Το ροκ δεν κακοποιήθηκε για πρώτη φορά το βράδυ της 14ης Μαΐου, στο μικρό θωρακισμένο κλαμπ Barman Dictat του Κιέβου, όταν ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Άντονι Μπλίνκεν, μετά από μία συνάντηση ρουτίνας με τον πρόεδρο της Ουκρανίας σχετική με τα νέα οπλικά συστήματα που ψήφισε το αμερικάνικο Κογκρέσο για τον ουκρανικό στρατό, ανέβηκε στο πάλκο με μια κόκκινη αριστερόχειρη Epiphone κιθάρα κι έπαιξε μαζί με τους ντόπιους μουσικούς του συγκροτήματος «19.99» το τραγούδι του Νιλ Γιανγκ «Rockin’ in the free world», αιτιολογώντας την επιλογή του με το κλισέ ότι «οι Ηνωμένες Πολιτείες παλεύουν όχι μόνο για μια ελεύθερη Ουκρανία, αλλά για ένα ελεύθερο κόσμο»! Αλλά πώς κολλάει αυτή η στερεότυπα φιλοπόλεμη-με-φερετζέ δήλωση σε ένα τραγούδι με το οποίο ο καλλιτέχνης που το έγραψε μιλάει ειρωνικά για όλους αυτούς που απολαμβάνουν τον «ελεύθερο κόσμο» παραβλέποντας τους άστεγους, τους ναρκομανείς των σκουπιδοτενεκέδων και τα παρατημένα μωρά που δεν θα πάνε σχολείο ούτε θα ερωτευτούν ποτέ!

Αυτό το τραγούδι, το οποίο ο συγγραφέας Nicholas Tochka χαρακτηρίζει ως «καυστικό κατηγορητήριο της αποτυχίας του Αμερικάνικου ονείρου», βρήκε ο πιο αμοράλ εκπρόσωπος του στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος να παίξει στην Ουκρανία! Αυτός που είναι ο ανώτατος αξιωματούχος που προωθεί παγκόσμια τους πολέμους και τις σφαγές, που συγκαλύπτει προκλητικά τη γενοκτονία στη Γάζα με την εξόντωση και τον ακρωτηριασμό δεκάδων χιλιάδων παιδιών, την ολική καταστροφή των σχολείων, των παιδικών σταθμών και των μαιευτηρίων και προστατεύει όχι τους άστεγους Παλαιστίνιους αλλά τους ανακηρυγμένους από το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας σιωνιστές εγκληματίες τύπου Νετανιάχου, Γκαλάντ, Μπεν Γκβιρ, Σμότριτς κ.λπ..

Και μ’ αυτό το τραγούδι, του οποίου «οι στίχοι οι στίχοι απέχουν πολύ από μια ωδή στις ΗΠΑ και την αποστολή τους να διαδώσουν τη δημοκρατία» κατά το σχόλιο του Shaun Walker στην εφημερίδα The Guardian, ο Μπλίνκεν το έπαιξε άνετος και διασκέδασε το ακροατήριο του που αποτελείτο από διπλωμάτες, δημοσιογράφους, σωματοφύλακες, πράκτορες των μυστικών υπηρεσιών, Ουκρανούς αξιωματούχους και ένστολους του τρέχοντος πολέμου. Στο τέλος του τραγουδιού, όλοι αυτοί χειροκρότησαν θερμά, αλλά το «μήνυμα» προκάλεσε κι άλλες αντιδράσεις. Όπως έγραψε στο «Χ» ο Oleh Symoroz, Ουκρανός βετεράνος που έχασε και τα δύο του πόδια στο μέτωπο, «τόσοι πολλοί άνθρωποι πεθαίνουν κάθε μέρα επειδή δεν έχουμε αρκετά όπλα και αρκετή υποστήριξη από τους συμμάχους μας. Τέτοιες συναυλίες είναι απλά άκομψες και ακατάλληλες. Συμβουλεύω τον υπουργό Εξωτερικών να επισκεφθεί ένα στρατιωτικό νεκροταφείο και όχι ένα μπαρ».

