Το μακρινό Αζερμπαϊτζάν επιλέγει ο Γερμανός σκηνοθέτης Βάιτ Χέλμερ, επιχειρώντας να μιλήσει για το παγκοσμίως διαχρονικό θέμα της ερωτικής σαγήνης, στην ταινία «Το Σουτιέν», μια ταινία δίχως διαλόγους, που εισχωρεί απευθείας στις καρδιές των θεατών, χωρίς ξενόγλωσσα ακούσματα.

Με πρωταγωνιστή τον γνωστό Σέρβο ηθοποιό Μίκι Μανόλοβιτς, στο ρόλο ενός μηχανοδηγού τρένου, που πρόκειται να συνταξιοδοτηθεί, από τα πρώτα πλάνα παρουσιάζεται ο μικρόκοσμος της ταινίας: ο μαθητευόμενος αντικαταστάτης του μηχανοδηγού, μια τσαχπίνα υπάλληλος στον πύργο ελέγχου, το κοντοκουρεμένο ορφανό αγόρι που κοιμάται σε σπιτάκι σκύλου, οι γεροδεμένοι καραφλοί γενειοφόροι σύζυγοι-κηφήνες στο καφενείο και οι όμορφες νεαρές γυναίκες τους, μονίμως απασχολημένες με παιδιά και μπουγάδες, απλωμένες πάνω από τις γραμμές του τρένου που καθημερινά διασχίζει ξυστά την πυκνοκατοικημένη παραγκούπολη, όπου κατοικούν.

Πριν το καθημερινό πλύσιμο της μηχανής στο αμαξοστάσιο, στο τέλος της βάρδιας, ο μηχανοδηγός συγκεντρώνει, για να τα επιστρέψει, τα σφηνωμένα στο τρένο αντικείμενα, κατά τη διέλευσή του μέσα από την παραγκούπολη. Έτσι το κίτρινο σεντόνι επιστρέφεται στην νοικοκυρά που δεν πρόλαβε να το μαζέψει και η κόκκινη μπάλα στο κορίτσι που έπαιζε. Τι γίνεται όμως με το σουτιέν που βρέθηκε αγκιστρωμένο στο παρμπρίζ της μηχανής;

Διασχίζοντας βράδυ με το τρένο την πόλη, είχε δει από φωτισμένο παράθυρο το συγκεκριμένο σουτιέν σε μια νεαρή γυναίκα, τη στιγμή που γδυνόταν, ενώ η δαντελωτή κουρτίνα έκρυβε το πρόσωπό της. Στα όρια ηδονοβλεπτικής περιέργειας και φαντασίωσης, η εικόνα της απρόσωπης γυναίκας παίρνει διάσταση εμμονής και τον στοιχειώνει, ωθώντας τον να την εντοπίσει.

Προκειμένου να ξεπεράσει την καχυποψία των γυναικών ώστε να θελήσουν να προβάρουν το περίφημο σουτιέν, ο μηχανοδηγός σκαρφίζεται διάφορες ιδιότητες, για να εισχωρήσει στα σπίτια τους, συναντώντας διαφορετικές ηλικίες και χαρακτήρες γυναικών, σε μια ταινία που ερωτοτροπεί ευχάριστα με την ποικιλομορφία του γυναικείου στήθους, προκαλώντας  κωμικά ευτράπελα και «αθώα» ερωτικά υπονοούμενα. Ανάμεσα στις υποψήφιες, εμφανίζεται και η Ρουμάνα ηθοποιός Μάγια Μόργκενστερν, γνωστή από τις ταινίες των Πιντιλιέ και Αγγελόπουλου.

