Δημοσιοποιήθηκαν από την Κομισιόν την Τετάρτη 27/2/2019 οι εκθέσεις της που αφορούν την «ετήσια αξιολόγηση της οικονομικής κατάστασης στα κράτη μέλη» (Έκθεση για το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο) μεταξύ των οποίων και στην Ελλάδα, καθώς και η εκείνη που αφορά την Ελλάδα στο πλαίσιο της «Ενισχυμένης Εποπτείας» από τους θεσμούς.

Το πρώτο πολιτικό συμπέρασμα που προκύπτει για την Ελλάδα, από τα κείμενα αλλά και από τις ενέργειες που θα ακολουθήσουν (εξέταση κατάστασης από Eurogroup, υποβολή προγράμματος διορθωτικών ενεργειών, συστάσεις, «πιέσεις» κ.λπ.), είναι ότι, αν και τυπικά τα μνημόνια έχουν λήξει, στην πράξη συνεχίζουν και υφίστανται «άτυπα». Οι μνημονιακές πρακτικές, οι διαδικασίες και οι πολιτικές τους συνεχίζουν να είναι υποχρεωτικές για την Ελλάδα και μάλιστα χωρίς πλέον χρηματοδότηση. Ήδη η Κομισιόν με απόφασή της την 20/2/2019 παρέτεινε κατά 6 μήνες την υπαγωγή της Ελλάδας στην αυξημένη επιτήρηση. Επίσης, ο κ. Μοσκοβισί, με αφορμή την έκθεση ενισχυμένης εποπτείας, μας ξεκαθάρισε ότι «Οι δεσμεύσεις πρέπει να γίνουν σεβαστές».

Η συνέχεια των μνημονίων…

Το δεύτερο συμπέρασμα αφορά την κατάσταση της οικονομίας η οποία, για όποιον θέλει να βλέπει πέρα από την ευημερία των αριθμών που δημοσιοποιούνται ως τρέχουσα κατάσταση-εκτίμηση, χωρίς όμως να έχουν επιβεβαιωθεί-πραγματοποιηθεί, βρίσκεται σε αδιέξοδο. Μετά από τρία μνημόνια και δεκάδες δισ. ευρώ μέτρα τα βασικά προβλήματα όχι μόνο παραμένουν αλλά έχουν επιδεινωθεί. Αναμένεται δε περαιτέρω επιδείνωσή τους καθώς οι ρυθμοί ανάπτυξης στην παγκόσμια οικονομία και κυρίως στην ΕΕ μειώνονται, ενώ παράλληλα έχουμε μπει σε περίοδο αντιστροφής πορείας από το φθηνό χρήμα μέσω μηδενικών επιτοκίων και προσφοράς ρευστότητας από τις κεντρικές τράπεζες.

Στην έκθεση για την αξιολόγηση της οικονομικής κατάστασης η Ελλάδα κατατάσσεται στην κατηγορία χωρών με «υπερβολικές ανισορροπίες», μαζί με την Κύπρο και την Ιταλία. Άλλα 10 κράτη μέλη της ΕΕ περιλαμβάνονται στην κατηγορία που αφορά «οικονομικές ανισορροπίες». Οι βασικές ανισορροπίες που καταγράφει η έκθεση για την Ελλάδα αφορούν τα μεγάλα προβλήματα χρέους και κόκκινων δανείων, αλλά και την ιδιαίτερα αρνητική καθαρή διεθνή επενδυτική θέση καθώς και τη συνεχή απώλεια στα μερίδια αγοράς των εξαγωγών. Να σημειώσουμε εδώ, σε σχέση με την αποτελεσματικότητα των μνημονίων αν και δεν γίνεται φυσικά καμία αναφορά από την Κομισιόν, ότι α) το πρόβλημα του χρέους υπήρχε και επιδεινώθηκε δραματικά με τα μνημόνια, και β) τα λοιπά προβλήματα που καταγράφει η έκθεση είναι επιδεινούμενα αποτελέσματα των μνημονιακών πολιτικών που εφαρμόστηκαν. Παρ΄ όλα αυτά συνεχίζουν να μας κάνουν υποδείξεις και να επιβάλλουν πολιτικές, αφού το εθελόδουλο πολιτικό σύστημα τους έχει δώσει όλες τις αναγκαίες εξουσιοδοτήσεις.