Ο Άντονι Μπλίνκεν στο Barman Dictat του Κιέβου…

Παρανόηση

Αλλά, όπως υπονόησα εξ αρχής, το ροκ έχει στρεβλωθεί και μακελευτεί πολλές φορές και, μάλιστα, από τους φυσικούς εχθρούς του σαν τον Μπλίνκεν που κάνει τον ροκά σε μια χώρα που την σπρώχνουν εν ψυχρώ στον αφανισμό , σαν τον Μπιλ Κλίντον που ενώ ήταν πολεμοχαρής και ψυχροπολεμικός υποδυόταν τον σαξοφωνίστα στο Reduta Jazz Club στην Πράγα το 1994 ή τον Ρόναλντ Ρίγκαν που στην προεκλογική του εκστρατεία, το 1984, αν και ήταν γνωστός για τις αντι-ροκ απόψεις του, εκθείαζε δημόσια το τραγούδι του Μπρους Σπρίνγκστιν «Born in the U.S.A εκλαμβάνοντάς το ως εθνικιστικό ύμνο, ενώ ο τραγουδοποιός το έγραψε για να τονίσει την κακομεταχείριση των βετεράνων στρατιωτών του πολέμου στο Βιετνάμ στην ίδια τους την πατρίδα από τις αμερικάνικες κυβερνήσεις! Μάλιστα, οι επιτελείς του είχαν θεωρήσει λογικό να ζητήσουν από τον Σπρίνγκστιν να δηλώσει την υποστήριξη του στον Ρίγκαν επειδή ο πρόεδρος των ΗΠΑ έλεγε στους ψηφοφόρους ότι «το μέλλον της Αμερικής στηρίζεται σε χιλιάδες όνειρα μέσα στις καρδιές σας∙ στηρίζεται στο μήνυμα της ελπίδας που υπάρχει στα τραγούδια του Μπρους Σπρίνγκστιν από το Νιου Τζέρσεϊ»! Το θεωρούσαν καλό αντίβαρο στην πανεθνική καμπάνια «Το Ροκ ενάντια στον Ρίγκαν» που με τη συμμετοχή δημοφιλών συγκροτημάτων και τοπικών καλλιτεχνών έκανε συναυλίες σε όλη την Αμερική.

Το ίδιο τραγούδι υπήρξε θύμα και πολλών άλλων ακροδεξιών πολεμοκάπηλων, του Ντόναλντ Τραμπ συμπεριλαμβανομένου, μόνο και μόνο επειδή στο ρεφρέν επαναλαμβάνεται με έμφαση η φράση «Γεννημένος στις ΗΠΑ», ενώ στο σύνολό του υποδηλώνει ακριβώς την αντίφαση ανάμεσα στο να είσαι γεννημένος στις ΗΠΑ και ταυτόχρονα να ζεις παραπεταμένος ακόμα κι αν την υπηρέτησες πιστά. Μια παρεξήγηση γύρω από ένα τραγούδι που το είχαν υιοθετήσει και οι ναύτες του 6ου στόλου που επόπτευε τις χώρες της Ανατολικής Μεσογείου και το τραγουδούσαν εν χορώ πάνω στο κατάστρωμα του αεροπλανοφόρου για να προγκάρουν τους λαούς που αντιστέκονταν στην παρουσία και τη δράση τους στη Μέση Ανατολή.

Βέβαια, ο Σπρίνγκστιν, όχι μόνο με το τραγούδι του, αλλά και με τη φωτογραφία της Annie Leibovitz στο εξώφυλλο του μεγάλου δίσκου που το περιείχε, με τον ίδιο μπροστά στην αμερικάνικη σημαία και στην κωλότσεπη του τζιν ένα κόκκινο καπελάκι του μπέιζμπολ που παραπέμπει στον Αμερικάνο των μεσοδυτικών πολιτειών που δεν φημίζεται για την προοδευτικότητά του, άθελά του μπορεί να άφησε κάποιο περιθώριο για παρανοήσεις. Γι’ αυτό ούτε οι δημόσιες δηλώσεις του με τις οποίες απέρριπτε με απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς τον Ρίγκαν και τον Τραμπ, δεν απέτρεψαν τους ακροδεξιούς συντηρητικούς να χρησιμοποιούν επί δεκαετίες το συγκεκριμένο τραγούδι του παίρνοντας απ’ αυτό ό,τι τους βολεύει και δίνοντας τη δική τους ερμηνεία στο άκουσμά του καθώς ανεμίζουν την αστερόεσσα σε πολιτικές συγκεντρώσεις που κυριαρχούν τα συνθήματα εναντίον των ξένων και εναντίον των ακροαριστερών που –όπως παρανοϊκά πιστεύουν- ελέγχουν την αμερικάνικη κυβέρνηση!

