταίο χωριό που είχε καφενείο και ηλεκτρικό ρεύμα, γιατί ρεύμα δεν υπήρχε στα περισσότερα χωριά στη δεκαετία του ’60, ειδικά στα ορεινά και ημιορεινά. Γι’ αυτό, στα χωριά και σε συνοικίες των μεγάλων πόλεων, τα γραμμόφωνα που ήταν χειροκίνητα, με τη μανιβέλα, συνέχιζαν να χρησιμοποιούνται για πολλά χρόνια μετά την κατάργηση των δίσκων 78 στροφών.

Παράλληλα, υπήρχαν και άλλα κανάλια μέσω των οποίων εισέρχονταν στην Ελλάδα και κυκλοφορούσαν ξένα τραγούδια και μουσικές. Μία μεγάλη πλατφόρμα διακίνησης μουσικών, με ιστορία πάνω από εκατό χρόνια, ήταν τα θέατρα στα οποία ήταν καθεστώς η εισαγωγή ξένων τραγουδιών ήδη από τον 19ο αιώνα, με τις όπερες, τις οπερέτες και τις επιθεωρήσεις. Είτε εισάγονταν από ξένους θιάσους είτε από ξένους και Έλληνες μουσικούς που τα έφερναν με παρτιτούρες από τις ευρωπαϊκές πόλεις. Να σημειωθεί ότι οι παρτιτούρες, δηλαδή τα τυπωμένα σε χαρτί πεντάγραμμα με τις νότες και τα λόγια των τραγουδιών, έπαιξαν σπουδαίο ρόλο στην καταγραφή και αναμετάδοση της μουσικής, από την κλασική ως την ελαφρά και τη λαϊκή.

11 χρόνια σ’ αυτό το χάλι: Αττικόν – Απόλλων στη Σταδίου, 2023

Θέατρα, ωδεία, ναυτικοί

Μεταπολεμικά, οι μουσικοί που έπαιζαν ξένη μουσική και τραγούδια ήταν πολύ δραστήριοι, ιδίως από τη δεκαετία του 1950, στα θέατρα, στον κινηματογράφο και σε κοσμικά κέντρα που είχαν ορχήστρες. Επίσης, στα ωδεία έμπαινε σιγά-σιγά από το παράθυρο, κάτω από την πίεση των ρευμάτων που αναπτύσσονταν και δημιουργούσαν ζήτηση, η ξένη μουσική, πέρα από τη συμφωνική, η πιο λαϊκή, η πιο δημοφιλής. Και ένα από τα παράλληλα κανάλια που έχει αξία να αναφερθεί ήταν οι πάρα πολλοί Έλληνες που μπάρκαραν σε πλοία, οι ναυτικοί, καπετάνιοι, μηχανικοί, ασυρματιστές, μάγειροι και λοστρόμοι, προερχόμενοι κυρίως από τα νησιά και τα μεγάλα λιμάνια της χώρας, οι οποίοι ένα από τα πράγματα που έφερναν από τα ταξίδια τους σαν δώρο στους οικείους τους ήταν οι δίσκοι με ξένες μουσικές, από αραβικές ορχήστρες και τούρκικα λαϊκά μέχρι αργεντίνικα ταγκό και αμερικάνικα γκόσπελ. Θυμάμαι και τον Ζαμπέτα που είχε τέτοιους δίσκους στο σπίτι του, από τους ναυτικούς που πήγαιναν να τον ακούσουν στα μαγαζιά που έπαιζε.

Έτσι, ενώ δεν υπήρχαν τα σύγχρονα μέσα επικοινωνίας, παίρνοντας υπόψη ότι τα ταξίδια ήταν προνόμιο των πλούσιων, ενώ για τους φτωχούς συνδέονταν με τον ξεριζωμό, τη μετανάστευση, εσωτερική και εξωτερική, για δουλειά ή για εξορία όσων αντιστέκονταν στα ξενοκίνητα καθεστώτα που κυβερνούσαν τον τόπο. Τότε, λοιπόν, που τα τηλέφωνα, τα ραδιόφωνα και τα πικάπ ήταν ακόμα είδη πολυτελείας, τα ξένα τραγούδια έφταναν τελικά στην Ελλάδα μέσα από διάφορα επίσημα και ανεπίσημα κανάλια μεταφοράς τους. Και έπαιζαν σημαντικό ρόλο για τη διασκέδαση όλων των τάξεων, αλλά και για τη διαμόρφωση των εντόπιων μουσικών τάσεων.