Καθυστερήσεις στην υλοποίηση μνημονιακών υποχρεώσεων

Η ειδικότερη έκθεση που αφορά την αυξημένη εποπτεία για την Ελλάδα καταγράφει, ως ένα καθαρά μνημονιακό κείμενο, τις καθυστερήσεις στην εφαρμογή συμφωνημένων μέτρων και το πλαίσιο των αναγκαίων διορθωτικών ενεργειών.

Από τα 16 μέτρα που έπρεπε να έχουν ολοκληρωθεί εντός του 2018 βασικά προβλήματα εντοπίζονται στα ακόλουθα 5 θέματα:

Προστασία Α’ κατοικίας: Η Κομισιόν θεωρεί ότι το υπό συζήτηση πλαίσιο προστασίας ενισχύει τους «στρατηγικούς κακοπληρωτές». Γενικώς οι θεσμοί έχουν αρκετές ενστάσεις επί της πρότασης. Σε ένα πλαίσιο το οποίο υπαγορεύθηκε από τις τράπεζες (βλέπε σχετικό άρθρο στον Δρόμο της 16/2/2019) οι θεσμοί «ζητούν» να γίνει ακόμα φιλικότερο προς αυτές.

Μείωση «κόκκινων δανείων», αξιολόγηση τραπεζών: Η έκθεση θεωρεί ελλιπή τα μέχρι στιγμής αξιοποιηθέντα εργαλεία για τη μείωση των κόκκινων δανείων. Παράλληλα εκτιμά ότι τα κεφάλαια των τραπεζών είναι ποιοτικά υποβαθμισμένα (κοινώς ανεπαρκή). Σημειώνουμε ότι από τα 25 δισ. ευρώ ίδια κεφάλαια τα 21,8 δισ. είναι αναβαλλόμενοι φόροι. Ζητά βελτιώσεις στη διαδικασία των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών και επιτάχυνση των διαδικασιών για οριστικοποίηση λύσεων για τα κόκκινα δάνεια. Ουσιαστικά αναζητείται η νέα διαδικασία, που όπως έχουμε αναφέρει (Δρόμος της 1ης & 8ης/12/2018), θα μεταφέρει τις ζημιές των τραπεζών από τη μείωση των κόκκινων δανείων στις τσέπες όλων μας, όπως έγινε και με την πρώτη ανακεφαλαιοποίηση που μας στοίχισε 40,2 δισ. ευρώ.

Αποκρατικοποιήσεις: Δίνεται έμφαση στην ιδιωτικοποίηση της Εγνατίας οδού, καλώντας την κυβέρνηση να εφαρμόσει τις συμφωνίες για την πώλησή της και να σταματήσουν να δημιουργούνται προβλήματα. Ως προς τις λοιπές αποκρατικοποιήσεις το «νερό έχει μπει στο αυλάκι» καθώς εγκρίθηκε από την κυβέρνηση το πρόγραμμα του 2019 (βλέπε Δρόμος 23/2/2019).

Πώληση λιγνιτικών μονάδων ΔΕΗ: Η αποτυχία στην πρώτη διαγωνιστική διαδικασία έχει σαν αποτέλεσμα την αύξηση των πιέσεων για να κλείσει όσο το δυνατόν συντομότερα το θέμα. Κάτω από αυτές τις συνθήκες η πιο πιθανή κατάληξη, για μία ακόμα φορά, θα είναι η πώληση ενός σημαντικού δημόσιου περιουσιακού στοιχείου έναντι ευτελούς τιμήματος.

