Η Βωδάμαξα

… Πηγαίνεις αργά σα βιβλική χελώνα
σηκώνοντας  τη μοίρα των ανθρώπων της γης,
πιο λυπημένη απ’ το μαγγανοπήγαδο και το σαλιγκάρι,
με ρόδες σκοτεινές δίχως αχτίνες,
φέτες γριάς βαλανιδιάς πελεκημένες απ’ τον πρόγονο,
κυλάς πάνω στον κάμπο που δεν έχει δρόμους,
μα είναι δίσκος τοξωτός μ’ ανατολή και δύση
και το Θεό ανάμεσα μεγάλο
για να σκεπάζει τα χωράφια μας.

Ξανθό βουνό απ’ άχερο σηκώνεις το θεριστή μήνα
γλυστρώντας σε πελώρια ψάθα ψαλιδισμένη
απ’ τις φεγγαροπρόσωπες θερίστρες αδερφές μου
και πας μονάχη κάτω απ’ το λιοπύρι,
γιατί ο αφέντης σου πληγώθηκε απ’ το κάμα
και μες στο θησαυρό του βουλιαγμένος,
πιο κίτρινος απ’ τ’ άχερο,
πιο γυμνός απ’ την πέτρα
νειρεύεται μπορεί μια πετροπέρδικα
και λούζεται σε μια βουνίσια ανάβρα…

Ροή

Εμένα δεν ανέβηκε ο θάνατος από τις φτέρνες,
όρμησε ίσα στην καρδιά μου,
γι’ αυτό τα πόδια έχω ζεστά κι ας είμαι σκοτωμένη.

Έτσι ζεστή εδιάβηκα τη γέφυρα του πιο μεγάλου ύπνου
δίχως να στρέψω πίσω το κεφάλι
με κεντημένα τα γοβάκια μου άστρα

για να σταθώ ψηλαφητά στην πόρτα
που τη φυλάν μαρμάρινα σκυλιά και κυπαρίσια.
Οι φίλες μου δεν έμαθαν ποτέ
τη λέξη που ψιθύρισα σαν ξεψυχούσα,

μηδέ και συ, που ήσουν ο δικός μου!

Μην αφουγκράζεστε τη νύχτα, αγαπημένοι μου,
τώρα η φωνή μου πια δεν έχει λέξεις
σα να μην ήταν κοριτσιού ποτέ-
παρά του δάσους, των κυμάτων.

Ωστόσο η λησμονιά σας θα με σκότωνε ξανά.
Μη με ξεχνάτε,
αναζητάτε με παντού, το θέλω:
Στις άμπελες χτυπώ τα φύλλα μου
στις όχθες τρίζω σαν καλάμι…

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!