Αλλά σημαντικό ρόλο σ’ αυτή την παρεξήγηση έπαιξε και το γεγονός ότι το Born in the U.S.A. κυκλοφόρησε το 1984 και όχι το 1968, σχεδόν είκοσι χρόνια μετά την αιχμή του αντιπολεμικού και εναλλακτικού κινήματος, όταν πια δεν υπήρχε το φυσικό ανθρωπογενές, κοινωνικό, πολιτικό και πολιτιστικό περιβάλλον μέσα στο οποίο άνθιζε και κυριαρχούσε το ροκ στην πλήρη του πολιτική διάσταση. Ένα τραγούδι με τις προδιαγραφές του ροκ των κινημάτων, της συμμετοχής στη διαμαρτυρία και της δημιουργικής αισιοδοξίας για ουσιαστικές αλλαγές της δεκαετίας του ‘60, δεν είχε πια –δυο δεκαετίες αργότερα- το οικείο έδαφος, ούτε το υπόβαθρο ούτε το χώρο υποδοχής που είχαν τα αντίστοιχα τραγούδια στην προπερασμένη δεκαετία. Αυτό το είχαν επισημάνει, ο καθένας με τον τρόπο του, ορισμένοι σοβαροί σχολιαστές στον Τύπο της εποχής.

Σχεδόν όλη η δουλειά του Σπρίνγκστιν της περιόδου που έγραψε το Born in the U.S.A., τα περισσότερα τραγούδια του περιγράφουν μια πολύ γκρίζα, σκοτεινή ζωή όχι μόνο για τους βετεράνους των πολέμων που ασταμάτητα διεξάγουν οι Αμερικάνοι σε όλη τη γη. Ο τραγουδοποιός ασχολείται με τον καθημερινό άνθρωπο, τον εργάτη που βλέπει την αμερικάνικη βιομηχανία να μετακομίζει στο εξωτερικό ή να βάζει λουκέτο δημιουργώντας άνεργους σε πόλεις-φαντάσματα σαν το Ντιτρόιτ και τον αγρότη που ζει βαριεστημένα σε μια ενδοχώρα που επικρατεί η θρησκοληψία, η βία, ο ρατσισμός, η ξενοφοβία, η μοναξιά και η αίσθηση της εγκατάλειψης μακριά από τα κέντρα λήψης των αποφάσεων. Σ’ ένα άχαρο περιβάλλον που και η εκδήλωση των πιο ζωτικών συναισθημάτων, των πιο απαραίτητων για την ψυχική γαλήνη, είναι άκρως προβληματική.

Τα λόγια

Ακούγοντας στο άνετο γραφείο μου στη CBS τα τραγούδια που περιλαμβάνονται στο άλμπουμ «Born to run» και μετά στο «Darkness on the edge of town», όντας υπεύθυνος για το διεθνές και ελληνικό ρεπερτόριο της εταιρίας, μόνο θλίψη μού προκαλούσαν τα λόγια και το ύφος τους. Είχα πάντα την ανάγκη να ξέρω τι λένε τα τραγούδια, γι’ αυτό στους δίσκους που είχαν αξία και νόημα, φρόντιζα να συμπεριλαμβάνονται στην ελληνική έκδοση τυπωμένοι οι στίχοι των τραγουδιών προκειμένου ο ακροατής που θα αγοράσει το δίσκο να μπαίνει βαθύτερα στο θέμα του κάθε τραγουδιού, χωρίς να δυσκολεύεται κατά την ακρόαση, με δεδομένο ότι ήταν πολύ λιγότεροι από σήμερα όσοι ήξεραν τόσο καλά αγγλικά ώστε να μην χρειάζονται τυπωμένα τα λόγια για να πιάσουν το νόημα και το μήνυμα κάθε τραγουδιού.

