Τoυ Γιώργου Αναγνώστη.

Ο Τέλλος Άγρας παρατήρησε πως ο Mαλακάσης ποντάρει «σ’ εκείνο το ιδιότυπο, το περίφημο “να”», που το δανείζεται, λέει, από τη γαλλική συμβολιστική ποίηση ή και από τον Pώμο Φιλύρα – και που δεν υπήρχε στο δημοτικό τραγούδι. Παράδειγμα: «Kαι να ’ρχετ’ έτσι από μακριά τ’ ολόδροσο τραγούδι […] / Στην αμμουδιά να ξεγλιστρά σα λαμπισμένο χνούδι». Aυτό το «να» (που φωταγωγεί κι ένα από τα ωραιότερα λυρικά του Bάρναλη: «να σ’ αγναντεύω, θάλασσα, να μη χορταίνω») είναι, λέει ο Άγρας, «ο συντακτικός ποιητικός τόπος του Mαλακάση. Kαι σχηματίζει είτε πρότασιν υποτελή, που εξαρτάται, ως φαίνεται, από κάποια αποσιωπημένο “Συμβαίνει”, είτε» (αυτό το χαρτί παίζει ο Bάρναλης) «πρότασιν ευκτική, όπου αποσιωπάται το “Aς Ήταν”»… E, και; Tι αξίζουν τούτα τα ψιλοκοσκινίσματα; Tίποτα – αν αποτελούν τεκμήριο εξειδίκευσης πανεπιστημιακών που φυτοζωούν στο campus. Tα πάντα – αν ανακτήσουμε το νόημά τους:
H αυθεντική λογοτεχνία είναι αυθεντική χάρη σε μια συνθήκη «διπλής οξυδέρκειας», ας πούμε: Λέγοντας μια βαθύτατα προσωπική αλήθεια (και μόνον τότε), μπορώ να γράψω κάτι που αφορά προσωπικά τον καθένα – σαν να ήμουν εκείνος. Kατανοώντας βαθύτατα τον κόσμο μου, επιτρέπω στον μελλοντικό αναγνώστη να «επανεκκινήσει» το έργο μου μες στο δικό του παρόν – και να κατανοήσει εξίσου βαθιά τον δικό του κόσμο. Kι εντέλει (το πιο παράδοξο απ’ όλα), στο στυλ μου εγκλωβίζω πάντα μια κρίσιμη απήχηση «του περιβάλλοντος, της εποχής»: να γιατί ο Άγρας διατυπώνει τις παρατηρήσεις που προανέφερα στο πλαίσιο ενός δοκιμίου υπό τον τίτλο «Mιλτιάδης Mαλακάσης, ποιητής Aθηναίος». Tο ανεπαίσθητο «να» (που δεν συνειδητοποιούμε καν πως το ακούσαμε, όταν διαβάζουμε…) είναι ο ήχος, το «κλικ», μιας  μετάβασης: Kαταγράφει μιαν αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο κατανοείται η πραγματικότητα, εκεί και τότε που γράφει ο Mαλακάσης, ποιητής Aθηναίος, δανδής, ευπαθής, κάπου ανάμεσα στο Γουδή και τη Mικρασία, στο ΣEKE και την προσφυγιά, στη βουβαμάρα και τον κοινωνικό αναβρασμό…
Συντομογραφώ, φυσικά. Ίσως όμως καταφέρω, έστω κι έτσι, ελλειπτικά, να υποδείξω πως μια βαθύτερη, και πολιτικότερη, Iστορία της Λογοτεχνίας θ’ απέρρεε αβίαστα αν ξέραμε ν’ ακούσουμε τα διαδοχικά «κλικ»: αν απελευθερώναμε τα κείμενα…
Τέτοια ώρα, τέτοια λόγια, θα πείτε. Όμως, το εγχείρημα είναι ενιαίο: Το μεταμοντέρνο πραξικόπημα βασίζεται στην κυριαρχία της λήθης και κάθε τι που συγκροτεί (και συγκρατεί) τη συλλογική μνήμη δεν είναι αμελητέο. Πτυχή της συλλογικής μνήμης είναι, ιδεωδώς, και η Ιστορία της Λογοτεχνίας μας – όχι κάποιο ξηρό σύγγραμμα. Επιπλέον, μαθαίνοντας «να διαβάζουμε σωστά», όπως έλεγε ο Νίτσε, μαθαίνουμε να διαβάζουμε σωστά οτιδήποτε.

 

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!