Ληξιπρόθεσμες οφειλές δημοσίου: Ο ρυθμός μείωσης των ληξιπρόθεσμων οφειλών του δημοσίου προς ιδιώτες επιβραδύνεται σταδιακά ενώ παράλληλα δημιουργούνται νέες καθυστερούμενες οφειλές, παρά τις δεσμεύσεις της κυβέρνησης. Έναντι στόχου για μηδενισμό, το ύψος των σχετικών οφειλών στο τέλος του 2018 ήταν 1,4 δισ. ευρώ, συμβάλλοντας τα μέγιστα στη δημιουργία των απατηλών υπέρ-πλεονασμάτων.

Στελέχωση της ΑΑΔΕ (Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων): Η έκθεση σημειώνει ότι απαιτούνται βήματα για την κάλυψη της έλλειψης προσωπικού στην ΑΑΔΕ. Κλείνει όμως τα μάτια και τα αυτιά στις τεράστιες ανάγκες προσωπικού και σε άλλους χώρους που αφορούν το μέλλον της χώρας και τους πολίτες π.χ. παιδεία, υγεία κ.λπ. Μάλιστα η Κομισιόν εκφράζει ανησυχίες για τις πρόσφατες ανακοινώσεις προσλήψεων μόνιμου προσωπικού το 2019 και για τη σημαντική αύξηση του έκτακτου προσωπικού το 2018.

Νέα μέτρα και επιβαρύνσεις για το 2019-2020

Παράλληλα, μέσα στην έκθεση θίγονται μια σειρά σημαντικά ζήτημα όπως:

Ολοκλήρωση έργου ΤΧΣ (Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας): Όπως προκύπτει, έχει ληφθεί η απόφαση για αποεπένδυση με την πώληση των μετοχών των συστημικών τραπεζών στις ίδιες τις τράπεζες. Λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση όσον αφορά τις τιμές τους στο χρηματιστήριο, το αβίαστο συμπέρασμα είναι ότι από μία ακόμα πλευρά θα φορτωθούν βάρη δισεκατομμυρίων στον λαό.

Ρύθμιση 120 δόσεων για οφειλές στο δημόσιο (ΔΟΥ & ασφαλιστικά ταμεία): Εδώ φαίνεται ότι παίζεται «παιγνίδι». Σύμφωνα με την Κομισιόν, η ελληνική κυβέρνηση έχει ενημερώσει ότι δεν σκοπεύει στο εγγύς μέλλον να προχωρήσει σε αναθεώρηση του ισχύοντος συστήματος δόσεων για χρέη στο δημόσιο. Την ίδια περίοδο η κυβέρνηση έχει εξαγγείλει ρύθμιση για 120 δόσεις με διαγραφές προσαυξήσεων και τόκων και το σχετικό νομοσχέδια αναμένεται σύντομα. Γενικά οι θεσμοί είναι αντίθετοι στην προοπτική νέας γενικευμένης ρύθμισης, όπως αυτή των 120 δόσεων για μικρο-οφειλές (έως 10.000 ευρώ) και «κατανοούν» την αναγκαιότητα ύπαρξης ρυθμίσεων για τις μεγαλύτερες (άνω των 10.000).

Κατώτατος μισθός: Η αύξηση 11% που δόθηκε θεωρείται υπερβολική και ότι θα δημιουργήσει προβλήματα (μείωση ανταγωνιστικότητας, μείωση στον ρυθμό προσλήψεων και αύξηση αδήλωτης εργασίας). Αναγνωρίζει όμως ότι συμβάλλει στην τόνωση της κατανάλωσης αλλά και στην αύξηση των δημοσίων εσόδων!!! (βλέπε Δρόμος 2/2/2019).