Το 1960, τα μέσα και οι ευκαιρίες ήταν ασυγκρίτως λιγότερα από σήμερα, αλλά το κάθε τι είχε πιο μεγάλη δραστικότητα, αποσπούσε πιο έντονα την προσοχή και επηρέαζε πιο πολύ το κοινό στο οποίο απευθυνόταν. Γιατί τα τραγούδια και οι μουσικές δεν ήταν ασυνόδευτα. Συνοδεύονταν από μόδες στο ντύσιμο, στο χτένισμα, στην ομιλία, στο φλερτ, στην προοπτική της ζωής, στα πάντα. Συνδέονταν με τα πάρτι και τις εκδρομές. Πολλά είχαν και ταξικό χαρακτήρα αφού σε άλλους χώρους σύχναζαν οι πλούσιοι και σε άλλους οι φτωχότεροι, οπότε άλλαζαν και τα είδη που άκουγαν οι μεν και οι δε.

Ειδικά τα τραγούδια, συνδέονταν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με τον εκσυγχρονισμό και έκαναν πιο άμεση και εύκολη την επαφή με τον έξω κόσμο. Και σ’ αυτό βοηθούσε πολύ και ο Τύπος. Τα περιοδικά, ιδίως τα λαϊκά που είχαν πολύ μεγάλες κυκλοφορίες και τα έβρισκες ακόμα και στο πιο απομακρυσμένο χωριό, είχαν πολλές αναφορές στους αστέρες του σινεμά, του θεάτρου και της μουσικής, αλλά και μεταφράσεις ξένων κλασικών λογοτεχνικών έργων και ταξιδιωτικά κείμενα. Για δε τους ανθρώπους που είχαν ραδιόφωνο υπήρχε πάντα η δυνατότητα, γυρίζοντας τη βελόνα και αλλάζοντας συχνότητες, στα μεσαία και τα βραχέα, να πιάνεις ξένους σταθμούς και να ακούς από λιβανέζικα μέχρι εγγλέζικα, ανάλογα με το γούστο σου.

Στον τέταρτο χρόνο ο «Μεγάλος περίπατος» στην Πανεπιστημίου, 2023

Επιδράσεις

Έτσι, ενώ εκ πρώτης όψεως μπορεί να σχηματίσει κανείς την εντύπωση ότι υπήρχε μεγάλη στέρηση, μια άβυσσος ανάμεσα στην Ελλάδα του ’60 και την Ευρώπη, την Αμερική και τις άλλες χώρες, σε ορισμένους τομείς και ιδίως στη μουσική υπήρχαν πάρα πολλοί δίαυλοι μεταφοράς των πληροφοριών και των μουσικών που υπερκάλυπταν τις αποστάσεις που μας χώριζαν από τον υπόλοιπο κόσμο.

Κι αυτό συνέβαινε και σε άλλες περιοχές του κόσμου που ήταν αποκομμένες από τις μητροπόλεις στις οποίες οι δυνατότητες επικοινωνίας και μεταφοράς προϊόντων πολιτισμού ήταν πολύ μεγαλύτερες και πιο πλατιά διαδεδομένες. Μουσικές από το Παρίσι και τη Νέα Υόρκη κυρίως, γιατί το Λονδίνο μέχρι το ’60 δεν είχε πολλά να δώσει στον έξω κόσμο και το Βερολίνο ήταν ακόμα χωρισμένο στα δύο, σε φάση κατοχής και ανασυγκρότησης. Πιο κοντά μας, είχε και η Ιταλία μεγάλο ενδιαφέρον σαν εστία παραγωγής σύγχρονων πολιτιστικών προϊόντων, στη μουσική, το σινεμά, τη μόδα κ.λπ.. Οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές πόλεις δεν είχαν την ίδια ακτινοβολία. Καμία σχέση με την εκατονταετία πριν τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο που οι ευρωπαϊκές μουσικές από τη Βιέννη, το Παρίσι, το Βερολίνο, τη Φλωρεντία και άλλες πόλεις κυριαρχούσαν στην ευρωπαϊκή διασκέδαση. Τότε που η ευρωπαϊκή σοβαρά και ελαφρά μουσική ήταν επικεντρωμένη γύρω από τα θέατρα και αποτελούσε τη μεγαλύτερη, αν όχι την αποκλειστική –για μεγάλη περίοδο- πηγή τροφοδοσίας της αντίστοιχης ελληνικής μουσικής ζωής, με τα θέατρα και τα ωδεία στο επίκεντρο.