Και στους μεταγενέστερους δίσκους, όταν είχα πλέον φύγει από τη CBS και δεν είχα την ευθύνη για την επιλογή και κυκλοφορία των δίσκων του στην Ελλάδα, δεν έβγαζε ευχάριστα τραγούδια ο Σπρίνγκστιν, ούτε αισιόδοξα. Στους δίσκους του, «The river» (1980), «Nebraska» (1982) και «Born in the U.S.A.» (1984) που τους άκουγα με προσοχή, η Αμερική που περιέγραφε δεν είχε καμία σχέση με την Αμερική που διαφήμιζαν οι πολιτικοί για να αποσπάσουν ψήφους στο εσωτερικό και να εξάγουν μια εικόνα των ΗΠΑ παραδεισένια στο εξωτερικό. Καμία σχέση με το «Αμερικάνικο όνειρο» που είχε πια γίνει χλωμός μύθος. Η θεματολογία του Σπρίνγκστιν παρέμενε σταθερά αμερικάνικη, της ενδοχώρας θα έλεγα, και σ’ αυτό αντιστοιχούσε η μουσική του η οποία είχε αρκετά έντονα στοιχεία από την country, δηλαδή από τη μουσική της υπαίθρου, σε διαφορετικό, βέβαια, μήκος κύματος από τα καθιερωμένα τραγούδια του ροντέο και του καουμπόι που –όπως στα διαφημιστικά ταμπλό- καπνίζει Μάλμπορο διασχίζοντας έφιππος τα μεγάλα λιβάδια των πολιτειών όπου κάποτε ζούσαν οι ιθαγενείς που εκδιώχτηκαν και εξοντώθηκαν μαζικά μαζί με τα βουβάλια που τους έτρεφαν.

Ο Χαβιέ Μιλέι στο Luna Park του Μπουένος Άιρες…

Ο ροκάς με το πριόνι

Λίγες ώρες μετά την εμφάνιση του Αμερικάνου υπουργού Εξωτερικών στο κλαμπ του Κιέβου να παίζει και να τραγουδάει ροκ, ένας άλλος ανεκδιήγητος και επικίνδυνος ακροδεξιός, στην άλλη άκρη του κόσμου, ο πρόεδρος της Αργεντινής Javier Milei, με γραβάτα και δερμάτινο ημίπαλτο, και όχι με στολή λιονταριού, μπάτμαν ή σούπερμαν που συνήθιζε να εμφανίζεται στο κοινό, ούτε με ηλεκτρικό πριόνι όπως έκανε στις προεκλογικές του εξορμήσεις, που δηλώνεται ως πρώην μαρξιστής και νυν «φιλελεύθερος αναρχοκαπιταλιστής», υποδυόταν τον Μικ Τζάγκερ μπροστά σε ένα ενθουσιώδες πλήθος οκτώ χιλιάδων ανθρώπων που μαζεύτηκε στην αρένα Luna Park στο Μπουένος Άιρες για την παρουσίαση του βιβλίου του «Το νεοφιλελεύθερο μονοπάτι – καπιταλισμός, σοσιαλισμός και η νεοκλασική παγίδα».

Μπορεί το «νούμερο» να μην απέσπασε τα καλύτερα σχόλια από τους ανθρώπους που καταλαβαίνουν από μουσική και των ειδικών που γνωρίζουν από οικονομία και κοινωνιολογία, ενώ είναι σίγουρο ότι άκουσε όλες τις κατάρες των μυριάδων διαδηλωτών που σχεδόν καθημερινά απεργούν και κατεβαίνουν στους δρόμους των πόλεων της Αργεντινής διαμαρτυρόμενοι δυναμικά για το πρωτοφανές ξήλωμα του συνταγματικού και κοινωνικού κράτους που επιχειρεί ο ανεκδιήγητος Μιλέι, αλλά τα πρωτοσέλιδα του παγκόσμιου Τύπου κάλυψαν το γεγονός στην αρένα με τίτλους «χαρντ ρόκερ» από το αμερικάνικο ABC News, «χεβιμεταλλάς» από το διεθνές πρακτορείο Reuters, «ροκ σταρ» από τη Buenos Aires Times και την ισπανική El Pais, «νεοφιλελεύθερος ροκάς» από τους βρετανικούς Times κ.λπ.