Σε αναζήτηση της ιδανικής γυναίκας ή μιας εξιδανικευμένης ιδέας του έρωτα, η ανάμνηση της εικόνας-φετίχ της απρόσωπης γυναίκας επαναλαμβάνεται ως φαντασίωση που συνοδεύεται από θλιμμένο βαλς με πιάνο και έντονο βιολί, ενώ ανάγει το σουτιέν σε φετιχιστικό αντικείμενο του πόθου, με άμεση αναφορά στο λεπτεπίλεπτο γυάλινο γοβάκι που ταίριαζε στην μοναδική άξια, για τον πρίγκιπα του παραμυθιού της Σταχτομπούτας.

Η επιλογή να ειπωθούν τα πάντα δίχως διαλόγους, μέσα από βλέμματα, χειρονομίες και εκφράσεις, πριμοδοτεί το ηχητικό πεδίο, όπως και στο δίχως λόγια σινεμά του Ζακ Τατί, με τον Χέλμερ να συνταιριάζει στερεοτυπικούς χαρακτήρες δίχως ονόματα, για να μιλήσει για διαχρονικά θέματα. Οι νεαρές γυναίκες της ταινίας εμφανίζονται με φούστες και φουστάνια, παλιομοδίτικο πρότυπο μητρότητας και αισθησιασμού, παρουσιάζοντας ερωτική λατρεία για το αντρικό φύλο, όπως η νυμφομανής μητέρα που στη θέα του σουτιέν κλειδώνει τα παιδιά της για να σαγηνεύσει τον μηχανοδηγό χορεύοντας λάγνα, ενώ η στερημένη χήρα σέρνεται στα πόδια του, σε μια ταινία όπου η κοκεταρία των γυναικών συναντά την ερωτική αποπλάνηση.

Η διάχυτη ερωτική ατμόσφαιρα μιας ταινίας φελλινικών καταβολών, αφιερωμένης στον ανδρικό φετιχισμό για το γυναικείο στήθος, παραπέμπει και στη ρήση «τι βρίσκεται στο μυαλό ενός άντρα;» που συνοδεύει το γνωστό σχέδιο-οφθαλμαπάτη του φροϋδικού συσχετισμού ασυνείδητου και λίμπιντο, όπου στο σκίτσο ενός μουσάτου άντρα σε προφίλ, κρύβεται η εικόνα μιας γυμνής μακρυμαλλούσσας γυναίκας.

Το αλλοπρόσαλλο βαλκανικό σουρεαλιστικό σύμπαν των ταινιών του Κουστουρίτσα, όπως στην ταινία «Η ζωή είναι ένα θαύμα» (2004), με ήρωα επίσης μηχανικό σιδηροδρομικής εταιρίας, αναπαράγεται από τον Χέλμερ στο πετρόχτιστο βουκολικό ορεινό χωριό του μηχανοδηγού, με μια χωριατοπούλα να τρέχει στα λιβάδια κυνηγώντας χήνες, ενώ ως άλλη Λολίτα, ρεμβάζει μπρούμυτα στα χορτάρια, βαστώντας ένα αρνάκι. Το σκηνικό αλλάζει στη βιομηχανική ζώνη του λιμανιού, με τους τεράστιους κίτρινους και γαλάζιους γερανούς, σαν γιγάντιες καμηλοπαρδάλεις.  Μέσα σε μακρινά πλάνα απεικονίζεται ολόκληρη η συστοιχία σκουριασμένων βυτιοφόρων βαγονιών, που διασχίζει τις αχανείς πεδιάδες του Αζερμπαϊτζάν,  μεταφέροντας καύσιμα στην Ευρώπη.

Η χωροταξική αποτύπωση των ταπεινών στις παρυφές της πόλης ανακαλεί την αγάπη για την εργατιά στο καλοπροαίρετο λαϊκό σινεμά του Άκι Καουρισμάκι, όπου δίχως πολλά λόγια, με προσεγμένα χρώματα, στατικότητα πλάνων και μουσικές αφηγείται ιστορίες προλετάριων. Η ταξική διαστρωμάτωση της παραγκούπολης παραπέμπει και στη σουρεαλιστική σάτιρα «Βίαιοι, βρώμικοι και κακοί» (1976) του Ετόρε Σκόλα, για τα πάθη ενός εξαθλιωμένου προλεταριάτου, στις παρυφές της Ρώμης. Το μικρό αγόρι που προειδοποιεί για τη διέλευση του τρένου με μια σφυρίχτρα, θυμίζει την ταινία «Η γειτονιά των Καταφρονεμένων» (1970) του Κουροσάβα, με ένα αγόρι-μηχανοδηγό σε ένα φανταστικό τρένο, που διέσχιζε κάθε πρωί τη φτωχογειτονιά.