Έτσι μπήκαμε δειλά-δειλά στη δεκαετία του 1960, με τις επιρροές της τζαζ, αλλά και τη δημοτικότητα μουσικών από τα πιο μακρινά και απίθανα μέρη του κόσμου, δηλαδή από την Ινδία, την Αραβία και την Τουρκία μέχρι τη Λατινική Αμερική. Και με υφέρπουσα δύναμη το ροκ εν ρολ, για λίγους, αλλά με θορυβώδη παρουσία. Πολύ τσα-τσά και τσάρλεστον, αλλά και πολύ «μπλουζ», όχι αυτό των μαύρων από τις φυτείες, αλλά αυτό που χορεύεται αγκαλιαστά, αργά και συναισθηματικά, στα πιο νεανικά και αστικά σπίτια του κέντρου, γιατί όσο πιο πολύ απομακρυνόσουν προς την περιφέρεια τόσο αυστηροποιούνταν τα ήθη και τα έθιμα. Και πολύ λαϊκό τραγούδι ακουγόταν σε όλες τις πυκνοκατοικημένες συνοικίες, που ήταν ανάμεικτες με πρόσφυγες και εσωτερικούς μετανάστες, με βάση το ρεμπέτικο και επιρροές απ’ όλη την Ανατολή. Στη δε ύπαιθρο, σταθερή παρέμενε η παρουσία του δημοτικού τραγουδιού. Όλα, όμως, πανελλαδικά, παίζονταν και ακούγονταν ταυτόχρονα! Εκφράζονταν όλοι με ό,τι τους ταίριαζε περισσότερο.

Σινεμά, μαγαζιά

Μέσα σ’ αυτό το καβουρδιστήρι ζυμώνονταν όλα τα νέα ρεύματα που το καθένα είχε τα δικά του σημεία έμπνευσης και αναφοράς.

Τα μουσικά θέατρα έπαιρναν ιδέες και υλικό από παντού, έχοντας πάντα σαν βάση το ελαφρό τραγούδι που ήταν πιο εύπλαστο και βολικό για προσαρμογή στη σάτιρα, στο σκετς, στο ανέκδοτο και στο χορό που βασιζόταν περισσότερο σε μια διαρκή κίνηση και σε φιγούρες και λιγότερο σε κάποιο συγκεκριμένο χορό με βήματα, που κι αυτοί δεν έλειπαν μέσα στον αχταρμά της επιθεώρησης, από το φοξ τροτ και τη σάμπα μέχρι τον καλαματιανό και τον μπάλλο.

Στο ελληνικό σινεμά, τα τραγούδια μοιράζονταν ανάμεσα στα λαϊκά και τα ελαφρά, ανάλογα με το θέμα της ταινίας. Στα λαϊκά μαγαζιά που είχαν πρόγραμμα, κυριαρχούσε το λαϊκό τραγούδι, αλλά υπήρχαν και πολλές κοσμικές ταβέρνες στις οποίες ντουέτα, τρίο και κουαρτέτα διασκέδαζαν τον κόσμο, που έτρωγε χοιρινά και καλαμαράκια, με ελαφρά τραγούδια, με καντάδες, με τα λεγόμενα αρχοντορεμπέτικα και με λαϊκές επιτυχίες διασκευασμένες σε πιο ανάλαφρο ύφος, μαζί με ξένα τραγούδια, κυρίως λάτιν, γαλλικά και ιταλικά, με κιθάρες, αλλά και ακορντεόν συν λίγο μπουζούκι παιγμένο σαν μαντολίνο.