Ο Μιλέι, που βάλθηκε, μεταξύ άλλων, να εξαλείψει κάθε κοινωνική και πολιτική κατάκτηση στην Αργεντινή, να στηρίξει τη γενοκτονία που διαπράττουν οι σιωνιστές στην Παλαιστίνη και να προσπαθήσει να εξαλείψει την ιδέα του σοσιαλισμού από την ανθρωπότητα, ενώ κλείνουν εργοστάσια, νοσοκομεία και υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, απολύονται εργαζόμενοι από τον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα και θεριεύει η μαύρη αγορά στην Αργεντινή, δηλώνει θαυμαστής των Ρόλινγκ Στόουνς των οποίων τα τραγούδια μαγαρίζει χοροπηδώντας σαν μανιακός στη σκηνή.

Χάθηκε η μπάλα

Αυτές οι περιπτώσεις είναι λίγες από τις αμέτρητες που έχουν συμβεί και καταγράφονται στο επίπεδο της κακοποίησης και παραποίησης του πνεύματος του ροκ. Είναι, όμως, πάρα πολύ χαρακτηριστικές γιατί δείχνουν το βαθμό άλωσης και οικειοποίησης ενός είδους έκφρασης που στη γέννησή του ταυτιζόταν διανοητικά με τους εναλλακτικούς τρόπους ζωής και με την αντίθεση στις πολιτικές των κυβερνήσεων φτάνοντας –για τους πιο προχωρημένους- μέχρι την κατηγορηματική απόρριψη της καθεστηκυίας τάξης, από τον χιπισμό που ήταν υπέρ των ειρηνικών μεθόδων αντιπαράθεσης και ανάπλασης του κόσμου ως τη νέα ριζοσπαστική Αριστερά, λευκών και μαύρων, που τασσόταν υπέρ ακόμα και της ένοπλης πάλης. Γι’ αυτό και το ροκ δεν ήταν ένα ομοιόμορφο είδος μουσικής, ούτε ένα μονοδιάστατο κίνημα.

Το ροκ αγκάλιαζε τις μπαλάντες και το folk-rock, αλλά και το rhythm and blues και το τζαζ-ροκ μέχρι το λάτιν-ροκ, το χαρντ ροκ και το ψυχεδελικό ροκ! Όλα συσχετίζονταν και συγκοινωνούσαν κάτω από τη γενική ομπρέλα της «προοδευτικής μουσικής» ή του «προοδευτικού ροκ». Η καλύτερη απόδειξη περί αυτού είναι η σύνθεση των ειδών στο Φεστιβάλ του Γούντστοκ. Γιατί το ενοποιητικό στοιχείο δεν ήταν η ηλεκτρική ή η ακουστική κιθάρα, αλλά το κοινό πλαίσιο ιδεών για ένα κόσμο που διέφερε πάρα πολύ από τον «επίσημο» κόσμο που έκανε τους πολέμους και καλλιεργούσε το ρατσισμό, κατέστρεφε το φυσικό περιβάλλον, ωθούσε στα άκρα τον ανταγωνισμό και είχε θεοποιήσει το χρήμα και το κέρδος. Όταν όλο αυτό το εναλλακτικό ριζοσπαστικό πλαίσιο άρχισε να κλονίζεται, να χάνει τη συνοχή και την επιρροή του και να διασκορπίζεται, χωρίστηκαν και τα τσανάκια της μουσικής και η σύνδεσή τους με την πολιτική και την απελευθέρωση δεν ήταν πια απαραίτητη. Οπότε, ροκάς μπορούσε να ισχυρίζεται ότι είναι κι ένας φιλοπόλεμος δεξιός ή ένας απαθής μικροαστός που τη βρίσκει με το δυναμισμό της ροκ μουσικής, με τα σόλο της ηλεκτρικής κιθάρας, με τις βραχνές φωνές των τραγουδιστών και τα άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε των τραγουδιών!