Μείωση αφορολόγητου το 2020: Ο σχετικός νόμος είναι ενεργός και πρέπει να εφαρμοστεί από 1/1/2020 ώστε να διευρυνθεί η φορολογική βάση ενώ παράλληλα πρέπει να ληφθούν μέτρα φορολογικής ελάφρυνσης των επιχειρήσεων. Συνεπώς ετοιμάζεται με πρωτοβουλία των θεσμών η εφαρμογή της μείωσης του αφορολόγητου από 8.600 ευρώ στα 5.600, όπως «νομοθέτησε» η παρούσα κυβέρνηση τον Μάιο του 2017. Έτσι, όποιος έχει μηνιαίο μεικτό εισόδημα πάνω από 466 ευρώ (μαζί με δώρα κ.λπ.) θα επιβαρύνεται φορολογικά με 22% συντελεστή και την ίδια στιγμή στα μερίσματα των επιχειρήσεων η φορολογία θα μειωθεί από 15% σε 10% (δηλαδή κατά 33%)!!!

Δικαστικές αποφάσεις αναδρομικών κλπ: Σύμφωνα με την έκθεση, οι ελληνικές αρχές καλούνται να παρακολουθούν στενά όλους τους παράγοντες που επηρεάζουν τα δημοσιονομικά μεγέθη περιλαμβανομένων των δικαστικών αποφάσεων, και καλούνται επίσης να πάρουν ισοδύναμα μέτρα, όπως χρειάζεται, στο πλαίσιο του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος Δημοσιονομικής Στρατηγικής. Στον βαθμό όπου οι δικαστικές αποφάσεις ανατρέπουν διαρθρωτικά μέτρα τα οποία συμφωνήθηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος, η αντιμετώπισή τους θα πρέπει να γίνει με μεταρρυθμίσεις ή μέτρα εντός του ιδίου πλαισίου πολιτικής. Το δημοσιονομικό κόστος μόνο για την περίπτωση δικαίωσης των διεκδικήσεων Δώρων στο δημόσιο ανέρχεται σε 1,3% του ΑΕΠ ή περίπου 2,4 δισ. ευρώ. Συνεπώς αναζητούνται μέτρα ίσης αξίας και άμεσης απόδοσης στον βαθμό που θα τελεσιδικήσουν τέτοιες αποφάσεις δικαιώνοντας τους εργαζόμενους ή τους συνταξιούχους.

Η υποχρεωτικότητα της εφαρμογής των μνημονιακών πολιτικών

Οι παραπάνω συστάσεις και παρατηρήσεις της Κομισιόν έχουν έναν συγκεκριμένο στόχο. Την εφαρμογή, με την απαιτούμενη συνέπεια, των μνημονιακών πολιτικών. Όπως άλλωστε «ξεκαθάρισε» ο κ. Μοσκοβισί η κυβέρνηση οφείλει να έχει ολοκληρώσει έγκαιρα τις αναγκαίες ενέργειες για να πείσει τους θεσμούς ότι «τηρεί τα συμφωνημένα» έως την 11η Μαρτίου που θα είναι η επόμενη σύνοδος του Eurogroup και θα ασχοληθεί με το θέμα.

Πίσω από αυτή τη ρητορική κρύβεται ο εκβιασμός. Το ποσό των παρεμβάσεων στην τρέχουσα περίοδο για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους υπολογίζεται σε 970 εκ. ευρώ. Σε περίπτωση που οι Ελληνικές τοποθετήσεις δεν θα κριθούν θετικές, η διαδικασία μεταφοράς των 970 εκ. θα πάει αργότερα, ή και καθόλου, ανάλογα με τον βαθμό «συμμόρφωσης» της Ελλάδας στις απαιτήσεις των θεσμών. Φανταστείτε τον αντίκτυπο στα ελληνικά ομόλογα στις 12/3/2019 σε περίπτωση αρνητικής εξέλιξης και το τι θα γίνει με την προετοιμαζόμενη νέα έξοδο της χώρας στις αγορές….

Συνεπώς η κυβέρνηση έχει δέσει τη χώρα και τον λαό «χειροπόδαρα» στις μνημονιακές πολιτικές τόσο τυπικά μέσω της αυξημένης εποπτείας όσο και άτυπα μέσω της διαδικασίας των αγορών. Κατά τα άλλα πανηγυρίζει για την επιτυχία της «εξόδου από τα μνημόνια»…

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!