Η τελετουργική σκηνή της συνταξιοδότησης βασίζεται στον ανεκδοτολογικό σουρεαλισμό τύπου κόμικς, μεταξύ αισθητικής Καουρισμάκι και Ρόι Άντερσον, όπως και η σκηνή με τον αλυσοδεμένο χειροπόδαρα πρωταγωνιστή στις ράγες, που θυμίζει Λούκι Λούκ.

Με έντονη δόση παραμυθιού, «Το Σουτιέν» παρουσιάζει εκλεκτικές συγγένειες με την εικονογραφική αισθητική της γαλλικής σχολής των Ζαν-Πιερ Ζενέ και Μαρκ Καρό, ιδιαίτερα στην εξαιρετική σκηνή που ο Γάλλος Ντενί Λαβάν, στο ρόλο του εκπαιδευόμενου, δημιουργεί ρυθμική ηχητική πλατφόρμα για να παίξει την τρομπέτα του, συντονίζοντας μοχλούς, εργαλεία και τροχούς εν κινήσει, παραπέμποντας στις ταινίες «Ντελικατέσεν» (1991) και «Αμελί» (2001).

Η διάχυτη νοσταλγία μιας ανεπιστρεπτί περασμένης εποχής αποδίδεται στην ταινία με την εισαγωγή ανεπαίσθητων κάθετων γραμμών και στιγμάτων στην εικόνα, σε μια πιστή απόδοση της ποιότητας του αναλογικού φιλμ.

Τη νοσταλγία ενισχύει και η πρωτότυπη μουσική με μελαγχολικά βαλς για πιάνο και κιθάρα του Γάλλου κινηματογραφικού συνθέτη Συρίλ Μορέν, στο πρότυπο του Γιάν Τιερσέν, με ηχόχρωμα παιδικού παιχνιδιού να χαρακτηρίζει τον ψυχισμό του πρωταγωνιστή, ενώ η αίσθηση μυστηρίου και αγωνίας στη διαδικασία αναζήτησης αποδίδεται με λάτιν κρουστά σε τζαζ ρυθμούς.

Η αναφορά στην κοινή κουλτούρα των πρώην σοβιετικών χωρών, όπως Αζερμπαϊτζάν, Αρμενία και Γεωργία, υπογραμμίζεται στην ταινία του Χέλμερ με το ανεπαίσθητο άκουσμα παλιών τραγουδιών από ραδιόφωνο, με τούρκικα και αρμένικα λαϊκά τραγούδια ή αραβόφωνα ταγκό, σαν και αυτό που χορεύει η γυναίκα που λικνίζεται. Στη σκηνή τελετουργικής συνταξιοδότησης του πρωταγωνιστή, ακούγεται και ένα παραδοσιακό χορωδιακό γεωργιανό, που το σιγοτραγουδούν τέσσερις καθαρίστριες, ενώ κάνουν διάλειμμα έξω απ’ το μηχανοστάσιο. Αυτή η νοσταλγική διάθεση ανακαλεί τις ταινίες καλοπροαίρετης ανεμελιάς της γαλλικής περιόδου του Γεωργιανού Οτάρ Ιοσελιάνι, γεμάτες από σκηνές όπου οι πρωταγωνιστές τραγουδάνε σε γλέντια.

* Η Ιφιγένεια Καλαντζή είναι θεωρητικός-κριτικός κινηματογράφου, ifigenia.kalantzi@gmail.com

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!