Ο Μπρους Σπρίνγκστιν στο εξώφυλλο του δίσκου του…

Εκφυλισμός νοήματος

Ενός κακού μύρια έπονται. Από την αποδέσμευση της μουσικής από το πολιτικο-ηθικό της πλαίσιο και τους εναλλακτικούς τρόπους σκέψης και ζωής, το ροκ έγινε καραμέλα στο στόμα των πολιτικών, δημοσιογράφων και σχολιαστών που του έδωσαν εντελώς άλλο νόημα. Στην καλύτερη περίπτωση, το πρόβαλαν ως στοιχείο της νεωτερικότητας, που είναι, αλλά χωρίς όλα τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του, αποφλοιωμένο και ανώδυνο για την καθεστηκυία τάξη, ροκ χωρίς ροκ. Στη χειρότερη περίπτωση, το μεταχειρίζονται μέχρι σήμερα ως δείκτη έντασης, ως έκφραση εριστικών απόψεων, συχνά ενοχλητικών και ανεπιθύμητων, ως μία μεταφορική έννοια που όχι μόνο δεν έχει καμία σχέση, αλλά είναι και αντίθετη με το αρχικό πνεύμα, την αρχική σύσταση της ροκ κουλτούρας που είναι γέννημα και σάουντρακ ενός πολιτιστικού και πολιτικού κινήματος παγκόσμιας εμβέλειας που βασική του πρόθεση ήταν η αλλαγή του κόσμου.

Κι αυτή η παραποίηση που έχει ξεκινήσει με διάφορους τρόπους από τη δεκαετία του 1970, συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Και μόνο τις ελληνικές εφημερίδες να κοιτάξει κανείς, θα το επιβεβαιώσει πανηγυρικά. Αν στη δεκαετία του 1980, τέτοιους τίτλους και υπότιτλους επέλεγαν για τα πρωτοσέλιδά τους οι εφημερίδες της λεγόμενης Κεντροαριστεράς, όπως «Τα Νέα» και η «Ελευθεροτυπία», τώρα η χρήση της λέξης ροκ έχει θρονιαστεί και στο λεξιλόγιο των πιο συντηρητικών κύκλων, όπως φαίνεται –ενδεικτικά– από τρεις πρόσφατους τίτλους δεξιότατων μέσων ενημέρωσης που έγραφαν:

– Σκληρό ροκ στο ΠΑΣΟΚ: Το κρίσιμο πολιτικό συμβούλιο, οι απειλές για διαγραφές, η μάχη για την ηγεσία και οι επίδοξοι δελφίνοι (Εφημερίδα «Παραπολιτικά» [Μαρινάκης], 24 Ιουνίου 24)

– Σκληρό ροκ κατά της κυβέρνησης από τον Ανδρουλάκη (εφημερίδα «Καθημερινή» [Αλαφούζος], 18 Νοεμβρίου 2023)

– «Σκληρό ροκ» στο δρόμο για τις Ευρωεκλογές (OPEN TV [Σαββίδης], Μάης 2023)

Σκοτεινή παράδοση

Τώρα, η «ροκ» εμφάνιση του διαμεσολαβητή όπλων κ. Μπλίνκεν, έχει να κάνει όχι μόνο με την εκφυλιστική κατάχρηση του όρου και της ίδιας της μουσικής, αλλά και με τη σκοτεινή παράδοση της λεγόμενης «πολιτιστικής διπλωματίας» στην οποία και το ροκ, όπως και η τζαζ, χρησιμοποιήθηκαν από το αμερικάνικο υπουργείο Εξωτερικών για την προώθηση της ωραιοποιημένης εικόνας των ΗΠΑ σε όλη τη γη. Αλλά γι’ αυτό το επίσης σημαντικό θέμα, θα επανέλθω αναλυτικά…

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!