Στον τέταρτο χρόνο ο «Μεγάλος περίπατος» στην Πανεπιστημίου, 2023

Έντεχνο λαϊκό και ποπ

Πάνω στη στροφή της δεκαετίας, άρχισαν οι μεγάλες αλλαγές στη μουσική. Εμφανίστηκαν πολύ δυναμικά δύο ισχυρά ρεύματα μουσικής. Το ένα ήταν εντόπιο και πολύ σημαντικό, αυτό που έχει καθιερωθεί να λέγεται έντεχνο λαϊκό τραγούδι. Αυτό που έχει βάση το λαϊκό τραγούδι, το μπουζούκι και τους λαϊκούς ρυθμούς, τον Τσιτσάνη, τον Χιώτη και τον Βαμβακάρη, αλλά το συνθέτουν μουσικοί σπουδαγμένοι στα ωδεία αντλώντας το λόγο από τους στίχους των καλύτερών μας ποιητών, ξεκινώντας με τον Ρίτσο και συνεχίζοντας με τον Λειβαδίτη, τον Χριστοδούλου κι από κει και πέρα σχεδόν τους πάντες.

Αρχικά, το έντεχνο λαϊκό κάλυπτε ένα κοινό των πόλεων που προερχόταν από τα λαϊκά στρώματα και ήταν εγγράμματο. Που ήταν εξοικειωμένο με το λαϊκό τραγούδι, αλλά είχε και τάσεις εκσυγχρονισμού και σύνδεσης της λαϊκής ψυχαγωγίας με την προοδευτική λόγια παράδοση και με τα τρέχοντα πολιτικά και πολιτισμικά ρεύματα. Ήταν δε τόσο πετυχημένο το κράμα που προέκυψε, που άγγιξε από τα πιο μορφωμένα στρώματα ως τα πιο εργατικά της γειτονιάς, γιατί είχε στοιχεία που προέρχονταν και από τα μεν και από τα δε, αρμονικά συνδυασμένα σε ένα ενιαίο σύνολο. Ήταν η λύση του Γόρδιου δεσμού για μουσικούς από τα ωδεία που ένιωθαν τη δύναμη, τη γοητεία και τη δημοφιλία του λαϊκού τραγουδιού, αλλά δεν μπορούσαν να ταυτιστούν με το ορίτζιναλ, με το ύφος, το περιβάλλον και την κοινωνική του στάθμη. Αριστεροί και αστοί που έλκονταν από τη λαϊκή μουσική, αλλά δεν δέχονταν τη λαϊκή κουλτούρα σε όλη της τη γκάμα. Αυτοί, λοιπόν, με τη συνδρομή φωτισμένων ανθρώπων, και από τη λαϊκή και από τη λόγια παράδοση, έκαναν μια υπέρβαση που έβγαλε λαβράκι!

Το δεύτερο πολύ ισχυρό ρεύμα μουσικής ήρθε από το εξωτερικό. Δεν ήταν μονοδιάστατο, ερχόταν με ποικίλες μορφές από διάφορες περιοχές του κόσμου, από την Ιταλία, τη Γαλλία και την ισπανόφωνη και αγγλόφωνη Αμερική, με σημαντική επιρροή στην Ελλάδα. Όμως, σ’ αυτό το πολυπολιτισμικό γαϊτανάκι, ήρθε σαρωτικά -μέχρι τη μέση περίπου της δεκαετίας του 1960, να προστεθεί και να κυριαρχήσει ένα απρόσμενο ρεύμα από την Αγγλία με την επέλαση των ποπ συγκροτημάτων, με τους Μπιτλς στην αιχμή του, ως φαινόμενο παγκόσμιο που καπέλωσε τα πάντα και επηρέασε την πορεία της μουσικής και στην Ελλάδα.

Συνεχίζεται

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!